Γερμανία κράτος

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κράτος της βορειοκεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει βόρεια με τη Δανία και βρέχεται από τη Βαλτική και τη Βόρεια θάλασσα, δυτικά με την Ολλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία, νότια με την Ελβετία (με φυσικό σύνορο την οροσειρά των Άλπεων) και την Αυστρία και ανατολικά με τη Δημοκρατία της Τσεχίας (με φυσικά σύνορα τα Σουδητικά όρη, τα όρη Ερτς και τον Βοημικό Δρυμό) και την Πολωνία (φυσικό σύνορο με την Πολωνία είναι οι ποταμοί Όντερ και Νάισε). Ιστορική σημασία έχουν σήμερα τα "εσωτερικά" σύνορα, που για σαράντα περίπου χρόνια (1945-1989) χώριζαν τη Γερμανία σε δύο κράτη, τη Δυτική και την Ανατολική Γερμανία.

Το σημερινό ενιαίο γερμανικό κράτος έχει έκταση 357.021 τ. χλμ. και είναι η έκτη μεγαλύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής ηπείρου (καταλαμβάνει περίπου το 3,4 % του συνολικού εδάφους της ηπείρου και είναι κατά 2,7 φορές μεγαλύτερη σε έκταση από την Ελλάδα). Η χώρα έχει πληθυσμό 83.251.851 κατοίκους (εκτίμηση 2002). Είναι η πολυανθρωπότερη χώρα της Ευρώπης μετά τη Ρωσία και μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της ηπείρου (233,18 κάτοικοι ανά τ. χλμ.). Η Γερμανία έχει μέγιστο μήκος περίπου 840 χλμ. από το βορρά προς το νότο και εκτείνεται ανάμεσα στα γεωγραφικά πλάτη 47° Β και 55° Β και μέγιστο πλάτος περίπου 620 χλμ. από τα ανατολικά προς τα δυτικά και εκτείνεται σε γεωγραφικό μήκος από 6° Α ως 15° Α. Χάρη στην πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του `50 η Γερμανία εξελίχθηκε σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη. Ωστόσο, μετά την πολιτική και οικονομική ενοποίηση των δύο Γερμανιών, η χώρα αντιμετωπίζει πολλά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, με κυριότερα αυτά της αυξημένης ανεργίας, του φυλετικού ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Ι. ΦΥΣΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Μορφολογία εδάφους

Η μορφολογία του εδάφους της Γερμανίας, όπως γενικότερα της Κεντρικής Ευρώπης, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία. Πιο συγκεκριμένα στη Γερμανία μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις κύριες ζώνες, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ τους:

α) Τις βόρειες πεδιάδες, όπου το ανάγλυφο είναι ομαλό, με ποικιλία ωστόσο στο τοπίο και στις φυσικές ομορφιές. Το παλαιότερο ανάγλυφο των πετρωμάτων του μεσοζωικού αιώνα της περιοχής αυτής έχει καλυφθεί από ένα νεότερο στρώμα του Τριτογενούς, το οποίο σχηματίστηκε από αποθέσεις άμμου, αργίλου και χαλικιών, κάτω από παγετωνικό υλικό. Σε αρκετές περιοχές έχουν δημιουργηθεί μεγάλα έλη, στα οποία, με την ενανθράκωση της βλάστησής τους, σχηματίστηκαν αξιόλογα αποθέματα λιγνίτη. Η ευρύτερη περιοχή των πεδιάδων μπορεί να διαιρεθεί σε δύο τμήματα: το ανατολικό και το δυτικό, με όριο την κοιλάδα του ποταμού Έλβα. Το ανατολικό τμήμα σχηματίστηκε από συσσώρευση υλικών, τα οποία μετέφεραν στην περιοχή παγοκαλύμματα κατά την τελευταία περίοδο των παγετώνων και σχημάτισαν λιθώνες στο εσωτερικό της χώρας. Πολλά από τα εδάφη της περιοχής αυτής προσφέρονται για καλλιέργεια, ενώ μεγάλη σημασία για την κτηνοτροφία έχουν οι εκτεταμένοι βοσκότοποι. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν πολλές μικρές λίμνες. Στις περιοχές έξω από τους λιθώνες, μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από δάση, ενώ απαντούν μεγάλες σε διαστάσεις λίμνες. Το τοπίο στο δυτικό τμήμα της πεδιάδας είναι μονότονο.

β) Τα κεντρικά υψίπεδα, που σχηματίστηκαν από παλαιότερα πετρώματα και έχουν πολύπλοκο ανάγλυφο. Προς τη νότια Γερμανία δεσπόζουν οι οροσειρές του Μέλανα Δρυμού στα δυτικά και του Φραγκονικού Ιούρα στα ανατολικά. Ανάμεσα στον Μέλανα Δρυμό και στα Βόσγια όρη της Γαλλίας σχηματίζεται η κοιλάδα του ποταμού Ρήνου, που εκτείνεται σε μήκος 300 χλμ. Στο νότο ο Μέλανας Δρυμός φτάνει στο μέγιστο υψόμετρό του στο όρος Φελτ (1.493 μ.). Ωστόσο στο μεγαλύτερο νότιο τμήμα της χώρας απαντούν κρημνώδεις σχηματισμοί. Στα ανατολικά πολλές περιοχές καλύπτονται από το χωμάτινο υλικό λες. Το δυτικό τμήμα των ορεινών υψιπέδων του ποταμού Ρήνου σχηματίστηκε από αργιλικά και σχιστολιθικά πετρώματα με έντονες πτυχώσεις, οι οποίες έχουν ωστόσο εξομαλυνθεί λόγω της διάβρωσης. Διαφορετική είναι η διαμόρφωση του εδάφους στις κοιλάδες των ποταμών, η οποία ποικίλλει από στενές χαράδρες με πυκνά δάση ως το εντυπωσιακό σε φυσικές ομορφιές φαράγγι του Ρήνου, με τα μεσαιωνικά κάστρα στις κορυφές των λόφων και τις γραφικές πόλεις στις όχθες. Στην περιοχή των "επτά λόφων" γύρω από την πόλη Βόννη απαντούν κατάλοιπα παλαιότερης ηφαιστειακής δράσης. Στα ανατολικά της κοιλάδας του Ρήνου βρίσκεται ο Βοημικός Δρυμός, όπως επίσης και ο Βαβαρικός Δρυμός. Προς τα βόρεια δημιουργούνται δύο λεκάνες, η Βεστφάλια λεκάνη στα δυτικά και η Θουριγγιανή λεκάνη στα ανατολικά.

γ) Οι γερμανικές Άλπεις στα νότια. Ένα τμήμα των αυστριακών Άλπεων εκτείνεται στη νότια Γερμανία. Σ` αυτή την περιοχή επικρατούν τα όρη Άλγκοϊ, Βέτερσταϊνγκεμπιργκε, όπου υψώνεται η ψηλότερη κορυφή της Γερμανίας, το Τσούκσπιτσε (2.962 μ.) και το Μπέρχτεσγκάντεν. Όπως και οι βόρειες πεδιάδες, έτσι και το ανάγλυφο των γερμανικών Άλπεων καλύπτεται από αποθέσεις χαλικιών, άμμου και αργίλου του Τριτογενούς. Σε αντίθεση ωστόσο με τις βόρειες πεδιάδες, οι αποθέσεις αυτές εμφανίζονται συχνότερα στην επιφάνεια. Η περιοχή των γερμανικών Άλπεων και οι λίμνες της Βαβαρίας είναι από τις πιο τουριστικές περιοχές της χώρας.

Υδρογραφία

Οι περισσότεροι και κυριότεροι ποταμοί της Γερμανίας ακολουθούν τη γενική κλίση του εδάφους της χώρας από το νότο προς το βορρά, πηγάζουν από τα κεντρικά υψίπεδα ή τις νότιες οροσειρές και εκβάλλουν στη Βόρεια θάλασσα. Εξαίρεση αποτελεί ο Δούναβης, που πηγάζει από τον Μέλανα Δρυμό και ρέει προς τα ανατολικά, δεχόμενος τα νερά διαφόρων παραποτάμων που πηγάζουν από τις Άλπεις. Σε κάποια σημεία, κυρίως προς τα σύνορα με την Αυστρία, γίνεται πλωτός. Ο Δούναβης διαρρέει ένα μικρό τμήμα του γερμανικού εδάφους και έτσι δε θεωρείται από τους πιο σημαντικούς ποταμούς της χώρας. Διευκολύνει ωστόσο τις μεταφορές στο νότιο τμήμα της χώρας και την επικοινωνία ανάμεσα στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Εξαιρέσεις αποτελούν και οι ποταμοί Άλτμιλ και Νάαμπ, που ρέουν προς το νότο, και ο ποταμός Χάφελ, που κατευθύνεται προς το βορρά και καταλήγει στον ποταμό Έλβα.

Ο Ρήνος είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Γερμανίας και ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της Ευρώπης. Έχει τις πηγές του στις ελβετικές Άλπεις, ρέει προς τα δυτικά και χύνεται στη λίμνη της Κωνσταντίας. Στη συνέχεια αποκτά βόρεια κατεύθυνση, εισέρχεται στο γερμανικό έδαφος, διασχίζει τα γερμανικά υψίπεδα, διαρρέει μια μεγάλη πεδιάδα στην περιοχή κοντά στη Βόννη και εισέρχεται στην Ολλανδία, με τελικό προορισμό τη Βόρεια θάλασσα. Διασχίζει μεγάλες πόλεις στη βορειοδυτική Γερμανία, όπως τη Βόννη, την Κολονία, το Ντύσελντορφ κ.ά. Ο Ρήνος τροφοδοτείται κοντά στις πηγές του από πολυάριθμους χειμάρρους και έχει ισχυρή και ομαλή ροή. Γι` αυτόν το λόγο είναι ο πιο πολυσύχναστος πλωτός ποταμός της Ευρώπης. Οι παραπόταμοί του είναι επίσης αξιόλογα ποτάμια ρεύματα, όπως ο Νέκαρ, ο Μάιν και ο Μοζέλας, οι οποίοι διαρρέουν τα κεντρικά υψίπεδα.

Οι ποταμοί Έλβας και Βέζερ έχουν και οι δύο τις πηγές τους στα κεντρικά υψίπεδα και εκβάλλουν στη Βόρεια θάλασσα. Τα δύο αυτά ποτάμια ρεύματα συνδέονται μεταξύ τους με διώρυγες, όπως επίσης συνδέονται και με τον ποταμό Όντερ, στα ανατολικά σύνορα με την Πολωνία, και με τον πολωνικό Βιστούλα και σχηματίζουν ένα δίκτυο με μεγάλη σημασία για τις συγκοινωνίες. Εξάλλου, ο Έλβας είναι πλωτός στο μεγαλύτερο μήκος του, διευκολύνοντας τη μεταφορά βιομηχανικών προϊόντων και ξυλείας από τα κεντρικά υψίπεδα μέχρι τις ακτές. Στις εκβολές του σχηματίζει έναν τεράστιο ποταμόκολπο, με πλάτος πάνω από 110 χλμ. Το μήκος του Έλβα στο γερμανικό έδαφος είναι 738 χλμ. και του Βέζερ 716 χλμ. Ο Βέζερ συνδέεται με διώρυγες με τον Ρήνο. Ο Εμς διασχίζει τη βορειοδυτική Γερμανία, έχει μήκος 300 χλμ., πηγάζει από τα κεντρικά υψίπεδα και εκβάλλει στη Βόρεια θάλασσα. Με ένα εκτεταμένο και πολύπλοκο σύστημα διωρύγων ενώνεται με τον Βέζερ και τον Ρήνο.

Στη Γερμανία δεν υπάρχουν αξιόλογες λίμνες, εκτός από ένα τμήμα της λίμνης της Κωνσταντίας (Μπόντενζεε), τμήματα της οποίας ανήκουν επίσης στην Ελβετία και την Αυστρία. Στις όχθες της στο γερμανικό έδαφος υπάρχουν τα λιμάνια Λίνταου και Φρίντρισχαφεν. Κατά τα άλλα, στα βορειοανατολικά υπάρχει μια ομάδα ρηχών λιμνών, με παγετώδη προέλευση. Μεγαλύτερη φυσική λίμνη αυτής της περιοχής είναι η Μίριτς (114 τ. χλμ.). Στην επαρχία Σλέσβιχ - Χόλστάιν απαντούν άλλες μικρότερες λίμνες, επίσης παγετώδους προέλευσης. Στην Κάτω Σαξονία βρίσκονται οι λίμνες Ντίμερ και Στάινχουντε. Στα νοτιοανατολικά της Άνω Βαβαρίας υπάρχουν μικρές λίμνες με ιδιαίτερες φυσικές ομορφιές.

Κλίμα

Σε γενικές γραμμές η Γερμανία έχει εύκρατο κλίμα, παρά το βόρειο γεωγραφικό της πλάτος και την απόσταση του μεγαλύτερου μέρους της από την ευεργετική επίδραση του ρεύματος του βόρειου Ατλαντικού. Στις εσωτερικές και νότιες περιοχές της χώρας, που απέχουν από τις ακτές, το κλίμα είναι συχνά ψυχρό ηπειρωτικό, ενώ στις ακτές της Βόρειας και της Βαλτικής θάλασσας επικρατεί ωκεάνιο κλίμα. Γενικά, ωστόσο, σπάνια σημειώνονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες κατά την καλοκαιρινή περίοδο και πολύ χαμηλές τη χειμερινή. Βέβαια, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, συχνά συμβαίνουν ξαφνικές μεταβολές στο κλίμα της χώρας, κυρίως όταν δυτικοί θερμοί άνεμοι από τον Ατλαντικό συναντούνται με ψυχρούς ανέμους από την Ανατολική Ευρώπη και την Ασία.

Στη βόρεια Γερμανία το κλίμα επηρεάζεται από τις υγρές αέριες μάζες της Βόρειας θάλασσας, που μετριάζουν τις χαμηλές θερμοκρασίες αλλά αυξάνουν την υγρασία στο περιβάλλον, παρατείνουν τις βροχοπτώσεις και δημιουργούν συχνά συνθήκες ομίχλης. Στο κεντρικό και νότιο τμήμα της χώρας το κλίμα έχει σαφή ηπειρωτικά χαρακτηριστικά, με έντονες διαβαθμίσεις υψηλών και χαμηλών θερμοκρασιών. Ψυχρότερο και υγρότερο είναι το κλίμα στις νότιες ορεινές περιοχές και αυξάνονται σημαντικά οι βροχοπτώσεις.

Στη Γερμανία οι βροχοπτώσεις φτάνουν τα 2.000 χιλιοστόμετρα στις νότιες αλπικές περιοχές, τα 1.500 χιλιοστόμετρα στα κεντρικά υψίπεδα και μέχρι 500 χιλιοστόμετρα στις βόρειες πεδινές περιοχές. Η μέση θερμοκρασία παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από το βορρά προς το νότο, χωρίς όμως αυτές να είναι ιδιαίτερα έντονες. Η νοτιοανατολική Γερμανία είναι για πολλούς η ψυχρότερη περιοχή της χώρας. Ωστόσο οι κοιλάδες του Ρήνου, του Μάιν, του Μοζέλα και του Νέκαρ είναι πιο θερμές το καλοκαίρι. Ο χειμώνας στις βόρειες περιοχές είναι συχνά ψυχρότερος από ό,τι στις νότιες, λόγω των ανέμων που πνέουν από τη Σκανδιναβία. Σε πολλές περιπτώσεις επίσης διαπιστώνεται πτώση της θερμοκρασίας από τα δυτικά προς τα ανατολικά.

Ένα ιδιόμορφο κλιματικό φαινόμενο που παρατηρείται στην Άνω Βαβαρία είναι ένας θερμός και ξερός άνεμος, ο Φεν, που κινείται πάνω από τις βόρειες Άλπεις προς το Βαυαρικό οροπέδιο. Ο άνεμος αυτός επηρεάζει αρνητικά τη διάθεση των ανθρώπων, ξεραίνει τις καλλιέργειες και προκαλεί απότομη τήξη του χιονιού.

Χλωρίδα - Πανίδα

Η βλάστηση και ο ζωικός κόσμος της Γερμανίας δε διαφέρουν σημαντικά από τους αντίστοιχους των γειτονικών ευρωπαϊκών χωρών. Τα δάση, που καλύπτουν περίπου το 30% του συνολικού εδάφους της χώρας, έχουν δημιουργηθεί με αναδασώσεις και προστατεύονται από το κράτος με τη βοήθεια εξειδικευμένων επιστημόνων. Τα τελευταία χρόνια πολλές δασικές εκτάσεις απειλούνται από την όξινη βροχή, που οφείλεται στη μόλυνση της ατμόσφαιρας λόγω της εκπομπής καυσαερίων από τις βιομηχανικές μονάδες. Το πρόβλημα αυτό είναι ιδιαίτερα οξύ στη νοτιοανατολική Γερμανία, κοντά στα σύνορα με την Τσεχία. Τα δάση εκτείνονται κυρίως στα κεντρικά υψίπεδα και στις νότιες οροσειρές, αλλά δασικές εκτάσεις απαντούν, σε μικρότερη έκταση, και στις βόρειες πεδιάδες. Τα φυλλοβόλα και τα κωνοφόρα δέντρα (κυρίως έλατα και πεύκα) είναι αυτά που κυριαρχούν. Στις περιοχές που τα εδάφη είναι κατάλληλα για καλλιέργεια επικρατούν τα οπωροφόρα δέντρα (κερασιές, ροδακινιές, αχλαδιές). Στα κεντρικά υψίπεδα επικρατεί η οξιά και το πεύκο. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα στην αλπική περιοχή τα δάση και τα λιβάδια χρησιμεύουν ως βοσκότοποι. Τα γερμανικά δάση αποδίδουν περισσότερα από 25 εκατ. κυβ. μ. ξυλείας κάθε χρόνο.

Η πανίδα της χώρας περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά είδη της εύκρατης ζώνης. Στις δασικές εκτάσεις και τις ορεινές περιοχές απαντά ποικιλία θηραμάτων, όπως ελάφια, φασιανοί, ορτύκια, ενώ στις αλπικές περιοχές ζουν επίσης αίγαγροι. Οι λαγοί αφθονούν σε όλες σχεδόν τις περιοχές. Κάποια είδη επικίνδυνα για τους ανθρώπους έχουν μειωθεί ή εξαφανιστεί, όπως η αρκούδα, ο λύκος και ο αγριόχοιρος. Άλλα, όπως η αγριόγατα και ο λύγκας, εξακολουθούν να ζουν σε κάποιες περιοχές. Τα πιο συνηθισμένα ερπετά είναι η σαλαμάνδρα, διάφορα είδη σαύρας και φιδιών.

ΙΙ. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ

A. H OIKONOMIA

Η Γερμανία έχει, παρά τα προβλήματα μετά την επανένωση, μια από τις πιο εύρωστες οικονομίες και αποτελεί οικονομική υπερδύναμη σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρείται η πιο αναπτυγμένη οικονομικά χώρα της Ευρωπαϊκής ηπείρου και διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στις οικονομικές εξελίξεις. Το 2002 το Α.Ε.Π. έφτασε τα 2,184 τρισ. δολ. και το κατά κεφαλή Α.Ε.Π. τα 26.600 δολάρια. Το 2002 οι εισαγωγές ήταν 487,3 δισ. δολ. και οι εξαγωγές 608 δισ. δολ., ενώ το 2001 ο προϋπολογισμός του κράτους ήταν ελλειματικός, με έξοδα 825 δισ. δολάρια και έσοδα 802 δισ. δολάρια. Η οικονομική ανάκαμψη της ηττημένης στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο Γερμανίας άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του `50 και προχώρησε με τόσο ραγδαίους ρυθμούς, ώστε όλοι αναφέρονταν στο "γερμανικό θαύμα". Σημαντικό ρόλο στην πρωτοφανή αυτή οικονομική ανάπτυξη έπαιξε ο μεγάλος αριθμός του διαθέσιμου φθηνού εργατικού δυναμικού, που αποτελούνταν κυρίως από πρώην στρατιώτες, αμάχους από τα πρώην γερμανικά εδάφη της Ανατολικής Γερμανίας και μετανάστες από χώρες του εξωτερικού. Επιπλέον, η Γερμανία ευνοήθηκε από τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης των Η.Π.Α. προς τις χώρες της Δυτικής και Νότιας Ευρώπης. Τα αποτελέσματα για τη δυτικογερμανική οικονομία ήταν εκπληκτικά: μέσα σε μια δεκαετία (1951 - 1961) αυξήθηκε σημαντικά τόσο το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν όσο και το κατά κεφαλήν εισόδημα, ενώ τριπλασιάστηκαν οι εξαγωγές. Το 2002 ο πληθωρισμός βρισκόταν στο 1,3%. Τη χρονική στιγμή της οικονομικής ενοποίησης (1η Ιουλίου 1990), η οικονομία της πρώην Δυτικής Γερμανίας ήταν στο υψηλότατο επίπεδο ανάκαμψης και η χώρα ήταν ήδη μια παγκόσμια υπερδύναμη. Από την άλλη πλευρά όμως, η οικονομία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ήταν πολύ πιο αδύναμη, με χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο στον τομέα της βιομηχανίας, χαμηλή παραγωγικότητα και χαμηλές αποδοχές για το εργατικό δυναμικό. Στην οικονομικά ενοποιημένη Γερμανία ίσχυσε το διαχειριστικό σύστημα της Δυτικής Γερμανίας, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές του φιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος και της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Το δυτικογερμανικό μάρκο έγινε το μοναδικό νόμισμα και για τα δύο τμήματα της χώρας. Η περίοδος μετά την πολιτική και οικονομική ενοποίηση, μετά την αρχική χαρά και αισιοδοξία, ήταν μια περίοδος απογοήτευσης, ειδικά για την Ανατολική Γερμανία, που δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στους ταχύτατους ρυθμούς του νέου συστήματος της ελεύθερης αγοράς, με αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση πολλών βιομηχανικών μονάδων και τη συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας. Παράλληλα συνεχίστηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς το δυτικό τμήμα της χώρας. Οι λίγες δυτικογερμανικές εταιρείες που εγκαταστάθηκαν στην πρώην Ανατολική Γερμανία δε συνέβαλαν στην ανόρθωση της οικονομίας. Το 1991 επιβλήθηκαν πρόσθετοι φόροι από την κυβέρνηση στους πολίτες για τη στήριξη της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας. Στην πρώην Δυτική Γερμανία επικράτησε δυσαρέσκεια, λόγω της αύξησης της ανεργίας, το ποσοστό της οποίας έφτασε το 2002 το 9,8% από 5,7% το 1989, καθώς και των φορολογικών επιβαρύνσεων. Η δυσαρέσκεια αυτή εκδηλώνεται συχνά με πράξεις βίας και ρατσισμού εναντίον Ανατολικογερμανών και ξένων μεταναστών. Τέλος, η νομισματική μονάδα της Γερμανίας μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2002 ήταν το γερμανικό μάρκο, που αντικαταστάθηκε από το ευρώ. Η αντιστοιχία μάρκου - δολαρίου τον Οκτώβριο του 1997 ήταν 1,76 προς 1, ενώ τον Ιανουάριο του 2002 η ισοτιμία ευρώ - δολαρίου ήταν 1,1324 προς 1.

