Ασκαρδαμυκτί

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

ασκαρδαμυκτί (επίρρημα) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹στερ. α + σκαρδαμύσσω ‹ σκαίρω = πηδώ + μύω = κλείνω] χωρίς να σκαρδαμύσσει κάποιος, χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια, με ευθύ βλέμμα, ατενώς: "τον κοίταζε πολλή ώρα ασκαρδαμυκτί".


LivePedia.gr



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.