Γεωργία (Υλοτομία - Αλιεία) - Κτηνοτροφία

Κατά την περίοδο της διχοτόμησης του γερμανικού κράτους, χαρακτηριστικό της αγροτικής οικονομίας στη Δυτική Γερμανία ήταν τα μικρά οικογενειακά αγροκτήματα. Στην Ανατολική Γερμανία πολλά μεγάλα αγροκτήματα είτε κατατμήθηκαν και μοιράστηκαν σε περισσότερους αγρότες είτε κρατικοποιήθηκαν. Τα μικρά αγροκτήματα συνενώθηκαν και σχηματίστηκαν αγροτικοί συνεταιρισμοί, με αποτέλεσμα η αγροτική παραγωγή να συγκεντρώνεται σε μεγάλες εξειδικευμένες μονάδες.

Σήμερα, μετά την επανένωση, ο πρωτογενής τομέας δεν έχει πια καθοριστικό ρόλο για την οικονομία της χώρας, αφού μετέχει μόνο κατά 1% στο σχηματισμό του Α.Ε.Π., ενώ μόνο το 3% του συνολικού πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις καλύπτουν το 34% του εδάφους της χώρας. Από τα γεωργικά προϊόντα σημαντικότερα είναι το σιτάρι, το κριθάρι, οι πατάτες, τα ζαχαρότευτλα, ο αραβόσιτος και οι κτηνοτροφές. Στις θερμές νοτιοδυτικές περιοχές καλλιεργούνται καπνός, καλαμπόκι και λαχανικά. Η αμπελοκαλλιέργεια ευδοκιμεί στα δυτικά, στις κοιλάδες του Ρήνου, του Μοζέλα, του Μάιν και του Νέκαρ. Οπωροφόρα δέντρα καλλιεργούνται στη νότια Γερμανία. Η εκτεταμένη χρήση υψηλής τεχνολογίας και χημικών λιπασμάτων κατέστησε γόνιμα εδάφη που παλιότερα δεν ήταν ιδιαίτερα αποδοτικά. Η καλλιέργεια δημητριακών και τα μόνιμα βοσκοτόπια είναι οι δύο πιο συνηθισμένες χρήσεις της καλλιεργήσιμης γης.

Όσον αφορά την κτηνοτροφία, εκτρέφονται κυρίως βοοειδή, χοίροι και πρόβατα.

Τα δάση καλύπτουν περίπου το 30% του συνολικού εδάφους της χώρας. Οι μεγαλύτερες δασικές εκτάσεις βρίσκονται στα κεντρικά υψίπεδα και στις αλπικές περιοχές, ενώ λείπουν σχεδόν ολοκληρωτικά από τις δυτικές περιοχές της βόρειας πεδιάδας. Τα δέντρα που επικρατούν είναι τα κωνοφόρα. Η εγχώρια παραγωγή ξυλείας καλύπτει περίπου το 50% των αναγκών της χώρας. Το κράτος ωστόσο παίρνει ολοένα και περισσότερα μέτρα για την προστασία των δασών και τον περιορισμό της οικονομικής τους εκμετάλλευσης.

Η θαλάσσια αλιεία διενεργείται κυρίως στις παράλιες περιοχές της Βόρειας και της Βαλτικής θάλασσας. Το Αμβούργο, το Κούξχαφεν και το Μπρέμερχαφεν είναι τα σπουδαιότερα αλιευτικά κέντρα, όπου λειτουργούν και ειδικές μονάδες επεξεργασίας των αλιευμάτων.

Ορυκτός πλούτος

Η Γερμανία έχει πλούσιο υπέδαφος, κυρίως σε λιθάνθρακα και λιγνίτη, ιδιαίτερα στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ. Υπάρχουν επίσης αξιόλογες ποσότητες μεταλλευμάτων σιδήρου, μολύβδου, ψευδαργύρου. Στις νοτιοδυτικές περιοχές ανακαλύφθηκαν λίγα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο ο φυσικός πλούτος δεν επαρκεί για τις ανάγκες της βιομηχανίας της χώρας, γι` αυτό και η χώρα εισάγει πολλές πρώτες ύλες. Για την επαρκή κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της χώρας σε πόσιμο νερό, στις όχθες μεγάλων ποταμών λειτουργούν εγκαταστάσεις άντλησης και καθαρισμού των ποτάμιων υδάτων. Τέλος, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 2000 έφτασε τα 537,33 δισεκ. κιλοβατώρες.

Βιομηχανία

Η βιομηχανία αποτελεί τη βάση της γερμανικής οικονομίας, αφού απασχολεί το 33% του εργατικού δυναμικού του κράτους και μετέχει με ποσοστό 31% στο Α.Ε.Π. Μεγαλύτερη είναι η βιομηχανική ανάπτυξη στις περιοχές της πρώην Δυτικής Γερμανίας. Οι βιομηχανικές μονάδες είναι συγκεντρωμένες κυρίως σε αστικές περιοχές . Η βαριά βιομηχανία περιλαμβάνει μονάδες κατασκευής ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, μηχανών, αυτοκινητοβιομηχανίες, φαρμακοβιομηχανίες, εργοστάσια χημικών προϊόντων, ναυπηγεία, διυλιστήρια πετρελαίου και βιομηχανίες πολεμικών ειδών. Η ελαφριά βιομηχανία περιλαμβάνει μικρότερες μονάδες επεξεργασίας προϊόντων του πρωτογενούς τομέα, κυρίως βιομηχανίες τροφίμων, ποτοποιίες, εργοστάσια επεξεργασίας ξύλου, υφαντουργίας κ.ά. Τα γερμανικά βιομηχανικά προϊόντα διακρίνονται για την ποιότητά τους και την τεχνολογική τους υπεροχή και εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες σε όλο τον κόσμο.

Οι βάσεις για τη βιομηχανική ανάπυξη της Γερμανίας τέθηκαν το 18ο αιώνα. Κατά το 19ο αιώνα η βιομηχανία απέκτησε κυρίαρχο και ρυθμιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή της χώρας. Μετά την ίδρυση του ενιαίου Γερμανικού κράτους το 1871, η χώρα εξελίχθηκε σε παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη. Η ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αποτέλεσε για κάποια χρόνια τροχοπέδη για την ανέλιξη της γερμανικής βιομηχανίας, η οποία γνώρισε, αντίθετα, ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, χάρη όμως στις ανορθόδοξες μεθόδους του Χίτλερ και των συνεργατών του. Μετά την ήττα της Γερμανίας και στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, Αμερικανοί και οι άλλοι δυτικοί σύμμαχοι συνέβαλαν στην ανόρθωση της δυτικογερμανικής οικονομίας, όπως άλλωστε και οι Σοβιετικοί πρόσφεραν βοήθεια στην Ανατολική Γερμανία. Μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών το 1990, πολλές βιομηχανικές μονάδες στην πρώην Ανατολική Γερμανία ιδιωτικοποιήθηκαν, ενώ άλλες έκλεισαν, αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν ξεπερασμένης τεχνολογίας.

Η οικονομική υπεροχή της σημερινής Γερμανίας στηρίζεται κυρίως στους επιμέρους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, της κατασκευής ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, της χημικής βιομηχανίας και των μονάδων επεξεργασίας τροφίμων. Κεντρικά εργοστάσια αυτοκινητοβιομηχανίας υπάρχουν στις περιοχές Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία (Όπελ και Φορντ), Βαβαρία (Μπε Εμ Βε), Σάαρ (Φορντ), Έση (Όπελ), Κάτω Σαξονία (Φόλκσβαγκεν) και Βάδη - Βυτεμβέργη (Άουντι και Ντέμλερ-Μπεντς). Η Γερμανία έχει κυρίαρχη θέση στην κατασκευή ηλεκτρικών συσκευών από τα τέλη του 19ου αιώνα. Κέντρο του κλάδου αυτού ήταν το Βερολίνο, όπου είχαν εργοστάσια εταιρείες όπως η Όσραμ, η Ζίμενς, η Τελεφούνκεν και η AEG. Γύρω στο 1950 οι βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικών ειδών μεταφέρθηκαν στο Μόναχο, στη Στουτγκάρδη και σε άλλες πόλεις της νότιας Γερμανίας. Η Γερμανία διαθέτει επίσης ισχυρή χημική βιομηχανία, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα, βασική πρώτη ύλη γι` αυτόν το βιομηχανικό κλάδο είναι το πετρέλαιο και όχι ο γαιάνθρακας. Οι περισσότερες χημικές βιομηχανίες βρίσκονται στις όχθες του Ρήνου και των παραποτάμων του. Τα εργοστάσια υφαντουργίας έχουν επίσης σημαντική παραγωγή. Τα περισότερα από αυτά βρίσκονται στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και στη νότια Γερμανία. Αξιόλογο προϊόν της γερμανικής βιομηχανίας είναι ακόμη τα οπτικά και οι συσκευές ακριβείας.

Εμπόριο

Το 2002 το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας εμφάνισε σημαντικό πλεόνασμα, αφού οι εισαγωγές έφτασαν τα 487,3 δισ. δολ. και οι εξαγωγές τα 608 δισ. δολ. Εμπορικές συναλλαγές γίνονται με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κυρίως με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Μεγάλη Βρετανία), αλλά και με τις Η.Π.Α., την Ελβετία και την Ιαπωνία. Η Γερμανία εξάγει προϊόντα βαριάς βιομηχανίας, όπως αυτοκίνητα και άλλα οχήματα, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, χημικά προϊόντα, κρασιά και τρόφιμα. Τα προϊόντα που εισάγει είναι κυρίως πρώτες ύλες, προϊόντα του πρωτογενούς τομέα και ημικατεργασμένα προϊόντα για τη βιομηχανία. Γενικότερα, ο τριτογενής τομέας της οικονομίας (εμπόριο, μεταφορές, τράπεζες, υπηρεσίες, διοίκηση) μετέχει με ποσοστό 68% στο Α.Ε.Π. και απασχολεί το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων της χώρας(64%).

Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Deutsche Bundesbank), που εδρεύει στη Φρανφούρτη του Μάιν, είναι ο κεντρικός τραπεζικός οργανισμός του κράτους. Λειτουργεί αυτόνομα, χωρίς κυβερνητικό έλεγχο και χάρη στην πολιτική του συνεχούς ελέχγου των πιστώσεων συνέβαλε σημαντικά στην ανάδειξη της Γερμανίας σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη. Αντιπρόσωποί της υπάρχουν σε κάθε ομόσπονδο κρατίδιο. Ο ιδιωτικός τραπεζικός τομέας αντιπροσωπεύεται κυρίως από τρεις μεγάλους τραπεζικούς ορανισμούς, τη Γερμανική Τράπεζα (Deutsche Bank), την Τράπεζα της Δρέσδης (Dresdner Bank) και την Τράπεζα Εμπορίου (Kommerzbank).

Μεταφορές - Επικοινωνιακό δίκτυο

Η Γερμανία διαθέτει επαρκές και σε καλή κατάσταση συγκοινωνιακό δίκτυο, που καλύπτει με ικανοποιητικό τρόπο τις ανάγκες των κατοίκων. Το 2001 το συνολικό μήκος του οδικού δικτύου ήταν 656.140 χλμ., από τα οποία τα 11.400 ήταν οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας (Autobahn). Το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει συνολικό μήκος 44.330 χλμ., με προσανατολισμό από το βορρά προς το νότο. Οι γερμανικοί σιδηρόδρομοι φημίζονται για την ακρίβεια των δρομολογίων τους και την ταχύτητά τους και ανταγωνίζονται τις αερομεταφορές. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις λειτουργεί εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων σιδηρόδρομων (μετρό). Σε αρκετές πόλεις χρησιμοποιούνται και τα τραμ, που, επειδή λειτουργούν με ηλεκτρισμό, δεν επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα. Η χώρα διαθέτει 40 αεροδρόμια, από τα οποία τα σημαντικότερα είναι αυτά της Φρανκφούρτης στον Μάιν (με το μεγαλύτερο αριθμό ανταποκρίσεων στην Ευρώπη), του Μονάχου (το μεγαλύτερο της Ευρώπης), του Ντύσελντορφ, του Βερολίνου και του Αμβούργου. Εθνικός αερομεταφορέας είναι η εταιρεία Λουφτχάνσα (Lufthansa). Όσον αφορά τις θαλάσσιες συγκοινωνίες, σπουδαιότερα εμπορικά λιμάνια της χώρας είναι το Αμβούργο, η Βρέμη, το Μπρέμερχαφεν, το Βίλχελμσχαφεν, το Λύμπεκ και το Ροστόκ. Το Αμβούργο στη Βόρεια θάλασσα είναι το σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι της χώρας. Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η εμπορική και επιβατική κίνηση μέσω του ποτάμιου δικτύου (κυρίως μέσω του Ρήνου, που διευκολύνει την κυκλοφορία λόγω της ομαλής ροής του, του Μοζέλα, του Νέκαρ και του Μάιν, ο οποίος συνδέει τον Ρήνο με τον Δούναβη). Με ένα σύστημα διωρύγων συνδέεται η περιοχή του Ρουρ με τα λιμάνια της Βόρειας θάλασσας. Στην περιοχή του Βερολίνου οι ποτάμιες συγκοινωνίες, κυρίως μέσω του Έλβα, δεν είναι τόσο αναπτυγμένες, ωστόσο βελτιώνονται συνεχώς.

Όσον αφορά τις επικοινωνίες, η Γερμανία διαθέτει πολύ καλό σύστημα ταχυδρομικών και τηλεφωνικών υπηρεσιών. Το 2001 αναλογούσε 1 τηλέφωνο σε 1,6 άτομα. Ως προς τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, στη χώρα λειτουργεί μεγάλος αριθμός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών καναλιών. Το 1998 αναλογούσε 1 τηλεόραση σε 1,6 άτομα και 1 ραδιόφωνο σε 1,07 άτομα. Λειτουργούν ακόμη τρία κρατικά τηλεοπτικά κανάλια και δύο ραδιοφωνικοί σταθμοί της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η γερμανική ραδιοφωνία και τηλεόραση δεν ελέγχονται από το κράτος. Η ειδησεογραφία διακρίνεται για την υψηλή της ποιότητα και την αξιοπιστία της και παρέχει στο γερμανικό κοινό συνεχή και άμεση ενημέρωση. Όσον αφορά τον Τύπο, το 1995 η μέση ημερήσια κυκλοφορία των εφημερίδων ήταν 331 φύλλα ανά 1000 άτομα. Στις περισσότερες πόλεις εκδίδονται δύο ή και περισσότερες εφημερίδες και είναι λίγες οι πόλεις που δε διαθέτουν την ημερήσια εφημερίδα τους. Γενικότερα, η κυκλοφορία των εφημερίδων και περιοδικών στη χώρα είναι ιδιαίτερα υψηλή. Η ελευθερία του Τύπου είναι κατοχυρωμένη από το γερμανικό νόμο και δεν ασκείται κυβερνητικός έλεγχος. Σε εθνική κλίμακα κυκλοφορούν οι εφημερίδες Die Welt, Die Sόddeutsche Zeitung και Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ευρεία κυκλοφορία έχουν και οι τοπικές Stuttgarter Zeitung (εκδίδεται στη Στουτγκάρδη), Frankfurter Rundschau (στη Φρανκφούρτη), Westdeutsche Allgemeine Zeitung (στην Έση). Η κύρια έκδοση των γερμανικών εφημερίδων κυκλοφορεί το Σάββατο. Η κυριακάτικη έκδοση συμπληρώνει με λεπτομερή σχολιασμό τον ημερήσιο Τύπο. Όσον αφορά τα περιοδικά, εκτός από αυτά με εξειδικευμένο περιεχόμενο για ειδικές κατηγορίες αναγνωστών, κυκλοφορούν πολυτελή εικονογραφημένα περιοδικά γενικού ενδιαφέροντος, από τα οποία γνωστότερο είναι το Spiegel.

B. ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Δημογραφικά στοιχεία

Ο πληθυσμός της Γερμανίας, σύμφωνα με στοιχεία του 2002, είναι 83.251.851 κάτοικοι και η πυκνότητά του 233,18 άτομα ανά τ. χλμ. Πιο πυκνοκατοικημένες είναι οι αστικές περιοχές, όπου συγκεντρώνεται περίπου το 86,1 % του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Το υπόλοιπο 13,9 % του πληθυσμού κατοικεί σε αγροτικές περιοχές. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 0,26% (2002). Την ίδια χρονιά ο μέσος όρος ζωής στη χώρα ήταν 74,64 χρόνια για τους άνδρες και 81,09 για τις γυναίκες. Όσον αφορά την ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού, το 15,4% του πληθυσμού είναι μέχρι 14 ετών, το 67,6% από 15 μέχρι 64 ετών και το 17% πάνω από 64 ετών. Τέλος, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, ο πληθυσμός της Γερμανίας θα προσεγγίσει το 2010 τα 88.275.000 εκατ. κατοίκους και το 2020 τα 88.870.000 εκατ.

Μετανάστευση

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο στη Γερμανία κατέφυγαν περισσότεροι από 12.000.000 πολιτικοί πρόσφυγες και απελαθέντες από τα τότε καθεστώτα της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Ύστερα από τη διχοτόμηση του Γερμανικού κράτους το 1949, η Δυτική Γερμανία συνέχισε να δέχεται μεγάλες μάζες προσφύγων, ενώ περίπου 2.000.000 Γερμανοί της Ανατολικής Γερμανίας εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία. Επρόκειτο κυρίως για νέους ανθρώπους, με αξιόλογη πνευματική κατάρτιση, που συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη του τότε δυτικού Γερμανικού κράτους. Το ρεύμα της φυγής ήταν τόσο μεγάλο και οι συνέπειές του για την πρώην Ανατολική Γερμανία τόσο οδυνηρές, που το 1961 το κράτος προσπάθησε να το εμποδίσει, με οχυρώσεις κατά μήκος των εσωτερικών συνόρων των δύο χωρών και με το χτίσιμο του τείχους του Βερολίνου. Για τριάντα περίπου χρόνια περιορίστηκε το ρεύμα φυγής των Ανατολικογερμανών προς τη Δύση. Ωστόσο, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συνασπισμού, άρχισε και πάλι το κύμα φυγής μέσω Ουγγαρίας και Τσεχοσλοβακίας. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου (9 Νοεμβρίου 1989) και το άνοιγμα των εσωτερικών συνόρων, περίπου 345.000 Ανατολικογερμανοί πέρασαν το 1989 στη Δυτική Γερμανία, ενώ ο αριθμός αυτός αυξήθηκε μετά το 1990. Υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 άτομα, κάτοικοι της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, εγκαθίστανται κάθε χρόνο στο δυτικό τμήμα της χώρας. Η άφιξη και εγκατάσταση της νέας αυτής ομάδας μεταναστών προκαλεί ολοένα και αυξανόμενη δυσαρέσκεια στον πληθυσμό της πρώην Δυτικής Γερμανίας, κυρίως λόγω των προβλημάτων που δημιουργούνται από την αύξηση της ανεργίας και την έλλειψη στέγης. Πολλοί κατηγορούν τους μετανάστες από την πρώην Ανατολική Γερμανία για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα και απαιτούν από την κυβέρνηση να πάρει μέτρα για τον περιορισμό της εισροής μεταναστών.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα αλλοδαπών προς τη Γερμανία, οι οποίοι αρχικά θεωρήθηκαν ως "φιλοξενούμενοι" εργάτες (Gastarbeiter) και χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες της γερμανικής βιομηχανίας για πρόσθετο εργατικό δυναμικό. Σιγά σιγά όμως οι άνθρωποι αυτοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Γερμανία, όπου μετέφεραν και τις οικογένειές τους. Παράλληλα, ο αριθμός των αλλοδαπών μεταναστατών αυξανόταν διαρκώς, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της χώρας να αυξηθεί κατά 65% το χρονικό διάστημα από το 1950 ως το 1980. Σύμφωνα με στοιχεία του 1995, 7 κάτοικοι της Γερμανίας ανά 1000 είναι μετανάστες. Οι Τούρκοι ήταν και εξακολουθεί να είναι η πολυπληθέστερη ομάδα μεταναστών στη Γερμανία, ακολουθούμενοι από τους Ιταλούς, τους Έλληνες, τους Πολωνούς, τους Γιουγκοσλάβους, τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους. Οι αλλοδαποί μετανάστες δούλευαν αρχικά κάτω από άσχημες συνθήκες, αφού αναλάμβαναν τις πιο βαριές εργασίες, με χαμηλούς μισθούς και καμία μονιμότητα. Ακόμα, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες στέγασης, οργανωμένοι σε χωριστές κοινότητες σε χωριστές συνοικίες στην πόλη. Σήμερα οι συνθήκες ζωής και εργασίας των μεταναστών έχουν βελτιωθεί σημαντικά και οι ίδιοι αποτελούν τμήμα του γερανικού πληθυσμού. Ιδιαίτερα τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Γερμανία έχουν, σε πολλές περιπτώσεις, αποκτήσει γερμανική συνείδηση. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι διάφορες ομάδες μεταναστών στη Γερμανία σχετίζονται με την εμφάνιση φαινομένων ρατσιστικής συμπεριφοράς στο κοινωνικό τους περιβάλλον, που καταλήγουν συχνά σε πράξεις αποδοκιμασίας και αδικαιολόγητης βίας. Τα φαινόμενα αυτά γίνονται ιδιαίτερα έντονα και ανησυχητικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης και αύξησης της ανεργίας.

Σύνθεση πληθυσμού

Σύμφωνα με στοιχεία του 1995, ο πληθυσμός της Γερμανίας αποτελείται κατά 91,5% από γηγενείς Γερμανούς. Το υπόλοιπο ποσοστό συνιστούν οι διάφορες εθνικές μειονότητες μεταναστών και προσφύγων που ζουν στη χώρα (2,4% Τούρκοι, 0,7% Ιταλοί, 0,4% Έλληνες, 0,3% Πολωνοί και 5% διάφοροι). Στους μετανάστες συγκαταλέγονται και οι κάτοικοι της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Το μεγαλύτερο μέρος του γηγενούς πληθυσμού ανήκει στο γερμανικό έθνος, υπάρχουν ωστόσο και μειονότητες, όπως οι Βένδοι σλαβικής καταγωγής (περίπου 50.000 σε περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας) και οι Δανοί της περιοχής του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν (περίπου 30.000). Οι γηγενείς Γερμανοί κατοίκησαν στη χώρα τη ρωμαϊκή εποχή και αναμείχθηκαν φυλετικά με πληθυσμούς κελτικής, σλαβικής και λατινικής καταγωγής. Σήμερα οι Γερμανοί έχουν ενιαία εθνική ταυτότητα και συνείδηση.

Θρησκεία

Η Γερμανία είναι η πατρίδα του λουθηρανισμού. Η Μεταρρύθμιση εμφανίστηκε επίσημα το 1517 με αρχηγό τον Μαρτίνο Λούθηρο και χώρισε τους Γερμανούς σε καθολικούς και προτεστάντες (ή διαμαρτυρόμενους). Οι κάτοικοι των νότιων και δυτικών περιοχών παρέμειναν πιστοί στον καθολικισμό, ενώ αυτοί των βόρειων και ανατολικών περιοχών ασπάστηκαν τον προτεσταντισμό. Σήμερα το 34% των κατοίκων της χώρας είναι προτεστάντες και το 34% Καθολικοί. Από τους υπόλοιπους, το 15% δεν ασπάζεται κάποιο θρησκευτικό δόγμα, ενώ στη χώρα ζουν περίπου 1,5 εκατ. μουσουλμάνοι και 35.000 Εβραίοι. Στη Γερμανία υπάρχει σαφής διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων διαφόρων εκκκλησιών και εκκλησιαστικών ομάδων από αυτές της πολιτείας.

Γλώσσα

Επίσημη και κυρίαρχη γλώσσα του κράτους είναι η γερμανική, που ανήκει στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Η γερμανική γλώσσα ομιλείται επίσης στην Αυστρία και σε ένα μεγάλο τμήμα της Ελβετίας. Έχει ενιαία μορφή όσον αφορά το γραπτό λόγο (γραμματική και συντακτική δομή) αλλά εμφανίζει μεγάλη ποικιλία ομιλούμενων διαλέκτων. Η κοινή γερμανική γλώσσα προήλθε από μείξη διαλεκτικών στοιχείων των κεντρικών και νότιων περιοχών της χώρας με φωνητικά χαρακτηριστικά των βόρειων περιοχών, που είναι τα επικρατέστερα. Οι τρεις κυριότερες ομάδες γερμανικών διαλέκτων αντιστοιχούν στον τριμερή γεωγραφικό χωρισμό της χώρας στη βόρεια πεδιάδα, τα κεντρικά υψίπεδα και τις νότιες ορεινές εκτάσεις. Υπάρχουν, δηλαδή, αντίστοιχα, οι κάτω, οι κεντρικές και οι άνω διάλεκτοι. Από τις κάτω διαλέκτους, η Σουηβική είναι η πιο διαδεδομένη, ενώ η βαυαρική διακρίνεται για τις ποικίλες διαφοροποιήσεις της. Οι κεντρικές διάλεκτοι (ονομάζονται και φραγκονικές) χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για τη διαμόρφωση της σύγχρονης κοινής γερμανικής γλώσσας. Σημαντική υπήρξε η επίδραση της διαλέκτου της Θουριγγίας. Η κάτω γερμανική διάλεκτος (Plattdeutsch) ομιλείται στην περιοχή της Σαξονίας, στη βόρεια πεδιάδα. "Κλασική" ή "επίσημη" γερμανική θεωρείται η διάλεκτος της περιοχής του Ανόβερου (Hochdeutsch).

Γ. ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Πολίτευμα - Συνταγματικοί θεσμοί

Πολίτευμα της σημερινής Γερμανίας είναι η ομοσπονδιακή δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που εκλέγεται για μια πενταετία από ένα ειδικό σώμα εκλεκτόρων. Είναι ο επίσημος αντιπρόσωπος του Γερμανικού κράτους, υπογράφει όλα τα νομοθετικά διατάγματα, διορίζει τον ομοσπονδιακό καγκελάριο και τα μέλη της κυβέρνησης, δεν έχει όμως το δικαίωμα να απαλλάξει τον καγκελάριο από τα καθήκοντά του ή να διαλύσει την Ομοσπονδιακή Βουλή. Επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο ομοσπονδιακός καγκελάριος, ο οποίος εκλέγεται από την πλειοψηφία της Βουλής και είναι πάντα ο πρόεδρος του κόμματος που έχει κάθε φορά την πλειοψηφία στη Βουλή. Η Ομοσπονδιακή Βουλή έχει το δικαίωμα να απαλλάξει τον καγκελάριο από τα καθήκοντά του. Οι στενοί συνεργάτες του καγκελάριου απαρτίζουν το υπουργικό συμβούλιο, που ο αριθμός των μελών του ποικίλλει. Η Ομοσπονδιακή Βουλή (η επίσημη ονομασία της είναι Ομοσπονδιακή Δίαιτα) αποτελείται από 669 μέλη, που εκλέγονται με άμεσες γενικές εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (ή Άνω Βουλή) έχει πιο περιορισμένες δραστηριότητες από την Ομοσπονδιακή Βουλή (ή Κάτω Βουλή) και σ` αυτό αντιπροσωπέυονται με εκπροσώπους τους τα ομόσπονδα κρατίδια. Τα μέλη του διορίζονται από τις κυβερνήσεις των ομόσπονδων κρατιδίων. Καθένα από τα κρατίδια αντιπροσωπεύεται στο Συμβούλιο με 3 ως 5 μέλη. Η Βουλή ασκεί τη νομοθετική εξουσία. Η συγκατάθεση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου είναι απαραίτητη μόνο σε οικονομικά ή διοικητικά θέματα που αφορούν τα επιμέρους κρατίδια. Η ψηφοφορία στη Γερμανία δεν είναι υποχρεωτική και οι Γερμανοί πολίτες αποκτούν δικαίωμα ψήφου, όταν έχουν συμπληρώσει τα 18 τους χρόνια. Όσον αφορά τα πολιτικά κόμματα, δύο είναι αυτά που ρυθμίζουν την πολιτική σκηνή στην ενωμένη Γερμανία: η Χριστιανική Δημοκρατική Ένωση (CDU) και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD), ενώ κανένα από αυτά δεν μπορεί να πετύχει εύκολα κονοβουλευτική πλειοψηφία. Το πρώτο καταλαμβάνει τον κεντροδεξιό χώρο, ενώ το δεύτερο είναι ο διάδοχος μαρξιστικών κομμάτων. Οι χριστιανοδημοκράτες είχαν συνεχώς την πλειοψηφία στις κυβερνήσεις από το 1949 ως το 1966 και από το 1982 ως το 1997. Οι σοσιαλδημοκράτες διεύρυναν την ιδεολογική τους βάση το 1959 με την "απόφαση του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ", προσελκύοντας ψηφοφόρους και από τη μεσαία τάξη. Άλλα κόμματα με σημαντική ισχή στη Γερμανία είναι η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση, το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Δημοκρατικού Συνασπισμού και το Κόμμα των Πρασίνων.

Υγεία - Πρόνοια

Η Γερμανία διαθέτει ένα από τα αρτιότερα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης στον κόσμο, το οποίο θεμελιώθηκε τη δεκαετία του 1880 από την κυβέρνηση Μπίσμαρκ και ολοκληρώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μάλιστα, αποτελεί πρότυπο για ανάλογα συστήματα άλλων χωρών. Σύμφωνα με αυτό, η κοινωνική και ιατρική ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τις περισσότερες ομάδες εργαζομένων, ενώ οι εργοδότες αναλαμβάνουν την κάλυψη των εξόδων. Έτσι, περίπου το 90% του πληθυσμού της χώρας έχει υποχρεωτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (και οι φοιτητές). Παράλληλα, το σύστημα ιατρικής ασφάλισης και πρόνοιας καλύπτει όλες τις βασικές παροχές, όπως τη συνταξιοδότηση, την επιδότηση για ασθένεια ή ατύχημα, την προστασία της μητρότητας, τα επιδόματα παιδιών, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, όπως επίσης και τα επιδόματα σε ειδικές κατηγορίες ασφαλισμένων (ανάπηροι, αποφυλακιζόμενοι, χήρες πολέμου, ορφανά, πολύτεκνες οικογένειες, αγρότες, πολεμικές αποζημιώσεις σε θύματα της ναζιστικής πολιτικής κ.ά.). Τα τρία βασικότερα ασφαλιστικά προγράμματα αφορούν τους ανθρακωρύχους, τους εργάτες και τους υπαλλήλους. Γενικά, το όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση είναι τα 65 χρόνια για τους άνδρες και τα 60 για τις γυναίκες. Εκτός από το κρατικό σύστημα ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, στη χώρα λειτουργούν διάφοροι καλά οργανωμένοι ιδιωτικοί φορείς ασφάλισης. Το επίπεδο της δημόσιας υγείας είναι υψηλό. Τα νοσοκομεία λειτουργούν με την υποστήριξη των τοπικών δήμων, θρησκευτικών οργανώσεων ή γιατρών του ιδιωτικού τομέα. Η γερμανική κυβέρνηση διαθέτει περισσότερα κονδύλια για τον τομέα της υγείας από ό,τι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Εκπαίδευση

Σύμφωνα με στοιχεία του 1993, ο αναλφαβητισμός στη Γερμανία μόλις που αγγίει το 1%, ενώ το 100% των παιδιών εγγράφονται και φοιτούν στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία της χώρας. Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για τα παιδιά από 6 μέχρι 18 ετών και παρέχεται δωρεάν. Κάθε ομόσπονδο κρατίδιο της χώρας έχει απόλυτη αυτονομία στην εκπαιδευτική του πολιτική. Ωστόσο υπάρχει μια εθνική επιτροπή από εκπροσώπους όλων των κρατιδίων που επιδιώκει μια ομοιομορφία στα εκπαιδευτικά θέματα σε εθνική κλίμακα. Αρκετά βιβλία και υλικά σπουδών παρέχονται δωρεάν, ενώ χορηγούνται υποτροφίες με τη μορφή δανείων για τη μερική κάλυψη των αναγκών των οικονομικά ασθενέστερων μαθητών και σπουδαστών. Το εκπαιδευτικό σύστημα του Γερμανικού κράτους θεωρείται ένα από τα καλύτερα οργανωμένα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η προσχολική εκπαίδευση είναι προαιρετική. Για τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας λειτουργεί ένας μεγάλος αριθμός από δημόσια και ιδιωτικά νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς. Στο χώρο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης λειουργούν σχολεία διάρκειας τεσσάρων ή έξι ετών (Grundschulen). Τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διακρίνονται: α) σε σχολεία γενικής κατεύθυνσης (Hauptschulen), στα οποία η φοίτηση διαρκεί πέντε χρόνια και τα οποία προσανατολίζουν τους μαθητές προς την τεχνική - επαγγελματική εκπαίδευση (χωρίς να αποκλείεται η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μετά από παρακολούθηση ενός κύκλου συμπληρωματικών σπουδών). Οι περισσότεροι απόφοιτοι των σχολείων αυτών συνεχίζουν την κατάρτισή τους σε κάποιο επαγγελματικό σχολείο (Berufschule), όπου, παράλληλα με την παρακολούθηση μαθημάτων, κάνουν την επαγγελματική τους άσκηση, β) σε γυμνάσια (Gymnasien), η φοίτηση στα οποία διαρκεί εννιά ή επτά χρόνια και τα οποία προετοιμάζουν τους μαθητές για την είσοδό τους στις ανώτατες σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου τα παιδιά εισάγονται με το βαθμό του απολυτηρίου τους και χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις. Η έμφαση σε αυτού του είδους τα σχολεία δίνεται στις κλασικές σπουδές, τις σύγχρονες γλώσσες, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες και γ) σε σχολεία πρακτικής κατεύθυνσης (Realschulen), τα οποία είναι εξαετούς διάρκειας, προσανατολίζουν τα παιδιά προς τις ανώτερες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Fachschulen) και όπου τα παιδιά επαιδεύονται κυρίως για τον τομέα του εμπορίου ή τις διάφορες εργασίες γραφείου. Η ανώτερη τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται από σχολές μέσου και ανώτερου επιπέδου. Οι ανώτατες σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Γερμανία παρέχουν στους φοιτητές σπουδές υψηλού επιπέδου, τόσο σε προπτυχιακή όσο και σε μεταπτυχιακή βαθμίδα. Χάρη στο εκπαιδευτικό τους προσωπικό και την οικονομική υποστήριξη από το Γερμανικό κράτος, τα γερμανικά πανεπιστήμια φημίζονται για το εκπαιδευτικό και το ερευνητικό τους έργο σε όλους τους επιμέρους επιστημονικούς κλάδους. Κάποια από αυτά συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ευρώπης. Στις αρχές της δεκαετίας του `90 λειτουργούσαν στη Γερμανία 97 πανεπιστήμια και 200 επιστημονικά ιδρύματα πανεπιστημιακού επιπέδου. Εκτός από τα παλιά παραδοσιακά πανεπιστήμια, έχουν ιδρυθεί νέα πανεπιστημιακά ινστιτούτα, τεχνολογικά κολέγια, καλλιτεχνικά κέντρα και νέα εξειδικευμένα τεχνικά ιδρύματα, όπως το Fachhochschule, που ειδικεύεται σε μία μόνο επιστήμη. Οι σπουδές είναι δωρεάν για όλους τους φοιτητές, αν και τα τελευταία χρόνια η γερμανική κυβέρνηση συζητά την επιβολή υψηλών διδάκτρων για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών και απαιτήσεων. Στη Γερμανία υπάρχουν, σε αρκετά πανεπιστήμια, ειδικές θέσεις για μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους, που επιθυμούν να συνεχίσουν ή να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Για όλους τους υπόλοιπους που επιθυμούν μια γενικότερη μόρφωση υπάρχουν τα "Λαϊκά Πανεπιστήμια" (Volkshochschulen).

Ένοπλες δυνάμεις

Η Γερμανία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1955 και διαθέτει ισχυρή στρατιωτική δύναμη και σύγχρονο εξοπλισμό. Το 2002 το 1,38% του Α.Ε.Π. διατέθηκε για την άμυνα του κράτους, ενώ το 1997 ο συνολικός αριθμός των στρατευμένων έφτανε περίπου τις 347.100. Η στράτευση για τους άνδρες άνω των 18 ετών είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες. Οι αντιρρησίες συνείδησης, ο αριθμός των οποίων έχει διπλασιαστεί μετά την ενοποίηση, έχουν την υποχρέωση να υπηρετήσουν για 20 μήνες σε μια κοινωνική υπηρεσία. Ξεχωριστά σώματα αποτελούν η ακτοφυλακή και η φρουρά των συνόρων.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Ομόσπονδα κρατίδια

Το ενιαίο Γερμανικό κράτος αποτελείται από 16 ομόσπονδα κρατίδια: το Αμβούργο (κρατίδιο-πόλη) στα βόρεια, τη Βαβαρία στα νοτιοανατολικά, το μεγαλύτερο σε έκταση κρατίδιο της χώρας, τη Βάδη-Βυρτεμβέργη στα νοτιοδυτικά, το Βερολίνο (κρατίδιο-πόλη) στα βόρεια, πρωτεύουσα της ενιαίας Γερμανίας, τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία στα δυτικά, το πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας, το Βρανδεμβούργο στα ανατολικά, τη Βρέμη (κρατίδιο-πόλη) στα βορειοδυτικά, το μικρότερο σε έκταση και πληθυσμό κρατίδιο του Γερμανικού κράτους, την Έση στο κεντροδυτικό τμήμα της χώρας, τη Θουριγγία στο κεντροανατολικό τμήμα, την Κάτω Σαξονία στα βορειοδυτικά, το Μεκλεμβούργο-Πομερανία στα βορειοανατολικά, τη Ρηνανία-Παλατινάτο στα δυτικά, το Σάαρ στα δυτικά, τη Σαξονία στα ανατολικά, τη Σαξονία-Άνχαλτ στα βορειοδυτικά και το Σλέσβιχ-Χόλσταϊν στα βόρεια.

Πρωτεύουσα-Πόλεις

Μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Γερμανίας είναι το Βερολίνο (3.475.392 κάτ.), πρωτεύουσα του ενιαίου Γερμανικού κράτους και του ομώνυμου ομόσπονδου κρατιδίου. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου η πόλη είχε χωριστεί σε δύο τμήματα, από τα οποία το ένα ανήκε πολιτικά στη Δυτική και το άλλο στην Ανατολική Γερμανία. Σύμβολο της διάσπασης ήταν το τείχος του Βερολίνου, που αποτελούσε το όριο ανάμεσα στα δύο τμήματα. Μετά το γκρέμισμα του τείχους και την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990, το Βερολίνο αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά, εμπορικά, πολιτιστικά και συγκοινωνιακά κέντρα της χώρας και της Ευρώπης.

Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του γερμανικού κράτους είναι το Αμβούργο (1.702.887 κάτ.), πρωτεύουσα του ομώνυμου ομόσπονδου κρατιδίου. Χτισμένο στις εκβολές του ποταμού Έλβα στη Βόρεια θάλασσα, είναι το σπουδαιότερο εμπορικό λιμάνι της χώρας και το μεγαλύτερο της Ευρώπης.

Τρίτη σε πληθυσμό πόλη της Γερμανίας είναι το Μόναχο (1.255.623 κάτ.), πρωτεύουσα του κρατιδίου της Βαβαρίας, σημαντικό βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο.

Άλλες σημαντικές μεγαλουπόλεις είναι η Κολονία (955.500 κάτ.), αξιόλογο λιμάνι στο Ρήνο, όπου λειτουργεί ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της χώρας, η Φρανκφούρτη στον ποταμό Μάιν (648.800 κάτ.), σημαντικότατο κέντρο για τις αερομεταφορές, το Έσσεν (628.670 κάτ.), κέντρο της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ, το Ντόρτμουντ (610.000 κάτ.), η Στουτγκάρδη (582.900 κάτ.), σπουδαίο βιομηχανικό κέντρο αλλά και διεθνούς φήμης κέντρο κλασικού χορού, το Ντύσελντορφ (577.780 κάτ.), στις όχθες του Ρήνου, η Βρέμη (553.450 κάτ.), πόλη-κρατίδιο, το Ντούισμπουργκ (538.000 κάτ.), στην περιοχή του Ρουρ, το Ανόβερο (516.450 κάτ.), πόλη με σημαντική ιστορία, η Λιψία (514. 890 κάτ.), με αξιόλογο πανεπιστήμιο και πλούσια πνευματική ζωή, η Νυρεμβέργη (496.000 κάτ.), με εντυπωσιακά μεσαιωνικά μνημεία, η Δρέσδη (493.720 κάτ.), με κτίσματα θαυμαστά για την αρχιτεκτονική τους, το Μπόχουμ (491.000 κάτ.), με το γνωστό αστεροσκοπείο του, το Βούπερταλ (386.840 κάτ.), η βιομηχανική πόλη Μπίλεφελντ (323.000 κάτ.), το Μάνχαϊμ (317.610 κάτ.), με πλούσια μουσική ζωή, η Χάλη (314.580 κάτ.), η Βόννη (296.800 κάτ.), πρωτεύουσα της πρώην Δυτικής Γερμανίας και σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της χώρας, με πολλά και αξιόλογα μουσεία κ.ά.

III. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λογοτεχνία

Καλές Τέχνες

Λογοτεχνία

Από τις αρχές μέχρι το 17ο αιώνα

Από την παλαιότερη γερμανική γλώσσα, τα γοτθικά, έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα από μια μετάφραση της Βίβλου από τον Ουλφίλα, έναν Γότθο επίσκοπο. Έχει γραφτεί τον 4ο αιώνα και παρουσιάζει περισσότερο γλωσσικό παρά λογοτεχνικό ενδιαφέρον.

Οι απαρχές της γερμανικής λογοτεχνίας ανάγονται στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα, πριν από τη διάδοση του χριστιανισμού. Τα έργα της εποχής αυτής είναι κυρίως ύμνοι σχετικοί με διάφορες παγανιστικές τελετές, εγκώμια για ηγεμόνες και ηρωικά άσματα, που διαδόθηκαν με την προφορική παράδοση. Από την ποίηση αυτή σώθηκε μόνο το "άσμα του Χίλντεμπραντ", που καταγράφτηκε στις αρχές του 9ου αιώνα από δύο μοναχούς, όπως επίσης και αποσπάσματα από μαγικές επωδούς. Κατά την περίοδο της διάδοσης του χριστιανισμού στη Γερμανία, τα πρώτα κείμενα στόχευαν στη διάδοση της νέας θρησκείας και ήταν γραμμένα κυρίως από μοναχούς στα λατινικά. Καθόλη αυτή τη χρονική περίοδο η ομιλούμενη γλώσσα χρησιμοποιείται κάποιες φορές ως μέσο λογοτεχνικής έκφρασης, όμως οι μορφωμένοι γράφουν στα λατινικά.

Γύρω στο 1170 άνθησε η μεσαιωνική γερμανική ποίηση, την εποχή που η Γερμανική αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της. Χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι ότι οι ιππότες - ποιητές αντικατέστησαν τους μοναχούς - ποιητές. Οι ποιητές ανήκαν στον κύκλο των ιπποτών και τα έργα τους, κυρίως επικά άσματα, αντικατόπτριζαν το αυλικό ήθος και τα ιδανικά της ιπποσύνης (τιθάσευση των παθών, θάρρος και ευθύτητα στον αγώνα, γενναιοδωρία και ευσπλαχνία προς τους φτωχούς). Ο πρώτος δημιουργός ιπποτικών επών υπήρξε ο Χάρτμαν φον Άουε, με τα έργα "Έρεκ" και "Ιβάν". Ένας άλλος ιππότης, ο Βόλφραμ φον Έχενμπαχ, συνέθεσε το έπος "Πάρσιφαλ" (1200-1210), στο οποίο εξιστορείται με τον καλύτερο τρόπο η ιπποτική ζωή και το οποίο διακρίνεται από βαθύτατη θρησκευτικότητα. Το επικό έργο "Άσμα των Νιμπελούγκεν" γράφτηκε γύρω στο 1200 και βασίζεται σε πολλά παλαιότερα άσματα. Το έργο "Τριστάνος και Ιζόλδη", γραμμένο περίπου το 1210, περιστρέφεται γύρω από τη δύναμη του έρωτα. Ιδιαίτερη διάδοση είχε επίσης το είδος που ονομαζόταν Minnesang (ή Minnelieder), ερωτικά τραγούδια των ιπποτών του Μεσαίωνα. Οι δημιουργοί τους ήταν κατώτεροι αυλικοί, που είτε ζούσαν ως ποιητές σε αυλές ισχυρών ηγεμόνων ή διέσχιζαν ως τροβαδούροι τη Γερμανία. Γύρω στο 1220 η περίοδος της ιπποτικο-αυλικής ποίησης είχε φτάσει στο τέλος της. Στη συνέχεια η αστική τάξη πήρε στα χέρια της τόσο την πολιτική εξουσία όσο και τη λογοτεχνία. Η περίοδος από το 1300 ως το 1500 υπήρξε περίοδος αναθεώρησης της κοσμοθεωρίας του Μεσαίωνα, ενώ σημαντική εξέλιξη ήταν η γέννηση του αστικού πολιτισμού των πόλεων.

Το 15ο αιώνα η νέα πνευματική δύναμη στην Ευρώπη ήταν η Αναγέννηση, που στη Γερμανία εκφράστηκε με τον ουμανισμό. Μια από τις πρώτες μαρτυρίες της νέας αντίληψης για τον κόσμο είναι το έργο "Ο χωριάτης από τη Βοημία", του Γιοχάνες φον Τεπλ, γραμμένο λίγο μετά το 1400. Ο ουμανισμός στη Γερμανία άρχισε να διαδίδεται μετά το 1450 και μέχρι το 1480 οι Γερμανοί ουμανιστές αντλούσαν την έμπνευσή τους από την Ιταλία, μεταφράζοντας λατινικά και ιταλικά έργα. Μετά το 1480 διάφοροι Γερμανοί ουμανιστές γράφουν στα λατινικά με έντονο πολιτικό και πατριωτικό ύφος, ενώ παρατηρείται ένα ζωηρό ενδιαφέρον για τη γερμανική ιστορία. Την εποχή αυτή (1453-56) εκδόθηκε η Βίβλος από τον Γουτεμβέργιο. Στο θρησκευτικό πεδίο ο ουμανισμός εκφράστηκε με το κίνημα της Μεταρρύθμισης, στο πρόσωπο κυρίως του Μαρτίνου Λούθηρου (1483-1546) και οδήγησε στην ίδρυση της Προτεσταντικής Εκκλησίας. Η Μεταρρύθμιση επηρέασε βαθιά τη ζωή στη Γερμανία και άφησε ελάχιστα περιθώρια για καθαρά αισθητικές μελέτες. Ο Λούθηρος, από το 1521 ως το 1534, εργάστηκε για τη μετάφραση της Βίβλου στα γερμανικά, ενός έργου με θεμελιώδη σημασία για τη διαμόρφωση της γερμανικής γλώσσας και άσκησε επίδραση και στη γερμανική λογοτεχνία. Μια σημαντική καμπή σημειώθηκε μετά το 1520, όταν η ομιλούμενη γερμανική γλώσσα άρχισε σιγά σιγά ν` αντικαθιστά τα λατινικά. Εκτός από τον Λούθηρο, ο πιο αντιπροσωπευτικός συγγραφέας του 16ου αιώνα στη Γερμανία υπήρξε ο Χανς Ζακς, από τους μεγαλύτερους αρχιτραγουδιστές (Meistersingers).

Ο 17ος αιώνας ήταν η εποχή του μπαρόκ στη Γερμανία. Στη λογοτεχνία αντικατοπτρίζονται οι θρησκευτικές συγκρούσεις, οι πολιτικές και κοινωνικές ταραχές της εποχής, κυρίως κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς πολέμου (1618 - 1638). Σημαντικότεροι ποιητές της εποχή θεωρούνται ο Πάουλ Φλέμινγκ, ο Αντρέας Γκρύφιους, ο Φίλιπ φον Τσέζεν, ο Πάουλ Γκέρχαρτ.

Ο 18ος αιώνας: η περίοδος του Διαφωτισμού

Από το 1700 ως το 1770

Τα πρώτα πενήντα χρόνια του 18ου αιώνα στη γερμανική πνευματική ζωή κυριάρχησαν οι ιδέες του Διαφωτισμού, ο οποίος βρήκε την ολοκληρωμένη έκφρασή του κυρίως στα έργα του Λέσσινγκ και του Καντ. Τα θεμέλια του ορθολογισμού είχαν ήδη τεθεί από τον Γκότφριντ Λάιμπνιτς, τον πρώτο μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο. Ο Γκότσεντ διατύπωσε αρχές για την κριτική της λογοτεχνίας πάνω σε νέες βάσεις και ο Κλόπστοκ με το μυθιστόρημά του "Ο Μεσσίας" υπήρξε ο πρώτος εμπνευσμένος συγγραφέας της σύγχρονης Γερμανίας. Ο Γκότχολντ Εφραίμ Λέσσινγκ (1729-1781) υπήρξε δραματουργός, θεωρητικός της λογοτεχνίας, κριτικός της θρησκείας και γενικά μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του γερμανικού Διαφωτισμού. Αποσκοπώντας στην αναγέννηση του γερμανικού θεάτρου, στράφηκε περισσότερο στο αγγλικό παρά στο γαλλικό θέατρο. Από τα θεατρικά του ξεχωρίζουν τα "Μις Σάρα Σάμσον", "Μίνα φον Μπάρνελμ", "Εμίλια Γκαλότι". Το έργο του "Νάθαν ο σοφός" αποτελεί τον πρόδρομο του κλασικισμού της Βαϊμάρης. Τα θεωρητικά έργα του ανύψωσαν την κριτική σε κύριο θέμα της γερμανικής λογοτεχνικής παραγωγής. Ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744-1803) ήταν ποιητής και θεωρητικός της λογοτεχνίας. Τα πρώτα κριτικά του κείμενα ανήκουν στη λογοτεχνία του Διαφωτισμού, ενώ τα ωριμότερα θεωρητικά του έργα και τα ποιήματά του προβάλλουν νέες αντιλήψεις, έτσι ώστε να θεωρείται ο πρόδρομος του κινήματος "Θύελλα και Ορμή". Ο Ιμάνουελ Καντ (1724-1804) θεωρείται από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα σημαντικότερα έργα του είναι η "Κριτική του Καθαρού Λόγου" (1781), η "Κριτική του Πρακτικού Λόγου" και η "Κριτική της Δύναμης της Κρίσης" (1790). Η θεωρία των ιδεών του Καντ άσκησε επίδραση στην μετέπειτα φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Καντ επηρέασε επίσης πολλούς ποιητές, ο σπουδαιότερος από τους οποίους ήταν ο Σίλερ.

Από το 1770 μέχρι το 1840: η εποχή του Γκαίτε

Νεοκλασικισμός. Ρομαντισμός.

Γύρω στο 1770 ξεκίνησε στη Γερμανία η αντίδραση κατά του Διαφωτισμού. Τα έτη 1770-1785 κυριάρχησε στη χώρα ένα λογοτεχνικό κίνημα που ονομάστηκε "Θύελλα και Ορμή" (Sturm und Drang), με κυριότερους εκπροσώπους, στα νεανικά τους έργα, τον Γκαίτε (με το δράμα "Γκετς φον Μπερλίχινγκεν" και το μυθιστόρημα "Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου") και τον Σίλερ (με το θεατρικό "Οι κλέφτες"). Το κίνημα αυτό έδινε έμφαση στο συναίσθημα, στη φαντασία, στο ένστικτο, στην παρόρμηση, στην επαφή του ανθρώπου με τη φύση. Τα έργα του Ρουσώ και του πρόσφατα μεταφρασμένου Σαίξπηρ ασκούν σημαντική επίδραση. Η Γερμανία χρωστά στο κίνημα "Θύελλα και Ορμή" τη δημιουργία του εθνικού της θεάτρου, αφού εκείνα τα χρόνια ιδρύθηκαν μόνιμα θέατρα στις πόλεις Αμβούργο, Μάνχαϊμ και Γκότα. Το 1785 εγκαινιάστηκε, με τα ώριμα έργα των Γκαίτε και Σίλερ, η εποχή του γερμανικού νεοκλασικισμού, που θεωρείται από τις σημαντικότερες περιόδους στην ιστορία της γερμανικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο γερμανικός νεοκλασικισμός επιζήτησε να συμβιβάσει τη νόηση με το συναίσθημα. Η τέχνη αποκτούσε μορφωτικό χαρακτήρα και η αισθητική διαπαιδαγώγηση έγινε ένας από τους κύριους στόχους των συγγραφέων του νεοκλασικισμού. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα άρχισε να διαδίδεται στη Γερμανία μια νέα αντίληψη για τη λογοτεχνία, που ήρθε σε αντίθεση με τον νεοκλασικισμό και δημιούργησε τη θεωρητική βάση για το κίνημα του ρομαντισμού. Ο λογοτέχνες του ρομαντισμού εμπνέονταν από το συναίσθημα, την προαίσθηση, το όνειρο, την τάση προς το μυστήριο, το τρομερό, το παράδοξο. Το υποσυνείδητο και το υπερφυσικό έγιναν αντικείμενα μελέτης.

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε (1749 - 1832) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη γερμανική πόλη Βαϊμάρη. Στα νιάτα του δέχτηκε την επίδραση του κινήματος "Θύελλα και Ορμή", ενώ τα ώριμα έργα του εξέφραζαν τις ιδέες και τα ιδανικά του νεοκλασικισμού. Στη Βαϊμάρη, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του τοπικού αυλικού θεάτρου, συνδέθηκε φιλικά με τον Σίλερ. Από τα ωραιότερα έργα του θεωρούνται τα δράματά του "Ιφιγένεια εν Ταύροις" και "Τορκουάτο Τάσσο", όπως επίσης το μυθιστόρημά του "Έτη μαθητείας του Γουλιέλμου Μάιστερ" και το δραματικό του ποίημα "Φάουστ". Το τελευταίο θεωρείται από πολλούς η μεγαλύτερη συμβολή της Γερμανίας στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Φρίντριχ Σίλερ (1759-1805) διακρίθηκε κυρίως για τα δραματικά και τα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά του δοκίμια. Στα πρώιμα έργα του επηρεάστηκε, όπως και ο Γκαίτε, από το κίνημα "Θύελλα και Ορμή". Αργότερα τα έργα του απηχούν τις αισθητικές αντιλήψεις του κλασικισμού. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι τα θεατρικά "Βάλενσταϊν", "Μαρία Στιούαρτ", "Η παρθένα της Ορλεάνης", "Γουλιέλμος Τέλλος" και τα φιλοσοφικά του δοκίμια "Περί της αισθητικής αγωγής του ανθρώπου" και "Περί απλοϊκής και συναισθηματικής ποίησης". Ο Σίλερ έζησε αρκετά χρόνια στη Βαϊμάρη, όπου είχε την ευκαιρία να συνδεθεί με τον Γκαίτε. Χάρη στον Γκαίτε και στον Σίλερ, η πόλη της Βαϊμάρης έγινε τα χρόνια αυτά το πνευματικό κέντρο του γερμανικού κλασικισμού.

Οι θεωρητικές βάσεις του ρομαντικού κινήματος στη Γερμανία τέθηκαν από τους αδελφούς Άουγκουστ Βίλχελμ και Φρίντριχ φον Σλέγκελ. Ο Νοβάλις (Φρίντριχ φον Χάρντενμπεργκ, 1772 - 1801) υπήρξε με τα μυθιστορήματά του ο σπουδαιότερος συγγραφέας του πρώιμου ρομαντισμού. Σ` αυτό το πρώιμο στάδιο ανήκει και ο Φρίντριχ Χέλντερλιν, ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της Γερμανίας και συγγραφέας του μυθιστορήματος "Υπερίων". Από το 1806 άρχισε η δεύτερη περίοδος του γερμανικού ρομαντισμού στη Χαϊδελβέργη. Η επίδραση των συγγραφέων της περιόδου αυτής είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού τότε αρχίζει η μελέτη της γερμανικής φιλολογίας και της μεσαιωνικής λογοτεχνίας. Την εποχή αυτή έζησε ο Χάινριχ φον Κλάιστ (1777 - 1811), που μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους δραματουργούς της Γερμανίας. Το έργο του επηρεάζεται σε ένα βαθμό από το ρομαντισμό, όμως φέρει κυρίως τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του. Σημαντικά είναι τα θεατρικά του "Αμφιτρύων", "Η σπασμένη στάμνα", "Πενθεσίλεια", "Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ". Τέλος, ο Γιόζεφ φον Άιχεντορφ (1788-1857) είναι, με τα ποιήματά του και τ` αφηγηματικά του έργα, ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους του όψιμου γερμανικού ρομαντισμού, όπως επίσης και ο δραματουργός Φραντς Γκριλπάρτσερ.

Ο 19ος αιώνας - Ποιητικός Ρεαλισμός - Νατουραλισμός

Με το θάνατο του Γκαίτε το 1832 τελειώνει η εποχή του κλασικισμού και του ρομαντισμού στη Γερμανία. Τα χρόνια που ακολούθησαν οι φιλόσοφοι, οι επιστήμονες, οι πολιτικοί και όχι οι ποιητές ήταν αυτοί που διαμόρφωναν το πνεύμα του αιώνα. Την εποχή αυτή οι φυσικές επιστήμες αναπτύχθηκαν σημαντικά, ενώ μια ομάδα νέων συγγραφέων με το όνομα "Νέα Γερμανία" άρχισε να γράφει και να εκδίδει πολιτικά και κοινωνικά κείμενα. Το 1848 εκδόθηκε το "Κομουνιστικό Μανιφέστο" των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Έγκελς, που καλούσε σε επανάσταση τη νεοανερχόμενη εργατική τάξη. Η λογοτεχνική δημιουργία το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα χαρακτηρίστηκε ως λογοτεχνία του ρεαλισμού. Ωστόσο οι λογοτέχνες απεικονίζουν μόνο ως ένα σημείο την πραγματικότητα και τις κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής αλλά επικεντρώνονται στα προβλήματα της ατομικής ζωής. Στα τέλη του αιώνα διαδόθηκε ο νατουραλισμός στη λογοτεχνία, ως μια μορφή ακραίου ρεαλισμού. Βασικό χαρακτηριστικό του κινήματος στη Γερμανία ήταν η επιστημονική αντικειμενικότητα και κύριο πρότυπο υπήρξε το έργο του Γάλλου συγγραφέα Εμίλ Ζολά.

Ο ποιητής Χάινριχ Χάινε (1797 - 1856) ανήκε στο κίνημα της "Νέας Γερμανίας" και πολέμησε με ιδιαίτερη ένταση το ρομαντισμό. Τόσο τα δημοσιογραφικά του κείμενα όσο και οι ποιητικές του συνθέσεις πραγματεύονται σύγχρονα πολιτικά θέματα. Η πιο εύστοχη πολιτική του σάτιρα είναι ένα έπος σε στίχους, "Γερμανία: ένα χειμωνιάτικο παραμύθι". Το 1835 τα κείμενά του απαγορεύτηκαν στη Γερμανία. Ο Γκέοργκ Μπύχνερ (1813-1837) εκφράζει στα έργα του την απαισιοδοξία του για την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στις ιστορικές και κοινωνικές δυνάμεις και την ανάγκη για ριζική αλλαγή των πολιτικών δεδομένων. Ο Έντουαρντ Μέρικε (1804 - 1875) θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής του 19ου αιώνα μετά τον Γκαίτε. Στα ποιήματά του απαντούν πολλά ρομαντικά στοιχεία. Ο Γκότφριντ Κέλερ (1819-1890) έγραψε κυρίως αφηγήματα. Ο Τέοντορ Στορμ (1817-1888) στα διηγήματά του επικέντρωσε την προσοχή του στην εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του έχει το τελευταίο του διήγημα "Ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο". Ο Καρλ Μαρξ σπούδασε πολιτικές επιστήμες, φιλοσοφία και ιστορία. Το σημαντικότερο φιλοσοφικό και επιστημονικό του έργο είναι "Το κεφάλαιο", ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε στα αγγλικά το 1856 και η έκδοσή του ολοκληρώθηκε το 1894. Ο Φερντινάντ Λασάλ (1825-1864) υπήρξε με τα έργα του ο θεμελιωτής του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος στη Γερμανία. Ο ποιητής Γιόχαν Πέτερ Χέμπελ (1760-1826) είναι ο ιδρυτής της νοτιογερμανικής διαλεκτικής λογοτεχνίας. Την ίδια εποχή ο φυσιοδίφης Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (1769 - 1859) έδωσε μεγάλη ώθηση στις φυσικές επιστήμες. Στα θεατρικά έργα του Φρίντριχ Χέμπελ ο ποιητικός ρεαλισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του. Ο Τεοντόρ Φοντάνε (1819-1898) είναι ο μόνος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα που το έργο του θεωρείται η πιο άμεση αντανάκλαση του ρεαλισμού. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι τα μυθιστορήματα που έγραψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στα οποία αντλεί τα θέματά του από τη βερολινέζικη κοινωνία της εποχής του (π.χ. στο "Στέχλιν"). Ο Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900) θεωρείται ένας από τους προδρόμους της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Σημαντικό υπήρξε το έργο του "Η γένεση της τραγωδίας". Χαρακτηριστική ήταν η εμμονή του στην ανάγκη ν` απελευθερωθεί ο άνθρωπος από τα δεσμά της συμβατικής χριστιανικής ηθικής. Ο Γκέρχαρντ Χάουπτμαν (1862 - 1946) θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του γερμανικού νατουραλισμού. Στα δράματά του, όπως π.χ. στους "Υφαντές", περιγράφει με ανθρώπινη συμπάθεια τη δυστυχία των προλεταριακών μαζών.

Ο 20ός αιώνας - Συμβολισμός - Εξπρεσιονισμός

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα απαντούν πλήθος θεμάτων και μορφών στη γερμανική λογοτεχνία. Οι συγγραφείς αναζήτησαν καινούργιους εκφραστικούς τρόπους. Στις αρχές του αιώνα, ανάμεσα στα χρόνια 1910 και 1920, έκανε την εμφάνισή του το κίνημα του εξπρεσιονισμού. Οι λογοτέχνες που ενστερνίστηκαν τις αρχές του στήριζαν τη δημιουργία τους σε ιδεαλιστική, αφαιρετική βάση, αφού ο εξπρεσιονισμός ενδιαφερόταν περισσότερο για τη βαθύτερη σημασία των πραγμάτων και όχι για την εξωτερική τους μορφή. Παράλληλα με το κίνημα του εξπρεσιονισμού εμφανίστηκαν και άλλοι λογοτέχνες, που προσπάθησαν να συλλάβουν και να ερμηνεύσουν με ποικίλους ατομικούς τρόπους τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η ίδρυση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κράτους του 1933 σήμανε ένα τέλος για τη γερμανική λογοτεχνία, αφού όλοι σχεδόν οι σημαντικοί Γερμανοί ποιητές και πεζογράφοι εγκατέλειψαν τον τόπο τους, με αποτέλεσμα το γεγονός ότι πολλά από τα σπουδαιότερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα γράφτηκαν στο εξωτερικό.

Ο Αυστριακός Ούγκο φον Χόφμανσταλ (1874 - 1929) έγραψε έργα που διακρίνονται για τη λεπτή γλωσσική τέχνη τους. Κατά τη δεύτερη φάση της δημιουργίας του στράφηκε προς το θέατρο και την όπερα. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942) συνέθεσε, εκτός από τα πολυάριθμα δοκίμια και τα μικρότερα αφηγηματικά του έργα, ένα επιβλητικό μυθιστόρημα, τον "Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες". Γι` αυτό το έργο, που έμεινε ανολοκλήρωτο, ο Μούζιλ εργάστηκε σ` όλη του τη ζωή. Δημοσιεύτηκε τμηματικά το 1930, 1933, 1943 και 1952. Το έργο περιέχει λίγη δράση αλλά αφθονία σκέψεων. Ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση του έργου είναι η σατιρική, ειρωνική διάθεση του συγγραφέα. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, όπως και οι περισσότεροι ποιητές της εποχής του, ανήκει στους εκπροσώπους του συμβολισμού. Θεωρείται, λόγω της μελωδικότητας του στίχου του, ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της Γερμανίας. Σημαντικά είναι τα έργα του: "Βιβλίο των ωρών", "Νέα Ποιήματα", "Ελεγείες του Ντουίνο", "Σονέτα του Ορφέα", "Γράμματα σ` ένα νέο ποιητή". Ο συμβολισμός επηρέασε και πεζογράφους και κυρίως τον Τόμας Μαν. Ο Τόμας Μαν (1875 - 1955) υπήρξε για πολλούς ο μεγαλύτερος Γερμανός συγγραφέας του 20ού αιώνα. Πλούτισε τη ρεαλιστική - ψυχολογική παράδοση του μυθιστορήματος με στοιχεία ειρωνείας και αμφισημίας. Κεντρικό θέμα πολλών έργων του είναι η αντίθεση του καλλιτέχνη και της αστικής κοινωνίας στην οποία ζει. Σημαντικότερα έργα του θεωρούνται τα μυθιστορήματά του "Μπούντενμπρουκς", "Το μαγικό βουνό", "Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί του", "Δόκτωρ Φάουστους". Ο Χέρμαν Έσε στα μυθιστορήματά του (όπως π.χ. στο έργο του "Ο λύκος της στέπας") επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στον πνευματικό αγώνα του ανθρώπου. Ο Χάινριχ Μαν, αδερφός του Τόμας Μαν, στα μυθιστορήματά του καταγγέλλει τις πολιτικές και κοινωνικές καταχρήσεις.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του εξπρεσιονισμού στην ποίηση ήταν ο Ερνστ Στάντλερ, ο Γκέοργκ Χάιμ, ο Γκέοργκ Τρακλ, ο Γκότφριντ Μπεν. Ο Γερμανοεβραίος Φραντς Κάφκα (1883-1924) έζησε στην Πράγα. Πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία έχουν περάσει στα έργα του (τρία ανολοκλήρωτα μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα), και προπάντων το συναίσθημα της απομόνωσης και της μοναξιάς. Τα έργα του θεωρούνται από τα σημαντικότερα του αιώνα, αφού αντικατοπτρίζουν με μια νέα και ιδιόρρυθμη μορφή ουσιώδη προβλήματα και αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του είναι "Το κάστρο", "Η δίκη" και "Η μεταμόρφωση".

Μετά το 1918 ο εξπρεσιονισμός έδωσε τη θέση του στον κοινωνικό ρεαλισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Άρνολντ Τσβάιχ, τον Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, τον Χανς Φάλαντα, τον Έριχ Κέστνερ. Ο Άλφρεντ Ντέμπλιν (1878 - 1957) με τα μυθιστορήματά του υπήρξε ένας σπουδαίος πρωτοπόρος και εκπρόσωπος του σύγχρονου μυθιστορήματος. Το πιο γνωστό του έργο είναι το μυθιστόρημα "Βερολίνο, Αλεξάντερπλατς".

Η μεταπολεμική λογοτεχνία

Ο Πάουλ Τσέλαν υπήρξε ένας σημαντικός ποιητής, που εμφανίστηκε μετά το 1945 και ήταν επηρεασμένος από τον εξπρεσιονισμό. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) θεωρείται από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το δραματικό του έργο, που συνοδεύεται από πολυάριθμα θεωρητικά κείμενα, συνδυάζει την υψηλή τέχνη με τον ιστορικοπολιτικό προβληματισμό. Ο Μπρεχτ εφάρμοσε νέες ιδέες και τεχνικές στην θεατρική πράξη. Εισήγαγε την έννοια της "αποστασιοποίησης", σύμφωνα με την οποία ο θεατής ενός θεατρικού έργου δεν αποτελεί παθητικό αποδέκτη όσων συμβαίνουν στη σκηνή, αλλά παρεμβαίνει με τη δική του σκέψη στη διαδικασία, στο "παιχνίδι" της παράστασης, έτσι ώστε ν` αναιρείται η θεατρική ψευδαίσθηση. Ο Μπρεχτ χρησιμοποίησε συχνά για το έργο του το χαρακτηρισμό "επικό θέατρο". Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του είναι "Ο κύκλος με την κιμωλία", "Η μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της", "Ο καλός άνθρωπος από το Σετσουάν", "Η ζωή του Γαλιλαίου". Τα περισσότερα από τα έργα του ανεβάστηκαν στο Βερολίνο, από τον περίφημο θίασο Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Από τους Γερμανούς θεατρικούς συγγραφείς που ακολούθησαν τις αρχές του Μπρεχτ και έγραψαν πολιτικό θέατρο ξεχωρίζουν τα έργα των Πέτερ Βάις και Γκίντερ Γκρας. Τα έργα του Βάις απηχούν τις αριστερές απόψεις του συγγραφέα τους. Ο Γκρας υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και μυθιστοριογράφος. Στα μυθιστορήματά του "Τενεκεδένιο τύμπανο" και "Σκυλίσια χρόνια" σατιρίζει τον παραλογισμό της ανθρώπινης ζωής. Ο Γκρας ανήκε, εξάλλου, στη λεγόμενη "ομάδα του 1947", στην οποία ανήκαν επίσης διακεκριμένοι συγγραφείς, όπως ο Ίγκεμπορ Μπάχμαν και ο Χάινριχ Μπελ. Ο Μπελ το 1972 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας (από τα πιο γνωστά του έργα είναι το "Αφύλαχτο σπίτι", "Γνωριμία με τη νύχτα" και "Κλόουν").

Από τους συγγραφείς της νεότερης γενιάς ιδιαίτερη επιτυχία τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό έχει το έργο του μυθιστοριογράφου Μπέρνχαρτ Σλινκ (γενν. 1944). Έργα του είναι "Ο γόρδιος φιόγκος", "Η απάτη του Ζελπ" και "Διαβάζοντας στη Χάνα".

Καλές τέχνες

Μουσική

Οι μελετητές υποστηρίζουν πως η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των αρχαίων γερμανικών φύλων και ήταν απαραίτητη στις πολεμικές εκστρατείες. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, κυρίως κατά το 12ο και 13ο αι., μεγάλη ήταν η φήμη των τραγουδιστών των ερωτικών λαϊκών τραγουδιών Minnenlieder. Στις αρχές του 14ου αι. έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι επαγγελματίες μουσικοί και οι λεγόμενοι "αρχιτραγουδιστές" (Meistersingers). Ο πιο γνωστός από αυτούς υπήρξε ο Χανς Ζακς, που έζησε το 16ο αι. Από το 14ο αι. σώζονται οι πρώτες συλλογές πολυφωνικών τραγουδιών. Κατά τη διάρκεια του 15ου και 16ου αι. επικράτησε η θρησκευτική μουσική, γραμμένη για εκκλησιαστικό όργανο. Το 16ο αι. η Μεταρρύθμιση αναμόρφωσε τη λειτουργία, ενώ ο Λούθηρος εισήγαγε το απλό χορωδιακό τραγούδι. Το 17ο αι., την εποχή του μπαρόκ, Γερμανοί συνθέτες όπως ο Γιόχαν Γιάκοπ Φρόμπεργκερ (1616-1667), ο Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν (1681-1767), και ο Γιόχαν Άντολφ Χάσε (1699-1783) δημιούρησαν ένα "γερμανικό" ύφος, μια "σχολή" πολυφωνικής μπαρόκ μουσικής.

Στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αι. κυριάρχησε η μορφή του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750), που καλλιέργησε όλα τα μουσικά είδη εκτός από όπερα. Ο Μπαχ με τη μουσική του σημείωσε το τέλος της Αναγέννησης και την αρχή μιας νέας εποχής. Καλλιέργησε ιδιαίτερα την εκκλησιαστική μουσική και έθεσε τις αρχές της πολυφωνίας. Σύγχρονός του ήταν ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (1685-1759), που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία και με το έργο του προήγαγε τα μουσικά είδη της όπερας και του ορατορίου. Οι γιοι του Μπαχ, επίσης μουσικοί, Καρλ Φίλιπ Ιμάνουελ (1714-1788) και Βίλχελμ Κρίστιαν (1710-1784), θεωρήθηκαν πρόδρομοι του ρομαντισμού και των κύριων εκπροσώπων της λεγόμενης "σχολής της Βιάννης" Χάυντν και Μότσαρτ. Ο τρίτος γιος του Μπαχ, Γιόχαν Κρίστιαν, επινόησε πιθανότατα το κοντσέρτο για πιάνο. Την ίδια εποχή ξεχώρισε μια άλλη ομάδα μουσικών από τη Βοημία, που εκπροσωπούσαν τη "σχολή του Μάνχαϊμ" και συνδέονταν με τη μουσική παράδοση της Τσεχοσλοβακίας. Ο μεγαλύτερος συνθέτης του 18ου αι. υπήρξε ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770-1827), που επηρέασε με καταλυτικό τρόπο τη μεταγενέστερη γερμανική και παγκόσμια μουσική περνώντας από τον κλασικισμό των Αυστριακών Μότσαρτ και Σούμπερτ σε νεότερες μουσικές φόρμες. Υπήρξε πρωτοπόρος στη συμφωνική μουσική. Το 19ο αι. κυριάρχησαν οι ρομαντικοί, με σπουδαιότερους εκπροσώπους τον Καρλ Μαρία φον Βέμπερ (1786-1826), που έβαλε τα θεμέλια της γερμανικής ρομαντικής όπερας, τον Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντι (1809-1847), που αναβίωσε τη μουσική του Μπαχ, τον Ρόμπερτ Σούμαν (1820-1856), τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του ρομαντισμού, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μουσική για πιάνο, και τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Ο Βάγκνερ υπήρξε ένα ιδιοφυές πνεύμα και ανανέωσε με τις καινοτομίες του το είδος της όπερας. Καινοτόμος, κατάργησε διάφορες μουσικές φόρμες και δημιούργησε εκτενείς μουσικές συνθέσεις. Σύγχρονός του ήταν ο Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897), που ακολούθησε την κλασική μουσική παράδοση του Μπετόβεν και άλλων κλασικών, ανανεώνοντας ωστόσο τις παραδεδομένες φόρμες.

Στις αρχές του 20ού αι. επικράτησαν δύο τάσεις: η μία ακολούθησε τις αρχές του Βάγκνερ και η άλλη αυτές του Μπραμς. Κυριότεροι εκπρόσωποι της πρώτης τάσης υπήρξαν ο Ρίχαρντ Στράους (1864-1949), που διακρίθηκε κυρίως στα συμφωνικά ποιήματα, ο Ένγκελμπερτ Χούμπερντινγκ (1854-1921) και ο Χανς Πφίτσνερ (1869-1949). Στη γραμμή του Μπραμς συντάχθηκε ο Μαξ Ρέγκερ (1873-1916). Κατά τα άλλα, οι Γερμανοί συνθέτες του 20ού αι. ακολουθούν διάφορα ρεύματα και διάφορες τάσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το έργο του Πάουλ Χίντεμιτ (1895-1963), του Καρλ Ορφ (1895-1982), του Κουρτ Βάιλ (1900-1950), ο οποίος συνεργάστηκε στο θέτρο με τον Μπρεχτ, του Χανς Άισλερ (1898-1962), του Βέρνερ Εκ (1901-1983) και του Μπόρις Μπλάχερ (1903-1975). Κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος του Χίτλερ, πολλοί συνθέτες αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν ή να σιγήσουν. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και την κατάρρευση του ναζισμού, σημαντικοί συνθέτες υπήρξαν ο Καρλ Αμαντέους Χάρτμαν (1905-1963) και ο Χέρμπερτ Άιμερτ (1897-1972), πρόδρομος της ηλεκτρονικής μουσικής. Σήμερα στη Γερμανία ζουν και εργάζονται πολύ αξιόλογοι συνθέτες, με προσωπικό ύφος στη μουσική τους, όπως ο Κάρλχαϊντς Στόκχαουζεν (γενν. 1928) και ο Χανς Βέρνερ Χένστε (γενν. 1926). Στην ίδια γενιά ανήκουν ο Μπερντ Άλοϊς Τσίμερμαν (1918-1970) Γκότφριντ Μίχαελ Κένιχ (γενν. 1926), ο Πολφ Γκέλχααρ (γενν. 1943) και ο Ντίτερ Σνέμπελ (γενν. 1930).

Κινηματογράφος

Τα θεμέλια του γερμανικού κινηματογράφου τέθηκαν στις δεκαετίες 1920 και 1930 από δημιουργούς όπως ο Φριτς Λανγκ, ο Ερνστ Λούμπιτς, ο Φρίντριχ Μούρναου και Γκ. Παμπστ. Το βασικό κέντρο παραγωγής ταινιών ήταν η εταιρία UFA (Universum Film Aktien Gesellschaft), που είχε την έδρα της σ` ένα προάστιο του Πότσνταμ και λειτούργησε από το 1917 ως το 1945. Οι πρώτες ταινίες του ηθοποιού Πάουλ Βέγκενερ, μαθητή του Μαξ Ράινχαρτ, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του `20, υπήρξαν πρόδρομοι του κινήματος του εξπρεσιονισμού. Ωστόσο τα αμέσως επόμενα χρόνια, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Γερμανοί δημιουργοί στράφηκαν στα έργα με ιστορικό περιεχόμενο. Κύριος εκπρόσωπος της τάσης αυτής υπήρξε ο Ερνστ Λούμπιτς. Το 1919 η προβολή της ταινίας "Το εργαστήρι του Δρα Καλιγκάρι" του Ρόμπερτ Βίνε αποτέλεσε την αρχή της "χρυσής" εποχής του γερμανικού κινηματογράφου και την εδραίωση του εξπρεσιονισμού. Σημαντική υπήρξε την εποχή αυτή η επίδραση του σεναριογράφου Καρλ Μάγιερ. Ο Φριτς Λανγκ, ο Φρίντριχ Μούρναου και ο Πάουλ Λένι θεωρήθηκαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της εποχής και οι ταινίες "Νοσφεράτου, ο βρικόλακας", "Το εργαστήρι των κέρινων ομοιωμάτων", "Δόκτωρ Μαμπούζε" από τις πιο αντιπροσωπευτικές του είδους. Στα μέσα της δεκαετίας του `30 γερμανικές ταινίες όπως "Οι Νιμπελούγκεν" και "Μητρόπολη", του Φριτς Λανγκ, "Φάουστ", του Φρ. Μούρναου, "Ο δρόμος χωρίς χαρά", του Γκ. Παμπστ, θεωρήθηκαν από τις καλύτερες ταινίες της εποχής. Πριν από την άνοδο του ναζισμού το 1933 και τη συνακόλουθη παρακμή του γερμανικού κινηματογράφου, σημαντικές στην ιστορία της έβδομης τέχνης υπήρξαν οι ταινίες "Λούλου" (ή "Το κουτί της Πανδώρας"), του Παμπστ, "Μ, ο καταραμένος" (ή "Μ, ο δράκος του Ντύσελντορφ"), του Φ. Λανγκ και ο "Γαλάζιος άγγελος", του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, με τη Γερμανίδα ηθοποιό Μάρλεν Ντίντριχ. Παράλληλα δημιουργήθηκαν ταινίες επηρεασμένες από το ρεύμα του ρεαλισμού και ταινίες στις οποίες η μουσική και ο χορός ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία. Κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος του Γ΄ Ράιχ πολλοί δημιουργοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο εξωτερικό, αφού η εξουσία χρησιμοποίησε τον κινηματογράφο ως μέσο προβολής και διάδοσης της ναζιστικής ιδεολογίας. Η Λένι Ρίφενσταλ υπήρξε μια από τους σκηνοθέτες που εργάστηκαν γι` αυτόν το σκοπό (στις ταινίες της "Ο θρίαμβος της θέλησης" και "Ολυμπιάδα"). Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για ανανέωση του γερμανικού κινηματογράφου έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με σκηνοθέτες όπως Αλεξάντερ Κλούγκε, Φόλκερ Σλέντορφ, Ζαν-Μαρί Στράουμπ, Βέρνερ Χέρτσοκ, Βιμ Βέντερς, Πέτερ Φλάισμαν, Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ, Ράινχαρτ Χάουφ, Έντγκαρ Ράιτζ, Πέτερ Λίλιενταλ, Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και πολλούς άλλους. Σημαντικές είναι και κάποιες γυναίκες σκηνοθέτιδες, όπως η Μαργκαρέτε φον Τρότα, Μαριάνε Ρόζενμπαουμ και Χέλμα Ζάντερς-Μπραμς. Από τότε μέχρι σήμερα ο γερμανικός κινηματογράφος ήταν και είναι από τους πιο παραγωγικούς και δυναμικούς της Ευρώπης.

Αρχιτεκτονική - Ζωγραφική - Γλυπτική

Οθωνική και ρωμανική τέχνη

Η οθωνική τέχνη ενδιαφερόταν κυρίως για την αρχιτεκτονική της εποχής της καρολίγγειας αναγέννησης. Όσον αφορά την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, ο τύπος της βασιλικής ήταν αυτός που κυριάρχησε. Λίγα μνημεία οθωνικής τέχνης έχουν σωθεί ακέραια. Την εποχή αυτή ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε η γλυπτική σε πέτρα και η κατεργασία του ορείχαλκου (μπούντζου), κυρίως στην κατασκευή των θυρών των καθεδρικών ναών. Διαδομένη ήταν επίσης η κατασκευή λειψανοθηκών, όπως επίσης και η τέχνη της ζωγραφικής και της περίτεχνης διακόσμησης των χειρογράφων. Οι μνημειώδεις αυτοκρατορικοί καθεδρικοί ναοί του 13ου αι. ακολούθησαν έναν καινούργιο ρυθμό, το ρωμανικό, με πολλούς πύργους και δύο διακοσμημένες αψίδες, στους οποίους το κεντρικό κλίτος είχε διπλάσιο ύψος από τα πλάγια.

Ο "κλασικός" γοτθικός ρυθμός

Η γοτθική αρχιτεκτονική, που ήρθε από τη Γαλλία, επηρέασε τη γερμανική αρχιτεκτονική στα μέσα του 13ου αιώνα. Τα οικοδομήματα που ακολούθησαν αυτό τον τύπο δεν είναι ούτε πολλά ούτε σημαντικά. Σημαντικότερη την εποχή αυτή υπήρξε η μνημειακή γοτθική γλυπτική, καθαρά γερμανικό "προϊόν".

Ο "ιδιόμορφος" γοτθικός ρυθμός του 14ου και 15ου αι.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός που επικράτησε την εποχή αυτή δεν είχε σχέση με το μνημειακό χαρακτήρα του "κλασικού" γοτθικού ρυθμού της προηγούμενης εποχής. Ο τύπος του ναού που επικράτησε ήταν η εκκλησία-αγορά, όπου τα πλάγια κλίτη είχαν το ίδιο ύψος με το κεντρικό. Την ίδια εποχή μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε η γλυπτική, που έδινε μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια.

Το 15ο αιώνα μεγάλη διάδοση σε όλη τη Γερμανία είχε η ζωγραφική πάνω σε ξύλο. Στην Κολονία δημιουργήθηκε μια "σχολή" του είδους.

Η Αναγέννηση. Ο χρυσός αιώνας της γερμανικής ζωγραφικής

Το 16ο αιώνα σημαντική υπήρξε η συμβολή δύο Γερμανών ζωγράφων, του Άλμπρεχτ Ντύρερ (1471-1528) και του Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου (1497-1543). Ο δεύτερος έγινε γνωστός κυρίως χάρη στις προσωπογραφίες του. Άλλοι σπουδαίοι ζωγράφοι της ίδιας εποχής ήταν ο Λούκας Κράναχ, ο Μπάλντουιν Γκριν, ο Χανς Μπούργκμαϊρ και ο Άλμπρεχτ Άλτντόρφερ. Η δημιουργική πορεία της Αναγέννησης στη Γερμανία ανακόπηκε στα μέσα του 16ου αι. εξαιτίας των ταραχών που ξέσπασαν με τη Μεταρρύθμιση και τις καταστροφές του Τριακονταετούς πολέμου.

18ος αιώνας: Μπαρόκ και Ροκοκό

Κατά τη διάρκεια του 18ου αι. εξελίχθηκε στη Γερμανία ένα είδος αρχιτεκτονικής του μπαρόκ ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας. Το νέο είδος αναπτύχθηκε κυρίως στις περιοχές κοντά στα σύνορα με την Ελβετία και την Αυστρία, στη Βαβαρία και κυρίως στη Ρηνανία-Βεστφαλία. Εκεί εργάστηκε ένας σημαντικός αρχιτέκτονας, ο Γιόχαν Μπαλτάζαρ Νόυμαν (1687-1753). Σε περιοχές όπου επικρατούσαν οι διαμαρτυρόμενοι, όπως π.χ. στην Πρωσία, την ίδια εποχή κυριάρχησε η αρχιτεκτονική των πριγκιπικών οικοδομημάτων, στα οποία οι κήποι αποτελούσαν το απαραίτητο συμπλήρωμα. Όσον αφορά τη ζωγραφική, οι καλλιτέχνες της εποχής του 18ου αι. ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την τοιχογραφία.

Νεοκλασικισμός και Ρομαντισμός

Γύρω στα μέσα του 18ου αι. εκδηλώθηκε στη Γερμανία μια στροφή προς την αρχαιότητα, ως αντίδραση στην τεχνοτροπία του μπαρόκ. Η αντιδραστική αυτή κίνηση ξεκίνησε από τη Ρώμη με πρωτοπόρους τον αρχαιολάτρη Βίνκελμαν και το ζωγράφο Άντον Ράφαελ Μεγκς. Στη Γερμανία το νέο κίνημα επικράτησε αρχικά κυρίως στο Βερολίνο και στο Μόναχο. Στο Βερολίνο χτίστηκε η γνωστή πύλη του Βραδεμβούργου, κατ` απομίμηση των Προπυλαίων, το Μέγαρο της Φρουράς και το αρχαίο Μουσείο. Ο Καρλ Γκόταρτ Λανγκχανς, ο Γκότφριντ Σάντοβ, ο Φρίντριχ Γκίλι, ο Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ υπήρξαν οι σημαντικότεροι αρχιτέκτονες της κίνησης. Στο Μόναχο χαρακτηριστικά μνημεία της καινούργιας τεχνοτροπίας είναι η Γλυπτοθήκη και τα Προπύλαια στη Βασιλική πλατεία, σύνθεση του Λέο φον Κλέτσε. Γενικότερα, η νεοκλασική αρχιτεκτονική επικράτησε στη Γερμανία, όπως αποδεικνύεται από μνημεία και σε άλλες πόλεις, π.χ. στην Καρλσρούη, στη Βαϊμάρη και αλλού.

Στα τέλη ωστόσο του 18ου αι., ένα νέο πνευματικό και καλλιτεχνικό κίνημα εμφανίστηκε στο προσκήνιο, ο ρομαντισμός, που στη Γερμανία χωρίστηκε σε δύο επιμέρους κινήματα: το ρομαντικό κίνημα του νότου, που υποστηριζόταν κυρίως από καθολικούς, και το ρομαντικό κίνημα του βορρά, που υποστηριζόταν από προτεστάντες. Από τους οπαδούς του ρομαντισμού στο νότο, ή τους Ναζαριστές, όπως ήταν γνωστοί, ξεχώρισαν οι Γιόχαν Φρίντριχ Όβερμπεκ, Πέτερ Κορνέλιους, Βίλχελμ φον Σάντοφ και Φίλιπ Φάιτ. Από τους ρομαντικούς του βορρά σημαντικότεροι υπήρξαν οι Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, Φίλιπ Ότο Ρούγκε και Έρβιν Σπέκτερ.

19ος αιώνας: Ρεαλισμός και Ιδεαλισμός

Κυριότερος εκπρόσωπος του κινήματος του ρεαλισμού στο Βερολίνο υπήρξε ο Άντολφ Μέντσελ (1815-1905). Στο Μόναχο επικράτησε μια ιδιαίτερη τάση ρεαλισμού, στηριγμένου στην απλούστευση και στο χιούμορ, με βασικότερο εκπρόσωπο τον Καρλ Σπίτσβεγκ (1808-1885). Ωστόσο, ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης της εποχής ήταν ο Βίλχελμ Λάιμπλ (1844-1900), που υπήρξε οπαδός της ιδεαλιστικής ζωγραφικής και δημιούργησε κάποιες από τις ωραιότερες προσωπογραφίες του 19ου αιώνα. Ο νατουραλισμός δε βρήκε θετική ανταπόκριση στους Γερμανούς ζωγράφους, με αποτέλεσμα τη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του ρεαλισμού. Όσον αφορά τον ιδεαλισμό, οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί του την εποχή αυτή υπήρξαν ο Άρνολντ Μπέκλιν και ο Χανς φον Μαρέε. Από τον Μαρέε επηρεάστηκαν οι γλύπτες Άντολφ φον Χίλντεμπραντ, Μαξ Κλίνγκερ και Φραντς φον Στουκ.

Ο 20ός αιώνας. Η αναγέννηση της γερμανικής αρχιτεκτονικής

Η περίοδος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε μια περίοδος αναγέννησης για τη γερμανική αρχιτεκτονική, που συνδυάστηκε με μια πρωτοφανή βιομηχανική ανάπτυξη. Μετά την ανέγερση των τεράστιων ρωμανικών και γοτθικών σταθμών, κυριάρχησε η τεχνοτροπία Αρ Νουβό. Οι αρχιτέκτονες ενδιαφέρονταν κυρίως για τις διακοσμητικές τέχνες και το ντιζάιν, με στόχο την εύρεση ενός αρχιτεκτονικού ύφους ταιριαστού με τη νέα βιομηχανική κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της καινούργιας νοοτροπίας ήταν η ίδρυση στο Μόναχο το 1907 της Γερμανικής Παραγωγικής Ένωσης, με σκοπό την προώθηση της συνεργασίας τέχνης, βιομηχανίας, εμπορίου και διαφόρων επαγγελμάτων.

Οι πλαστικές τέχνες. Ο εξπρεσιονισμός

Γύρω στο 1914 το κίνημα του εξπρεσιονισμού έγινε συνώνυμο με τη γερμανική πρωτοπορία. Οι προσωπογραφίες της Πάουλα Μόντερζον Μπέκερ αποτέλεσαν τον προάγγελο των εξπρεσιονιστικών έργων. Επικράτησαν δύο ομάδες εξπρεσιονιστών: Η "Γέφυρα", που δημιουργήθηκε στη Δρέσδη από τους Έριχ Χέκελ, Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ και Καρλ Σμιτ Ρότλουφ (αργότερα στην ίδια ομάδα προσχώρησε και ο Έμιλ Νόλντε), και ο "Γαλάζιος Καβαλάρης", που αποτελούνταν από καλλιτέχνες οι οποίοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Καντίνσκι (1866-1944) στο Μόναχο. Στη δεύτερη αυτή ομάδα ανήκαν οι Άλφρεντ Κούμπιν, Αουγκούστ Μάκε και Φραντς Μαρκ. Η πρώτη ομάδα αντιπροσώπευε περισσότερο τις ιδεαλιστικές τάσεις του κινήματος, ενώ η δεύτερη εμπνεόταν από μια έκσταση διονυσιακού τύπου.

Ντανταϊσμός. "Νέα Αντικειμενικότητα"

Το κίνημα του ντανταϊσμού εκδηλώθηκε στο Βερολίνο το 1918 και, σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό των εξπρεσιονιστών, διακήρυττε την ασημαντότητα και τη γελοιότητα όλων των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της τέχνης. Οι καλλιτέχνες που ενστερνίστηκαν τις αρχές του κινήματος αυτού δημιουργούσαν έργα έχνης με κολάζ ή με φωτομοντάζ. Το κίνημα της "Νέας Αντικειμενικότητας" υπήρξε γέννημα του εξπρεσιονισμού και είχε πολιτικούς προσανοτολισμούς και στόχους. Οι καλλιτέχνες της λεγόμενης "ομάδας του Νοέμβρη", που δημιουργήθηκε το 1918, διακήρυξαν τις αρχές του νέου κινήματος, που συχνά εξέφραζε επιθετικότητα. Στο κίνημα της "Νέας Αντικειμενικότητας" ανήκαν ο πρώην ντανταϊστής Γκεόργκε Γκροτς (1893-1959), και ο Ότο Ντιξ (1891-1969), που έφτασε στο άκρο της σκληρότητας. Ο σουρεαλιστής Μαξ Ερνστ (γενν. 1891) υπήρξε μια μεμονωμένη περίπτωση την εποχή αυτή.

Μπάουχαουζ. "Εκφυλισμένη τέχνη"

Οι οπαδοί του κινήματος του Μπάουχαουζ καθοδηγούνταν από την αντίληψή τους για τη χρησιμότητα της τέχνης. Γι` αυτόν το λόγο καλλιέργησαν περισσότερο τις συλλογικές μορφές δημιουργίας. Στα πλαίσια του ίδιου κινήματος δημιουργήθηκαν διάφορες τάσεις από μεμονωμένους καλλιτέχνες, όπως τον Καντίνσκι, τον Κλέε (1879-1940), τον Σλέμερ (1888-1943).

IV. ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέχρι τον 20ό αιώνα

Η ίδρυση του γερμανικού βασιλείου

Η γερμανική ιστορία αρχίζει ουσιαστικά ύστερα από τη διάλυση της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας, όταν ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός, γιος του Λουδοβίκου του Ευσεβούς, ανέλαβε το 825 τη διακυβέρνηση του βασιλείου της Βαβαρίας. Με τη σύναψη δύο συνθηκών, του Βερντέν το 843 και του Μέρσεν το 870, διεύρυνε τα σύνορα του βασιλείου του, προς τα ανατολικά μέχρι τον Έλβα και τα Βοημικά όρη και προς τα δυτικά μέχρι τις περιοχές πέρα από τον Ρήνο (οι περιοχές που ονομάστηκαν αργότερα Αλσατία και Λορένη). Ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός πέθανε το 876. Στο μεταξύ, σε όλη τη διάρκεια του 9ου αι., διάφορες φυλές βαρβάρων, κυρίως Δανών, Σαρακηνών και Μαγυάρων, πραγματοποιούσαν ληστρικές επιδρομές στα εδάφη της πρώην καρολίγγειας αυτοκρατορίας. Το 899, μετά το θάνατο του βασιλιά Αρνούλφου, γιου του Λουδοβίκου του Γερμανικού, το γερμανικό βασίλειο έπεσε στα χέρια Μαγυάρων εισβολέων.

Οι Σάξονες βασιλείς

Μετά τη σύντομη βασιλεία του Κορράδου του Α΄ (911-918), την εξουσία ανέλαβε το 919 ο Ερρίκος ο Α΄, του οίκου των Σαξόνων. Για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους οι Σάξονες βασιλείς προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους τον ανώτερο κλήρο, παραχωρώντας του σημαντικά προνόμια. Επίσης, πραγματοποίησαν νικηφόρες εκστρατείες και υπέταξαν διάφορους λαούς. Έτσι, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα του Α΄ (936-973), του Όθωνα του Β΄ (973-983) και του Όθωνα του Γ΄ (983-1002) οι καρολλίγγειοι βασιλιάδες της Γαλλίας έγιναν υποτελείς της γερμανικής αυλής, το 933 και το 955 ηττήθηκαν οι Ούγγροι σε δύο αντίστοιχες μάχες. Ιδιαίτερα μετά τη νίκη το 955, η κυριαρχία του Όθωνα στη Δύση ήταν αναμφισβήτητη. Για να προσδώσει ακόμα περισσότερη αίγλη στο βασίλειό του, ο Όθωνας στέφθηκε το 962 στη Ρώμη αυτοκράτορας (Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) από τον πάπα Ιωάννη το Β΄. Το 983 οι Γερμανοί ήρθαν σε πολεμική σύγκρουση με τους Άραβες και το 1002 με τους Πολωνούς.

Η δυναστεία των Σαλίων

Ο βασιλιάς Κορράδος ο Β΄ (βασίλευσε την περίοδο 1024-1039) εγκαινίασε τη δυναστεία των Σαλίων. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εδραιώθηκε η γερμανική κυριαρχία στην Ιταλία, στο βασίλειο της Βουργουνδίας. Ο Κορράδος επέβαλε ένα ισχυρό μοναρχικό καθεστώς, στο οποίο η Εκκλησία δεν είχε την επιρροή που ασκούσε παλιότερα. Ο γιος του Ερρίκος ο Γ΄, που βασίλευσε την περίοδο 1039-1056, πραγματοποίησε παρεμβάσεις στις εκκλησιαστικές υποθέσεις και η συμπεριφορά του αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από την Εκκλησία και το λαό. Την εποχή του καθιερώθηκε η αντίληψη του ανώτατου άρχοντα ως ύψιστης πνευματικής αυθεντίας. Με τον επόμενο διάδοχο του γερμανικού θρόνου, το βασιλιά Ερρίκο τον Δ΄, άρχισε η σύγκρουση της Αυλής με τον πάπα, που κατέληξε στον αφορισμό του αυτοκράτορα και στη συνάντηση στην Κανόσα το 1077 και που συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ερρίκου του Ε΄ (έριδα της Περιβολής), για να τερματιστεί το 1122, με το Κονκορδάτο της Βορμς. Με το τέρμα της βασιλείας του Ερρίκου του Ε΄ το 1125, η πολιτική δύναμη της Γερμανίας είχε δεχτεί σοβαρά πλήγματα εξαιτίας της σύγκρουσης της κοσμικής με την παπική εξουσία.

Η εποχή των Χόενσταουφεν

Μετά το θάνατο του Ερρίκου του Ε΄ άρχισε μια περίοδος ανταγωνισμού για το γερμανικό θρόνο ανάμεσα στον οίκο των Γουέλφων από τη Βαβαρία και στον οίκο των Χόενσταουφεν από τη Σουηβία. Ο ανταγωνισμός οξύνθηκε και οδήγησε σε εμφύλιες συγκρούσεις με την άνοδο στο θρόνο το 1137 του Κορράδου του Γ΄, που προερχόταν από τους Χόενσταουφεν. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και την περίοδο της βασιλείας του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα (βασίλευσε από το 1152 ως το 1190) και σ` αυτές συμμετείχαν τόσο κοσμικοί όσο και εκκλησιαστικοί άρχοντες. Η δυναστεία των Χόενσταουφεν άσκησε επεκτατική πολιτική κατά τη διάρκεια του 12ου και του 13ου αιώνα και κατάφερε να επεκτείνει τα ανατολικά σύνορα του γερμανικού κράτους στις περιοχές μεταξύ των ποταμών Έλβα και Όντερ, με την επιδοκιμασία και τη συμμετοχή ολόκληρου του γερμανικού λαού. Αντίθετα, αντίστοιχες στρατιωτικές επιχειρήσεις για επέκταση προς τα νότια, προς την Ιταλία, δεν είχαν ανάλογη υποστήριξη από το γερμανικό λαό. Η προσπάθεια των Γερμανών βασιλιάδων να εγκαθιδρύσουν αυτοκρατορικό καθεστώς στην Ιταλία προσέκρουσε στη σθεναρή αντίδραση του πάπα, ο οποίος υποστήριζε τις λομβαρδικές πόλεις. Τελικά αποτράπηκε η επέκταση του γερμανικού κράτους προς τα νότια ιταλικά εδάφη, ιδιαίτερα προς τη Σικελία, η δυναστεία των Χόενσταουφεν κατέρρευσε και η Γερμανία απέμεινε γύρω στο 1250 χωρίς ισχυρή κεντρική εξουσία. Παρ` όλα αυτά, η επέκταση προς την ανατολή, προς την Πρωσία, συνέχισε να στέφεται με επιτυχία. Ωστόσο η ελπίδα των Χόενσταουφεν για τη δημιουργία ενός παντοδύναμου γερμανικού βασιλείου είχε καταρρεύσει και η κυριαρχία της Γερμανίας στην κεντρική Ευρώπη είχε τερματιστεί.

Η δυναστεία των Αψβούργων

Μετά το διάστημα της Μεσοβασιλείας (1250-1273), κατά το οποίο συνεχίστηκαν οι πολιτικές εντάσεις, το 1273 εκλέχτηκε στο γερμανικό θρόνο ο Ροδόλφος του οίκου των Αψβούργων. Από το 1278 άρχισε η άνοδος της πολιτικής δύναμης των Αψβούργων στην Κεντρική Ευρώπη και η κυριαρχία τους εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλβέρτου του Α΄ (βασίλευσε από το 1298 ως το 1308). Ωστόσο, μετά τη δολοφονία του, οι ηγεμόνες διαφόρων μικρών κρατιδίων έγιναν ρυθμιστές της πολιτικής κατάστασης. Παρά τις διαδοχικές αλλαγές στην εξουσία, το θετικό αποτέλεσμα ήταν ότι τα χρόνια αυτά επεκτάθηκαν ακόμα περισσότερο τα σύνορα του Γερμανικού κράτους, με την προσάρτηση της Αυστρίας, της Καρινθίας και της Στυρίας.

Διαμάχες για την εξουσία κατά το 14ο αιώνα. Ο 15ος αιώνας

Μετά το θάνατο του Ερρίκου του Ζ΄ ξέσπασε διαμάχη για το γερμανικό θρόνο. Βασιλιάς εκλέχτηκε τελικά ο Λουδοβίκος από τη Βαβαρία (βασίλευσε από το 1314 ως το 1346), ο οποίος κήρυξε την ανεξαρτησία του βασιλείου του από την παπική εξουσία (με τη διακήρυξη της Ρένζε το 1338). Η ενέργειά του αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον αφορισμό του από τον πάπα και την πολιτική του απομόνωση από τους άλλοτε υποστηρικτές του ηγεμόνες. Το 1346 εκλέχτηκε νέος βασιλιάς, ο Κάρολος ο Δ΄ (βασίλευσε ως το 1378), ο οποίος το 1356 με έναν καταστατικό χάρτη, που είναι γνωστός ως "Χρυσόβουλλο" προσπάθησε να περιορίσει τις πιθανότητες διαμάχης σχετικά με το θρόνο και να ενισχύσει τους δεσμούς του με τους εκλέκτορες των γερμανικών κρατιδίων. Το 1411 βασιλιάς της Γερμανίας στέφτηκε ο Σιγισμούνδος από το Λουξεμβούργο, ο οποίος βασίλευσε μέχρι το 1437. Στη συνέχεια, το 1438 ο Αλβέρτος της Αυστρίας, που ανήκε στην οικογένεια των Αψβούργων, πήρε σύζυγο την κόρη του Σιγισμούνδου και απέκτησε μ` αυτόν τον τρόπο το αυτοκρατορικό στέμμα. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα τα εδάφη της Γερμανίας μειώθηκαν σημαντικά, μετά την ανεξαρτησία των βασιλείων της Αρλ, της Ιταλίας και των καντονιών της Ελβετίας. Ακόμα, η Βουργουνδία προσαρτήθηκε στη Γαλλία, τα εδάφη της Βαλτικής παραχωρήθηκαν στην Πολωνία, ενώ αποσπάστηκε από τη Γερμανία και η σλαβική Βοημία. Ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός, που βασίλευσε τα χρόνια από το 1493 ως το 1519, δημοσίευσε το 1500 το Ράιχσρεγκιμεντ, με το οποίο συγκροτήθηκε ένα συμβούλιο από 21 μέλη και φρόντιζε για τη συντήρηση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ωστόσο το σύνταγμα αυτό δεν εφαρμόστηκε, αφού οι τοπικοί ηγεμόνες ενδιαφέρονταν κυρίως για την επέκταση των συνόρων των κρατιδίων τους και όχι για την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας του αυτοκράτορα. Παράλληλα, βασιλικά θεσμικά όργανα, όπως το Αυλικό Συμβούλιο, η Αυλική Βουλή (που είχε την έδρα της στο Ίνσμπρουκ της Αυστρίας) και η Καγκελαρία αντικατέστησαν παλαιότερα αυτοκρατορικά όργανα.

Η Γερμανία κατά την περίοδο της Μεταρρύθμισης (16ος αι.)

Η επίσημη διατύπωση των θρησκευτικών θέσεων του Λούθηρου το 1517 στη Βιτεμβέργη της Γερμανίας και η θετική ανταπόκριση μεγάλης μερίδας του γερμανικού λαού ήταν το αποτέλεσμα της μακροχρόνιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εκκλησιαστική και την αυτοκρατορική εξουσία. Το κήρυγμά του στηλίτευε τον ορθολογισμό και το σχολαστικισμό την Καθολικής Εκκλησίας. Οι θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα στους καθολικούς και τους οπαδούς του Λούθηρου (τους προτεστάντες) ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τη δύναμη των τοπικών ηγεμόνων και περιόρισαν τις δικαιοδοσίες του αυτοκράτορα. Η θετικότερη συνέπεια ήταν η ενίσχυση του συναισθήματος της ενότητας στο γερμανικό λαό μέσα από τον κοινό αγώνα ενάντια στον καθολικισμό. Στην ανάπτυξη αυτού του συναισθήματος ενότητας και ομοψυχίας συνέβαλε και η μετάφραση της Βίβλου στην ομιλούμενη γλώσσα από τον ίδιο τον Λούθηρο. Το 1555 η Ειρήνη του Άουγκσμπουργκ αναγνώρισε στο λουθηρανισμό (ή προτεσταντισμό) το δικαίωμα ύπαρξης στη Γερμανία. Ωστόσο αποτέλεσε το έναυσμα για νέες θρησκευτικές διαμάχες, αφού δεν αναγνώριζε άλλα θρησκευτικά δόγματα, όπως π.χ. τον καλβινισμό, που άρχισε να εξαπλώνεται στη χώρα από τα μέσα του 16ου αι. Επίσης, το κίνημα της Αντιμεταρρύθμισης αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς στη νότια Γερμανία την ίδια περίοδο.

Ο 17ος και ο 18ος αιώνας. Ο Τριακονταετής πόλεμος (1618-1648)

Στις αρχές του 17ου αι. εντάθηκαν οι θρησκευτικές διαμάχες. Το 1608 οι προτεστάντες ηγεμόνες ίδρυσαν την Προτεσταντική Ένωση, ενώ ένα μόλις χρόνο αργότερα, το 1609, ο δούκας της Βαβαρίας ίδρυσε το Σύνδεσμο των Καθολικών. Και οι δύο σύνδεσμοι διατηρούσαν μισθοφορικό στρατό. Το αποτέλεσμα της διαίρεσης αυτής ήταν η έναρξη του Τριακονταετούς πολέμου στο γερμανικό έδαφος, που διάρκεσε από το 1618 ως το 1648. Η Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 έθεσε τέρμα στην προσπάθεια για τη δημιουργία ισχυρής κεντρικής εξουσίας στη Γερμανία, αφού η χώρα χωρίστηκε σε 350 κρατίδια. Επίσης, κατέρρευσε κάθε ίχνος υπεροχής του Γερμανικού κράτους στην Κεντρική Ευρώπη και ξένες δυνάμεις, κυρίως η Γαλλία και η Σουηδία, κατέλαβαν εδάφη που ανήκαν παλιότερα στη Γερμανική αυτοκρατορία. Μετά τον Τριακονταετή πολεμο, η Γερμανία αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Γενικότερα, ο 17ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος αστάθειας σε όλα τα επίπεδα. Ανάκαμψη σημειώθηκε στα τέλη του αιώνα και επιταχύνθηκε στις αρχές του επόμενου.

Η στέψη του Φρειδερίκου ως βασιλιά της Πρωσίας το 1701 υπήρξε σημαντική για την πολιτική ιστορία της χώρας, γιατί σήμανε την αρχή της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον οίκο των Αψβούργων και σ` αυτόν των Χόεντσολερν. Ωστόσο, η οικογένεια των Αψβούργων στην Αυστρία διατήρησε τον τίτλο του αυτοκράτορα. Με την άνοδο στο θρόνο της Πρωσίας του Φρειδερίκου του Β΄ (βασίλευσε από το 1740 ως το 1786), η Πρωσία είχε σημαντικές εδαφικές επιτυχίες. Παράλληλα, το 1740 στο θρόνο της Αυστρίας ανέβηκε η Μαρία Τερέζα. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 επηρέασαν μια μερίδα Γερμανών διανοουμένων, ωστόσο ο λαός δεν τόλμησε να επαναστατήσει εναντίον των ηγεμόνων. Οι συνθήκες της Βασιλείας το 1795, του Καμποφόρμιο το 1797 και της Λουνεβίλ το 1801 ανάμεσα στη Γαλλία και την Πρωσία μετέθεσαν προς τα πίσω τα δυτικά σύνορα της Γερμανικής αυτοκρατορίας στον Ρήνο και σήμαναν τη θριαμβευτική επικράτηση της Γαλλίας στην Κεντρική Ευρώπη.

Ο Ναπολέων στη Γερμανία. Ο 19ος αιώνας

Στις αρχές του 19ου αι. οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Γάλλου αυτοκράτορα Ναπολέοντα διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από τη Γερμανική αυτοκρατορία. Η νίκη του Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς το 1805 είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στην Αυστρία και τη Γαλλία και την εδαφική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας της Αυστρίας. Το 1806 τα κρατίδια της νότιας Γερμανίας μαζί με αυτά της δεξιάς όχθης του Ρήνου αποτέλεσαν την Ομοσπονδία του Ρήνου. Μετά τις ήττες των γερμανικών στρατευμάτων στην Ιένα και το Άουερστεντ το 1806 και την κατάληψη του Βερολίνου, οι Γάλλοι κατέλαβαν ολόκληρη τη χώρα, εκτός από μια μικρή έκταση γύρω από το Μέμελ, όπου βρήκε καταφύγιο ο βασιλιάς της Πρωσίας. Η μόνη θετική συνέπεια της κατάκτησης του Γερμανικού κράτους από τους Γάλλους ήταν ότι αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε ένα πανεθνικό αίσθημα ομοφροσύνης στο γερμανικό λαό στον αγώνα του εναντίον της γαλλικής κατοχής. Οι λόγοι του Γερμανού φιλοσόφου Φίχτε το 1807 στο Βερολίνο προς το γερμανικό έθνος συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού του αισθήματος. Το νεοϊδρυμένο πανεπιστήμιο του Βερολίνου (ιδρύθηκε το 1809) αποτέλεσε κέντρο διαφόρων πατριωτικών εξορμήσεων. Ο απελευθερωτικός πόλεμος με επίκεντρο την Πρωσία είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Ναπολέοντα στη Λιψία και τη διέλευση του Ρήνου από τα γερμανικά στρατεύματα το 1813. Το 1815, μετά τη συντριπτική ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης άλλαξε για άλλη μια φορά. Στη θέση της Αγίας Αυτοκρατορίας ιδρύθηκε η Γερμανική Ομοσπονδία, αποτελούμενη από 39 κράτη, από τα οποία τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα ήταν η Πρωσία και η Αυστρία. Ανάμεσα στα δύο αυτά κράτη αναπτύχθηκε γρήγορα έντονος ανταγωνισμός. Μετά την ήττα της Γαλλίας, διάφοροι Γερμανοί μονάρχες επιχείρησαν να επιβάλουν το παλιό ηγεμονικό καθεστώς, συνάντησαν όμως σθεναρή αντίδραση, κυρίως από την πλευρά των φοιτητών και των διανοουμένων. Οι μονάρχες αντέδρασαν με τη σειρά τους και με απόφαση της Διάσκεψης του Κάρλσμπαντ το 1819 περιόρισαν τις ελευθερίες και καταδίωξαν τους αντιφρονούντες. Ωστόσο, γύρω στα 1830, η φιλελεύθερη αστική τάξη άρχισε να αποκτά δύναμη στις δυτικές περιοχές της χώρας, όπου την εποχή αυτή αναπτύχθηκαν μεγάλες εμπορικές πόλεις, όπως η Φρανκφούρτη, η Κολονία και το Ντύσελντορφ. Την ίδια εποχή άρχισε η βιομηχανική αναάπτυξη της περιοχής του Ρουρ και η κυκλοφορία των πρώτων σιδηροδρόμων. Επίσης την ίδια χρονική περίοδο στην Πρωσία σημαντικό βήμα για την ενοποίηση της Γερμανίας αποτέλεσε η συμφωνία για την τελωνειακή ένωση, που τέθηκε σε ισχύ το 1834. Τα χρόνια 1848 και 1849 εκδηλώθηκαν επαναστατικά κινήματα στην Κεντρική Ευρώπη. Εξάλλου, ένα χρόνο νωρίτερα, το 1847, είχε δημοσιευτεί το "Κομουνιστικό Μανιφέστο" των Μαρξ και Ένγκελς, που άσκησε έντονη επίδραση στις εργατικές τάξεις. Στη Γερμανία η επανάσταση άρχισε στο Βερολίνο τον Μάρτιο του 1848, σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της επανάστασης στο Παρίσι. Η επανάσταση στη Γερμανία είχε ως κύριο αίτημα την παραχώρηση συντάγματος από τους Γερμανούς ηγεμόνες. Στα τέλη του ίδιου μήνα αποφασίστηκε στη Φρανκφούρτη η σύγκληση Εθνοσυνέλευσης με στόχο την κατάρτιση Συντάγματος. Η πρώτη σύνοδος της Εθνσυνέλευσης πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1848, δεν κατέληξε όμως σε οριστικές αποφάσεις. Σ` αυτήν κυριάρχησαν δύο στρατόπεδα: οι οπαδοί της δημιουργίας μιας "μεγάλης Γερμανίας", που θα περιλάμβανε και την Αυστρία και οι υποστηρικτές μιας "μικρής Γερμανίας", χωρίς την Αυστρία. Τελικά υιοθετήθηκε η πρόταση της δεύτερης ομάδας. Την επόμενη χρονιά, το 1849, επικράτησε ένταση στις πολιτικές σχέσεις Πρωσίας και Αυστρίας.

Η εποχή του Μπίσμαρκ

Λίγα χρόνια μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1848, πρωθυπουργός της Πρωσίας έγινε το 1862 ο Ότο Μπίσμαρκ (1815-98), ο οποίος με την κατάλληλη πολιτική πέτυχε την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας της Πρωσίας και την εκδίωξη της Αυστρίας. Το 1864 ο πρωσικός στρατός πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον της Δανίας και το 1866 εναντίον της Αυστρίας, η οποία υποχρεώθηκε σε απομάκρυνση από τις γερμανικές υποθέσεις. Ο Μπίσμαρκ οργάνωσε την Ομοσπονδία της Βόρειας Γερμανίας, που περιλάμβανε όλα τα κράτη βόρεια του ποταμού Μάιν, αλλά είχε σύντομη ζωή (από το 1866 ως το 1870). Ο ίδιος ακολούθησε απολυταρχική πολιτική, δίνοντας έμφαση στην ενότητα του Γερμανικού κράτους. Το 1870 οι Γερμανοί νίκησαν κατά κράτος τα γαλλικά στρατεύματα και έκαναν άλλο ένα βήμα για την ενοποίηση. Το 1871 ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ο Α΄ ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της Γερμανίας, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία της Πρωσίας. Με τη Συνθήκη της Φρανκφούρτης το 1871 παραχωρήθηκε στη Γερμανία η Αλσατία και ένα τμήμα της Λορένης.

Η δημιουργία της νέας Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1871).

Ο Μπίσμαρκ αυτοκρατορικός καγκελάριος.

Η νέα αυτοκρατορία (το δεύτερο Ράιχ) αποτελούνταν από τέσσερα βασίλεια, πέντε μεγάλα δουκάτα, δώδεκα μικρότερα δουκάτα και πριγκιπάτα και τρεις ελέυθερες πόλεις (το Αμβούργο, τη Λυβέκη και τη Βρέμη). Η διοίκηση της Αλσατίας και της Λορένης ανατέθηκε σε αυτοκρατορικό κυβερνήτη. Μια Εθνοσυνέλευση που εκλέχτηκε το 1871 θέσπισε ως αυτοκρατορικό το Σύνταγμα του 1867. Το Σύνταγμα αυτό είχε αρκετές ασάφειες, κυρίως ως προς τις αρμοδιότητες των διαφόρων προσώπων και οργάνων, όπως του καγκελάριου και του Ράιχσταγκ. Την περίοδο από το 1871 ως το 1879 οι εθνικο-φιλελεύθεροι, τους οποίους υποστήριζε και ο Μπίσμαρκ, αποτελούσαν την πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ και προέβησαν σε ποικίλες φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Την εποχή αυτή η Γερμανία απέκτησε ενιαίο νομοθετικό και διοικητικό σύστημα και κοινή νομισματική μονάδα. Από το 1874, εξάλλου, ίσχυσε καθεστώς ελευθεροτυπίας. Επίσης με διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις άνοιξε ο δρόμος για την ανάπτυξη των τοπικών κυβερνήσεων. Την ίδια περίοδο ωστόσο (1873) άρχισε ο λεγόμενος Κουλτούρκαμπφ, ένας αγώνας κατά της ανεξαρτησίας της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία επέμενε να έχει υπό τον έλεγχό της την ιερατική εκπαίδευση. Ο Μπίσμαρκ πήρε μια σειρά από μέτρα εναντίον των κληρικών. Η ειρήνη επικράτησε τελικά το 1887, αφού η Εκκλησία επανέκτησε τον απόλυτο έλεγχο της ιερατικής εκπαίδευσης.

Από το 1877 άρχισε μια νέα περίοδος στην πολιτική ιστορία της Γερμανίας, όταν ο Μπίσμαρκ ήρθε σε σύγκρουση με τους εθνικο-φιλελεύθερους για οικονομικά θέματα. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε σε ρήξη όταν ο Μπίσμαρκ θέσπισε μια σειρά από μέτρα υπέρ των αγροτών. Τελικά, ο αυτοκρατορικός καγκελάριος συμμάχησε με το κόμμα του Κέντρου και στράφηκε εναντίον των σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι, ύστερα από μια απόπειρα δολοφονίας κατά του αυτοκράτορα το 1878, τέθηκαν εκτός νόμου. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ο Μπίσμαρκ επιδίωξε την ασφάλεια μέσω της ουδετερότητας και μιας σειράς συμμαχιών. Έτσι η Γερμανία έμεινε ουδέτερη στην πολιτική κρίση στην Εγγύς Ανατολή τα χρόνια 1875-78 ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία, ενώ το 1879 σύναψε αμυντική συμμαχία με την Αυστρο-Ουγγαρία. Το 1882 ο Μπίσμαρκ σύναψε την Τριπλή Συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία. Με τη συνθήκη Ασφάλειας του 1887 εξασφάλισε στη Ρωσία διπλωματική υποστήριξη στην Εγγύς Ανατολή και ουδετερότητα της Γερμανίας σε ενδεχόμενο ρωσικό πόλεμο. Παράλληλα προώθησε μια συμφωνία μεταξύ Αυστρίας, Ιταλίας και Μεγάλης Βρετανίας στο χώρο της Μεσογείου, που ήταν αντίθετη στην πολιτική της Ρωσίας στην Εγγύς Ανατολή. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ο Μπίσμαρκ για υποκρισία και διπροσωπία. Εκτός από τις διάφορες διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, ο αυτοκρατορικός καγκελάριος ενίσχυσε το εθνικιστικό πνεύμα των Γερμανών ενθαρρύνοντας τα χρόνια 1883-85 τον αποικιακό ανταγωνισμό με τη Μεγάλη Βρετανία, όπως επίσης και την εχθρότητα εναντίον των Πολωνών κατά τη δεκαετία του 1870. Το 1888 όμως, με την άνοδο στο θρόνο του αυτοκράτορα Γουλιέλμου του Β΄, ο Μπίσμαρκ έχασε την υποστήριξη του αυτοκράτορα και το 1890 παραιτήθηκε.

Οι καγκελάριοι Καπρίβι και Χόενλοε

Την περίοδο από το 1890 μέχρο το 1900 τη θέση του Μπίσμαρκ στην καγκελαρία ανέλαβαν ο Λέο φον Καπρίβι (από το 1890 ως το 1894) και ο Κλόντβιχ Χόενλοε (από το 1894 ως το 1900). Ο Καπρίβι υιοθέτησε μια εσωτερική πολιτική πιο προοδευτική από αυτήν του Μπίσμαρκ, με κοινωνικό προσανατολισμό. Προσπάθησε επίσης να συνεργαστεί με τα κόμματα της Αριστεράς. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, δεν ανανέωσε τη Συνθήκη Ασφάλειας με τη Ρωσία. Επιχείρησε ακόμη να πείσει τη Μεγάλη Βρετανία να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η αποτυχία της φιλοβρετανικής του πολιτικής και η μη πραγματοποίηση των κοινωνικών του στόχων οδήγησαν στην καθαίρεσή του από τον αυτοκράτορα. Ο Χόενλοε, πιο συντηρητικός από τον προκάτοχό του Καπρίβι, σύναψε νέα συμμαχία με τη Ρωσία. Κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας του οξύνθηκε ο πολιτικός ανταγωνισμός με τη Μεγάλη Βρετανία.

Ο 20ός αιώνας

Ο Μπύλοφ καγκελάριος (από το 1900 ως το 1909)

Όταν ο Μπύλοφ ανέλαβε το αξίωμα του καγκελάριου, εφάρμοσε μια πολιτική που είχε ως βασικό στόχο την αύξηση του γοήτρου της χώρας στο εξωτερικό. Την εποχή αυτή, εξάλλου, η Γερμανία είχε εξελιχθεί σε κορυφαία ευρωπαϊκή βιομηχανική δύναμη. Κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας του διαταράχθηκαν οι φιλικές σχέσεις της χώρας του με τη Μεγάλη Βρετανία, όταν η παντοδυναμία του βρετανικού ναυτικού απειλήθηκε από το αναπτυσσόμενο γερμανικό ναυτικό. Γύρω στο 1909 το γερμανικό ναυτικό απέκτησε την ίδια δύναμη με το βρετανικό. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, γύρω στο 1905, η Γερμανία άρχισε να σχεδιάζει τη δημιουργία ενός ηπειρωτικού ευρωπαϊκού συνασπισμού, που θα περιόριζε την κυριαρχία της Βρετανίας και πίεζε τη Γαλλία να προσχωρήσει. Η πίεση αυτή προς τη Γαλλία κατέληξε στη πρώτη κρίση του Μαρόκου, όταν η Γερμανία υποστήριξε την ανεξαρτησία του γαλλικού προτεκτοράτου. Στην κρίση εκείνη η Βρετανία τάχθηκε στο πλευρό της Γαλλίας και η Γερμανία υποχρεώθηκε να δεχτεί τη συνέχιση της γαλλικής κυριαρχίας στο Μαρόκο. Το 1906 ο Μπύλοφ έχασε την υποστήριξη του κόμματος του Κέντρου και στράφηκε προς τα μη σοσιαλιστικά κόμματα της Αριστεράς. Με αυτόν τον τρόπο έδινε την εντύπωση πιο φιλελεύθερου πολιτικού. Το 1908, ύστερα από μια συνέντευξη του Γερμανού αυτοκράτορα στην αγγλική εφημερίδα The daily Telegraph, δημιουργήθηκε ένα κλίμα δυσαρέσκειας στο γερμανικό λαό κατά του αυτοκράτορα, ενώ αντίθετα ενισχύθηκε η θέση του καγκελάριου Μπύλοφ. Το 1909 οι γερμανοβρετανικές σχέσεις επιδεινώθηκαν όταν αναπτύχθηκε έντονος ανταγωνισμός στον τομέα της ναυτικής δύναμης των δύο χωρών. Κρίση επικράτησε την ίδια περίοδο στις σχέσεις της Γερμανίας με τη Ρωσία. Μετά την ένταση στις σχέσεις της χώρας με τη Βρετανία και τη Ρωσία αλλά και λόγω της οικονομικής του πολιτικής, ο Μπύλοφ οδηγήθηκε το 1909 σε παραίτηση.

Η προπολεμική περίοδος (1909-1914)

Διάδοχος του Μπύλοφ στο αξίωμα του καγκελάριου υπήρξε ο Τέομπαλντ φον Μπέτμαν Χόλβεκ. Κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας του, το 1911, συνέβη η δεύτερη κρίση με το Μαρόκο. Η προσπάθεια του τότε Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Βέχτερ να πιέσει τη Γαλλία ώστε αυτή να κάνει παραχωρήσεις στη Γερμανία είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση ενός τμήματος του γαλλικού Κονγκό. Ωστόσο, τόσο ο Βέχτερ όσο και ο Χόλβεκ κατηγορήθηκαν για υπαναχώρηση και ατολμία. Στο εσωτερικό η πολιτική του Χόλβεκ οδήγησε σε αδιέξοδα.

Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος

Η δολοφονία του Αυστριακού διαδόχου του θρόνου Φραγκίσκου - Φερδινάνδου τον Ιούλιο του 1914 στο Σεράγεβο έγινε η αφορμή για την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου. Η απόφαση της Γερμανίας να υποστηρίξει την Αυστρία στην επίθεσή της εναντίον της Σερβίας και να πάρει το μέρος της σε ενδεχόμενη ανάμειξη της Ρωσίας άνοιξε ουσιαστικά το δρόμο για μια μεγάλης κλίμακας πολεμική σύρραξη. Ανώτατοι Γερμανοί αξιωματικοί αποφάσισαν επίθεση κατά της Γαλλίας και άρχισαν προέλαση μέσω του Βελγίου. Με αφορμή την κινητοποίηση του γερμανικού στρατού η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας.

Για τη Γερμανία, όπως και για τις άλλες χώρες που πήραν μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις, ο πόλεμος αυτός είχε δύο περιόδους: αυτή του συμβατικού πολέμου, ως το 1916, και αυτή κατά την οποία οι δύο αντίπαλες παρατάξεις αγωνίζονταν για την επιβίωσή τους. Στόχος της Γερμανίας ήταν η κατάκτηση της Γαλλίας σε έξι εβδομάδες και της Ρωσίας σε έξι μήνες. Ο πρώτος στόχος απέτυχε, αφού στη μάχη του Μάρνη το Σεπτέμβριο του 1914 οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν το Παρίσι και υποχρεώθηκαν σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο χαρακωμάτων στο Βέλγιο και τη βόρεια Γαλλία. Μετά την αποτυχία στη μάχη του Μάρνη, οι Γερμανοί αποφάσισαν τη διεξαγωγή αμυντικού πολέμου στο δυτικό μέτωπο και επιθετικού στο ανατολικό. Στο ανατολικό μέτωπο σύμμαχοί τους έγιναν η Βουλγαρία και η Τουρκία. Το δεύτερο χρόνο του πολέμου η Γερμανία κατέλαβε την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής. Τη χρονιά αυτή άρχισε στη Γερμανία η προσπάθεια για οργάνωση και συγκέντρωση οικονομικών πόρων για στρατιωτικούς σκοπούς. Το 1916 η παρατεινόμενη μάχη στο Βερντέν εξάντλησε τις δυνάμεις του γερμανικού στρατού. Την ίδια χρονιά απέτυχε στη Γιουτλάνδη η απόπειρα συντριβής της ναυτικής δύναμης των Βρετανών. Έτσι, κάτω από το βάρος των αποτυχιών αυτών, αντικαταστάθηκαν οι αρχηγοί του γερμανικού στρατού. Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου έγινε ο στρατάρχης Χίντενμπουργκ και επιτελάρχης ο Λούντεντορφ. Η φιλοπόλεμη πολιτική των δύο αυτών ανδρών, που στην ουσία κυβέρνησαν τη Γερμανία μέχρι το 1918, οδήγησε τη χώρα σε πολιτικά αδιέξοδα. Το 1917 η διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων με υποβρύχια έγινε αφορμή για την ανάμειξη των Η.Π.Α. στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Το χειμώνα του 1917 η έλλειψη τροφίμων σε συνδυασμό με την κόπωση του πολέμου είχε εξαντλήσει τους Γερμανούς στρατιώτες. Στο μεταξύ εκδηλώθηκε στη Ρωσία η επανάσταση των Μπολσεβίκων. Στα τέλη του 1917 η Γερμανία είχε κάποια υπεροχή σε σχέση με τους αντιπάλους της, αφού οι επιθέσεις των Συμμάχων στο δυτικό μέτωπο είχαν αποκρουστεί και οι ρωσικές δυνάμεις είχαν αποδιοργανωθεί εξαιτίας της επανάστασης του 1917. Ωστόσο οι επιτυχίες του γερμανικού στρατού ήταν παροδικές. Τον Ιούλιο του 1918 τα γαλλικά στρατεύματα οργάνωσαν μια πετυχημένη αντεπίθεση, ενώ επίθεση έκανε και η Βρετανία. Η κατάρρευση της Βουλγαρίας και η απειλούμενη κατάρρευση της Αυστρίας ανάγκασαν τη Γερμανία να ζητήσει άμεση ανακωχή. Το κείμενο της ανακωχής με 14 όρους για τη Γερμανία και τους συμμάχους της ετοίμασε ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Γουίλσον τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς. Η Γερμανία αναγκάστηκε να υπογράψει την ανακωχή στις 11 Νοεμβρίου του 1918, αφού είχε προηγηθεί η συνθηκολόγηση της Τουρκίας και της Αυστρίας. Λίγες μέρες πριν, στις 9 Νοεμβρίου, είχε ανακηρυχθεί η Γερμανική Δημοκρατία από το σοσιαλδημοκράτη Σάιντεμαν.

Η Γερμανική Δημοκρατία (1919-1933)

Στις 6 Φεβρουαρίου 1919 συνήλθε η νέα Εθνοσυνέλευση στη Βαϊμάρη, η οποία εξέλεξε τον Έμπερτ ως πρόεδρο της Γερμανικής Δημοκρατίας και τον Σάιντεμαν ως καγκελάριο. Συνέταξε επίσης ένα νέο Σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο διατηρούνταν η ομοσπονδιακή μορφή του Γερμανικού κράτους αλλά ενισχυόταν η κεντρική κυβέρνηση, αφού οι νόμοι της υπερίσχυαν των νόμων των ξεχωριστών κρατιδίων. Σύμφωνα με το νέο διοικητικό πλαίσιο, αναγνωρίζονταν 17 ομόσπονδα κρατίδια, μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης. Όλα τα επιμέρους κρατίδια είχαν εκπροσώπους στο Ράιχσρατ, που ήταν, ωστόσο, υποδεέστερο όργανο από το Ράιχσταγκ, στο οποίο ήταν υπόλογοι ο καγκελάριος και η κυβέρνηση. Ο πρόεδρος, που εκλεγόταν με εθνική ψηφοφορία, αναλάμβανε σημαντικές εξουσίες. Τα μέλη του Ράιχσταγκ εκλέγονταν επίσης με γενικές εκλογές. Έτσι το καθεστώς στο νέο γερμανικό κράτος ήταν δημοκρατικό, όχι όμως σοσιαλιστικό. Η εργατική τάξη εξακολουθούσε να είναι δυσαρεστημένη.

Τον Μάιο του 1919 κοινοποιήθηκαν στο γερμανικό λαό οι όροι της Συνθήκης του Γουίλσον και προκάλεσαν γενική αγανάκτηση, αφού η Γερμανία έπρεπε να προβεί σε σημαντικές παραχωρήσεις, χωρίς μάλιστα να έχει το δικαίωμα διαπραγματεύσεων. Δημιουργήθηκε αδιέδοξο και ένταση, καθώς από τη μια όλα τα γερμανικά κόμματα ομόφωνα αρνήθηκαν να υπογράψουν και από την άλλη οι Σύμμαχοι απείλησαν με στρατιωτική εισβολή στη Γερμανία. Το αποτέλεσμα ήταν η παραίτηση του καγκελάριου Σάιντεμαν και η διαδοχή του από τον Γουστάβο Μπάουερ. Στις 23 Ιουνίου τα μέλη του Ράιχσταγκ υπέγραψαν τελικά τη Συνθήκη, που έμεινε γνωστή ως Συνθήκη των Βερσαλιών.

Τον Μάρτιο του 1920 ο Χέρμαν Μίλερ διαδέχτηκε τον Μπάουερ στη γερμανική καγκελαρία, για να τον διαδεχτεί, ένα μήνα αργότερα, ο Φέρενμπαχ. Στο μεταξύ τα κόμματα της Αριστεράς κέρδιζαν συνεχώς την εύνοια των Γερμανών ψηφοφόρων. Τα χρόνια 1920 και 1921 σημειώθηκαν εξεγέρσεις στις τάξεις των εργατών, στα πλαίσια των κομουνιστικών ταραχών σε όλη την Κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, κόμματα με εθνικιστικό προσανατολισμό, όπως το Γερμανικό Ρατσιστικό Φιλελεύθερο Κόμμα στη βόρεια Γερμανία και Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ στο Μόναχο, με προκλητικές ενέργειες επιζητούσαν την ανατροπή της δημοκρατίας. Τα κόμματα αυτά υποστηρίζονταν και από διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις. Το κόμμα του Χίτλερ και οι οργανώσεις που το υποστήριζαν αποτέλεσαν τη βάση του μετέπειτα ναζιστικού καθεστώτος στη Γερμανία. Το 1921 ο Φέρενμπαχ, κάτω από το βάρος των πολεμικών αποζημιώσεων που κλήθηκε να πληρώσει η Γερμανία στους Συμμάχους, παραιτήθηκε και τη θέση του στην καγκελαρία ανέλαβε ο Καρλ Γιόζεφ Βιρτ. Σε μια προσπάθειά τους ν` αποκτήσουν συμμάχους στην Ευρώπη, οι Γερμανοί υπέγραψαν το 1922 συνθήκη φιλίας με τους Ρώσους, με άμεσο στόχο την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Στο μεταξύ η οικονομία μετά τον πόλεμο χειροτέρευε συνεχώς, με σημαντικότερες συνέπειες την πτώση του μάρκου και τον αυξημένο πληθωρισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο ύστερα από την κατάληψη της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ από τους Γάλλους. Μέσα σ` ένα τέτοιο κλίμα, τη θέση του καγκελάριου ανέλαβε ο Βίλχελμ Κούνο, που διέταξε παθητική αντίσταση στις προσπάθειες των Γάλλων και των Βέλγων να θέσουν σε λειτουργία τα εργοστάσια στο Ρουρ. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν καταστροφικό για τη γερμανική οικονομία και οδήγησε σε οικονομικό αποκλεισμό της Γερμανίας, νέα πτώση του εθνικού νομίσματος, έλλειψη τροφίμων και μεγάλη δυσαρέσκεια από την πλευρά των πολιτών, κυρίως των μεσαίων τάξεων. Σ` αυτή την επώδυνη κατάσταση ο Στρέζεμαν αντικατέστησε τον Κούνο το 1923 και έθεσε τέρμα στην πολιτική της παθητικής αντίστασης, ενώ παράλληλα κατέστειλε τις εξεγέρσεις των κομουνιστών στη Σαξονία και στο Αμβούργο.

Τα επόμενα χρόνια (1932-30) χαρακτηρίστηκαν από την προσπάθεια της γερμανικής πολιτικής για επιστροφή στην οικονομική και κοινωνική ομαλότητα, με κύριους στόχους τη μείωση του πληθωρισμού και τη δημιουργία φιλικών σχέσεων με τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι προσπάθειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας χάρη σε ξένες επενδύσεις και στην επαναλειτουργία βιομηχανικών μονάδων και την ομαλοποίηση των σχέσεων με τους συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ χάρη στη συμφωνία (σχέδιο Ντέιβις) για τις πολεμικές αποζημιώσεις. Σε αντάλλαγμα για την αποδοχή του σχεδίου αποζημιώσεων, η Γαλλία αποχώρησε από την περιοχή του Ρουρ. Το 1925 με τη Συνθήκη του Λοκάρνο η Γερμανία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της Αλσατίας και της Λορένης. Σε αντάλλαγμα ένα μεγάλο μέρος των συμμαχικών δυνάμεων αποχώρησε από την κατεχόμενη Ρηνανία και η Γερμανία έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1925 η εκλογή του Χίντενμπουργκ στην προεδρία συνέβαλε στην εδραίωση της δημοκρατίας. Την ίδια χρονιά καγκελάριος έγινε ο Βίλχελμ Μαρξ, μετά την παραίτηση του Στρέζεμαν.

Το τέλος της δημοκρατίας

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 επηρέασε αρνητικά και τη γερμανική οικονομία. Παράλληλα είχε αρχίσει ήδη να αυξάνεται η δύναμη και η επιρροή εξτρεμιστικών κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς, όπως το Ναζιστικό και το Κομμουνιστικό κόμμα. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση συνασπισμού του Μίλερ, που είχε εκλεγεί το 1928, παραιτήθηκε κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης και νέος καγκελάριος ανέλαβε ο Χάινριχ Μπρίνινγκ. Στις εκλογές του 1930 διατήρησε τη θέση του με την υποστήριξη των σοσιαλδημοκρατών, παρά τη σημαντική αύξηση των ψήφων του Ναζιστικού και του Κομουνιστικού κόμματος. Ωστόσο στάθηκε αδύνατο να αντιμετωπίσει τη βαθιά οικονομική κρίση. Το σχέδιο για τη δημιουργία μιας γερμανοαυστριακής τελωνειακής ένωσης δεν πραγματοποίηθηκε τελικά, εξαιτίας των αντιδράσεων της Γαλλίας και της Ιταλίας. Στις αρχές του 1932 η κατάσταση της γερμανικής οικονομίας επιδεινώθηκε και το ποσοστό των ανέργων αυξήθηκε ανησυχητικά. Στις εκλογές του Μαρτίου επανεκλέχθηκε ο Χίντενμπουργκ στην προεδρία, αλλά ο μεγάλος νικητής ήταν το Ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ, που συγκέντρωσε το 36,8% των ψήφων. Τη θέση του Μπρίνινγκ στην καγκελαρία ανέλαβε ο Φραντς φον Πάπεν. Στις εκλογές του Ιουλίου για το Ράιχσταγκ οι ναζί κέρδισαν 230 έδρες και έγιναν έτσι το ισχυρότερο κόμμα. Τον Ιανουάριο του 1933 ο Χίτλερ ανέλαβε την καγκελαρία.

Το τρίτο Ράιχ (1933-1945)

Οι εκλογές του Μαρτίου του 1933 έγιναν μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας από τους οπαδούς του Χίτλερ. Το ραδιόφωνο χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για τη ναζιστική προπαγάνδα, ενώ οι συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις των άλλων κομμάτων διαλύονταν με βίαιο τρόπο. Ο Χέρμαν Γκέρινγκ, υπουργός Εσωτερικών στην Πρωσία, προχώρησε σε εκκαθαρίσεις στη γερμανική αστυνομία, θέτοντάς την υπό τον έλεγχο του Ναζιστικού κόμματος. Άρχισαν οι διώξεις εναντίον των κομουνιστών, ενώ τον Απρίλιο έγιναν οι πρώτες επιθέσεις σε εβραϊκά καταστήματα. Τον Φεβρουάριο έγινε ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ και η κυβέρνηση ανέλαβε έκτακτες εξουσίες με το πρόσχημα κομουνιστικού πραξικοπήματος. Στη συνέχεια, ο Χίτλερ πέτυχε την υπογραφή της Πράξης Εξουσιοδότησης, που έδινε το δικαίωμα στην κυβέρνησή του να εκδίδει διατάγματα χωρίς την έγκριση του Ράιχσταγκ ή του προέδρου. Η Πράξη αυτή αποτέλεσε τη βάση για το καθεστώς δικτατορίας που επέβαλε ο Χίτλερ κατά τη διάρκεια της τρίτης γερμανικής αυτοκρατορίας. Έχοντας απόλυτη εξουσία, επέβαλε ένα συγκεντρωτικό καθεστώς, καταργώντας τις εξουσίες τοπικών διοικήσεων. Κατάργησε τα εργατικά συνδικάτα και έθεσε τέρμα στον πολυκομματισμό, απαγορεύοντας τη λειτουργία άλλων κομμάτων εκτός του ναζιστικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και ιδρύοντας τις ναζιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις SA. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, υπουργός Δημόσιας Διαφώτισης και Προπαγάνδας, συνέβαλε στη διάδοση και ισχυροποίηση του ναζιστικού πνεύματος στο γερμανικό λαό.

Κύριο χαρακτηριστικό της χρονικής περιόδου από το 1934 ως το 1939 ήταν η προσπάθεια εδραίωσης του απολυταρχικού καθεστώτος που είχε ήδη εγκαταστήσει ο Χίτλερ στη Γερμανία. Το 1934 άρχισαν οι συστηματικοί διωγμοί εναντίον των Εβραίων, που κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο του 1938. Οι περισσότεροι από αυτούς εκτελέστηκαν ή πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη τη Γερμανία (συνολικά περίπου 6.000.000 άνθρωποι), ενώ κατασχέθηκαν οι περιουσίες τους. Κύριο όργανο αστυνόμευσης των πολιτών έγινε η ασφάλεια και η οργάνωση των SS. Οργανώθηκε η υποχρεωτική ναζιστική κίνηση της νεολαίας και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούσαν με σύστημα ναζιστικής πειθαρχίας. Μέχρι το 1939 ο Χίτλερ έθεσε υπό τον έλεγχό του το στρατό και το υπουργείο Εξωτερικών, ενώ έγινε ο ίδιος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ο Χίτλερ είχε ως στόχο την ανατροπή των όρων της συνθήκης του 1919 και τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη. Τον Οκτώβριο του 1933 η Γερμανία είχε αποχωρήσει από τον οργανισμό της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1935 ο Χίτλερ επανέφερε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, παραβιάζοντας τη Συνθήκη των Βερσαλιών, ενώ την επόμενη χρονιά αθέτησε μονομερώς τη Συνθήκη του Λοκάρνο. Τα επόμενα χρόνια φρόντισε να επωφεληθεί από τις αντιθέσεις μεταξύ των άλλων δυνάμεων της Ευρώπης. Το 1936, με την έναρξη του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, άρχισε επαφές με τον Ιταλό δικτάτορα Μουσολίνι. Το 1938 πέτυχε την κατάληψη και προσάρτηση της Αυστρίας στη γερμανική αυτοκρατορία και έστρεψε τις επεκτατικές του βλέψεις προς την Τσεχοσλοβακία. Στο μεταξύ οι άλλες μεγάλες δυνάμεις διατηρούσαν παθητική στάση, περιοριζόμενες σε διαμαρτυρίες. Το 1939 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Βοημία και τη Μοραβία. Στη συνέχεια ο Χίτλερ στράφηκε προς την Πολωνία. Η Μεγάλη Βρετανία, εγκαταλείποντας την πολιτική της παθητικής διαμαρτυρίας, υποσχέθηκε την υποστήριξή της στην Πολωνία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Την 1η Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο Χίτλερ έδωσε διαταγή για στρατιωτική επέμβαση στην Πολωνία, χωρίς προηγουμένως να έχει κηρύξει τον πόλεμο. Δύο μέρες αργότερα η Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία.

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος (1939-45)

Η ευκολία της κατάκτησης της Πολωνίας αποτέλεσε την αιτία για την επέκταση του πολέμου σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Το χειμώνα του 1939-40 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Νορβηγία και τη Δανία, ενώ τον Μάιο του 1940 εισέβαλαν στην Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Στα τέλη του ίδιου μήνα οι βελγικές και ολλανδικές δυνάμεις παραδόθηκαν, ενώ οι Γάλλοι ζήτησαν ανακωχή στα μέσα του Ιουνίου. Ταυτόχρονα, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας και τον Οκτώβριο του 1940 εναντίον της Ελλάδας. Για να υποστηρίξει την αποτυχημένη ιταλική εισβολή τόσο στα Βαλκάνια όσο και στη Βόρεια Αφρική, η Γερμανία εισέβαλε την άνοιξη του 1941 στην Ελλάδα και την κατέλαβε. Κατέλαβε επίσης τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Τον Ιούνιο του 1941 ο Χίτλερ άρχισε την επίθεσή του κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς τα γερμανικά στρατεύματα, που είχαν προχωρήσει βαθιά στο σοβιετικό έδαφος, αντιμετώπισαν τεράστιες δυσκολίες εξαιτίας του βαρύ ρωσικού χειμώνα και μιας αιφνίδιας αντεπίθεσης των σοβιετικών στρατευμάτων. Οι επιθέσεις εκείνες των Ρώσων αντιμετωπίστηκαν τελικά με επιτυχία από τον Χίτλερ, που είχε αναλάβει προσωπικά την αρχηγία των μαχόμενων δυνάμεων. Στο μεταξύ, η επίθεση της Ιαπωνίας στο λιμάνι Περλ Χάρμπορ του Ειρηνικού τον Δεκέμβριο του 1941 και λόγω αυτής η είσοδος των Η.Π.Α στον πόλεμο, έδωσε στη σύρραξη παγκόσμια διάσταση. Το 1942 η γερμανική κατοχή εξαπλώθηκε σε όλη τη Γαλλία. Οι αεροπορικές δυνάμεις των Συμμάχων άρχισαν το βομβαρδισμό των μεγαλύτερων γερμανικών πόλεων, ενώ την επόμενη χρονιά οι πολεμικές συγκρούσεις μεταφέρθηκαν κάτω από τη θάλασσα, με υποβρύχια. Στο λεγόμενο "πόλεμο των υποβρυχίων" οι συμμαχικές δυνάμεις δέχτηκαν σημαντικά πλήγματα, ωστόσο απέκτησαν υπεροχή στα τέλη του 1943. Στο μεταξύ στη Ρωσία η επιχείρηση για την κατάληψη του Στάλινγκραντ κατέληξε σε αποτυχία για τα γερμανικά στρατεύματα. Παράλληλα, οι Βρετανοί είχαν σημαντικές επιτυχίες στη Μεσόγειο. Η διπλή αυτή αποτυχία της Γερμανίας ήταν αποφασιστική για την εξέλιξη του πολέμου. Ωστόσο ο Χίτλερ παρέμενε ακόμα ο απόλυτος κυρίαρχος του μεγαλύτερου τμήματος της Ευρώπης, προβαίνοντας σε εξοντώσεις πληθυσμού ή στην εκμετάλλευσή του ως εργατικού δυναμικού. Στο εσωτερικό τη θέση του Γκέρινγκ είχε πάρει ο Χίμλερ, που παραχώρησε ακόμα μεγαλύτερες δικαιοδοσίες στα τάγματα των SS. Βέβαια, από τα τέλη του 1943 ήταν ορατά σε πολλούς τα πρώτα σημάδια της ήττας της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς αυτής ο Μουσολίνι ανατράπηκε, ενώ οι συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ιταλία και οι Ρώσοι πέρασαν στην αντεπίθεση. Τον Ιούνιο του 1944 οι Σύμμαχοι πραγματοποιήσαν απόβαση στη Νορμανδία. Παράλληλα είχαν ενταθεί οι βομβαρδισμοί γερμανικών πόλεων. Ο Χίτλερ, ωστόσο, δεν ήθελε να υποχωρήσει και αποτέλεσμα της εμμονής του αυτής ήταν μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τον Ιούλιο του 1944. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν φτάσει στον Ρήνο και τον Μάρτιο του 1945 εισέβαλαν στη Γερμανία. Στο μεταξύ, στις αρχές του 1945 οι Ρώσοι είχαν ήδη εισβάλει στη Γερμανία. Ο Χίτλερ αρνήθηκε να εγκαταλείψει το Βερολίνο και αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 1945. Τον ίδιο θάνατο διάλεξαν ο Γκέμπελς και ο Χίμλερ. Οι περισσότεροι ηγέτες των Ναζί συνελήφθηκαν από τους Συμμάχους και δικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου.

Η συμμαχική κατοχή, η διαίρεση και η δημιουργία δύο Γερμανιών (1945-1949)

Η ηττημένη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου Γερμανία παραδόθηκε άνευ όρων, με αποτέλεσμα το διαμελισμό της χώρας και τη διαίρεσή της σε τέσσερις ζώνες σρατιωτικής κατοχής. Με τον ίδιο τρόπο μοιράστηκε στους συμμάχους και η πρωτεύουσα, το Βερολίνο. Με την έγκριση των κατοχικών δυνάμεων δημιουργήθηκαν περιφερειακά όργανα αυτοδιοίκησης, τα λεγόμενα "κρατίδια". Το 1949 οι ζώνες κατοχής της Γαλλίας, της Βρετανίας και των Η.Π.Α. ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία) με πρωτεύουσα τη Βόννη. Τα έντεκα ιδρυτικά ομόσπονδα κράτη ήταν η Βαβαρία, η Βρέμη, το Αμβούργο, η Έση, η Κάτω Σαξονία, η Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, η Ρηνανία-Παλατινάτο, το Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, η Βάδη, η Βυρτεμβέργη-Βάδη και η Βυρτεμβέργη-Χόεντσολερν. Στη Δυτική Γερμανία ανήκε πολιτικά και το Δυτικό Βερολίνο. Την ίδια χρονιά η ζώνη της σοβιετικής κατοχής αποτέλεσε τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία), με πρωτεύουσα το Ανατολικό Βερολίνο. Η Δυτική Γερμανία ανάρρωσε γρήγορα από την ήττα και τις καταστροφές του πολέμου και εξελίχθηκε πολιτικά και οικονομικά σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης. Το λεγόμενο "οικονομικό θαύμα" της δεκαετίας του `50 ανέδειξε τη χώρα σε παγκόσμια οικονομική δύναμη, που είχε βάση την οικονομία της ελεύθερης αγοράς και την ατομική ιδιοκτησία. Στην πολιτική επικράτησε πολυκομματικό καθεστώς με δύο μεγάλα κόμματα στη διεκδίκηση της εξουσίας: το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση. Ο καγκελάριος ήταν ο επικεφαλής της κυβέρνησης και ο πρόεδρος ο αρχηγός του κράτους. Το βασικό όργανο για την άσκηση της εξουσίας ήταν η Βουλή Μπούντεσταγκ, τα μέλη της οποίας εκλέγονταν κάθε τέσερα χρόνια. Το ομόσπονδα κρατίδια είχαν αντιπροσώπους τους στο Μπούντεσρατ. Σημαντικό ρόλο στο νέο κράτος έπαιζε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Επίσης επικράτησαν συνθήκες πολυφωνίας και ελευθερίας του Τύπου. Από την άλλη πλευρά η Ανατολική Γερμανία είχε ένα πολιτικό καθεστώς βασισμένο στα πρότυπα του σοβιετικού σταλινισμού. Έγινε μέλος της Κομεκόν και του στρατιωτικού συμφώνου της Βαρσοβίας. Η οικονομία της δεν έφτασε ποτέ το υψηλό επίπεδο της δυτικογερμανικής οικονομίας. Η κυβέρνηση λειτουργούσε ως όργανο ενός ισχυρού Κομουνιστικού κόμματος. Το συγκεντρωτικό αυτό καθεστώς στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην Κρατική Ασφάλεια (Στάζι).

Τα χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης (1949-1969)

Πρώτος καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας εκλέχτηκε στις εκλογές του 1949 ο Κόνραντ Αντενάουερ από το κόμμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, ενώ πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλαβε ο Τέοντορ Χόις του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος. Η πολιτική του νέου κράτους στηρίχτηκε στην καπιταλιστική οκονομία της ελεύθερης αγοράς και είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας. Το αποτέλεσμα ήταν η γρήγορη και εκπληκτική ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας, έτσι ώστε όλοι να μιλούν για το γερμανικό "θαύμα". Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του νέου κράτους ήταν η ενσωμάτωση των Γερμανών προσφύγων που προέρχονταν από τις ανατολικές χώρες. Ωστόσο οι άνθρωποι αυτοί, παρά τα προβλήματα που προκάλεσαν, συντέλεσαν σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη. Στο μεταξύ, στην Ανατολική Γερμανία οι κάτοικοι αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης βασικών ειδών πρώτης ανάγκης, της ενοχλητικής και πιεστικής ιδεολογικής προπαγάνδας από την πλευρά του κράτους, τις διώξεις των διαφωνούντων και την απαγόρευση της άσκησης της λατρείας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα μαζικό κύμα φυγής προς τη Δυτική Γερμανία, που συνεχίστηκε και μετά το κλείσιμο των συνόρων το 1961. Στη Δυτική Γερμανία ο Αντενάουερ ακολούθησε πολιτική φιλική προς τις άλλες δυτικές δημοκρατίες. Το 1955 η Δυτική Γερμανία έγινε μέλος του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου και το 1957 ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Μέσα στο γενικό κλίμα ευημερίας και ανάπτυξης, το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών που υποστήριζε τον Αντενάουερ αύξησε την πλειοψηφία του στις εκλογές του 1953. Την ίδια χρονιά στην Ανατολική Γερμανία εκδηλώθηκε εξέγερση των εργατών, που απαιτούσαν πολιτική αλλαγή. Η εξέγερση αντιμετωπίστηκε με την επέμβαση των σοβιετικών στρατευμάτων. Το 1955 η Ανατολική Γερμανία έγινε μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας, της στρατιωτικής συμμαχίας του σοβιετικού μπλοκ. Μετά την εξέγερση των εργατών μειώθηκε τόσο η πίεση που ασκούνταν στους εργαζόμενους όσο και ο ιδεολογικός έλεγχος από την πλευρά του κράτους. Ωστόσο το κύμα φυγής προς τη Δυτική Γερμανία συνεχιζόταν με τον ίδιο ρυθμό. Έτσι, το 1961 αποφασίστηκε με αιφνίδιο τρόπο ο αποκλεισμός του Ανατολικού από το Δυτικό Βερολίνο, αρχικά με συρματοπλέγματα και έπειτα με την κατασκευή ενός τείχους. Κανένας δεν μπορούσε πλέον να περάσει στο δυτικό τμήμα της πόλης χωρίς άδεια από την κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας. Στη Δυτική Γερμανία το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αύξησε τη δύναμή του στις εκλογές του 1961. Ο Αντενάουερ διατήρησε το αξίωμα του καγκελάριου μέχρι το 1963, οπότε τον διαδέχτηκε ο Έρχαρτ, που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1966. Από το 1966 ως το 1969 η Δυτική Γερμανία είχε κυβέρνηση συνασπισμού χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών, με καγκελάριο τον Κίσιγκερ και υπουργό Εξωτερικών τον Βίλι Μπραντ.

Η πολιτική της συμφιλίωσης (1969-1989)

Με την άνοδο του Γκούσταφ Χάινεμαν στην προεδρία στις εκλογές του 1969 οι σοσιαλδημοκράτες απέκτησαν για πρώτη φορά ύστερα από 20 χρόνια υπεροχή έναντι των χριστιανοδημακρατών και εξέλεξαν καγκελάριο τον Βίλυ Μπραντ. Η νέα κυβέρνηση επέφερε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Δυτικής Γερμανίας, αλλά η σπουδαιότερη συμβολή της ήταν η νέα πολιτική προς την Ανατολική Γερμανία, η λεγόμενη Όστπολιτικ. Το 1970 η κυβέρνηση του Μπραντ άρχισε δραπραγματεύσεις με την Ανατολική Γερμανία, με στόχο τη σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων των δύο κρατών. Το 1972 οι δύο χώρες συνέταξαν τη Βασική Συνθήκη, σύμφωνα με την οποία καθεμία από τις δύο χώρες αναγνώριζε την ανεξαρτησία της άλλης. Στη Δυτική Γερμανία οι χριστιανοδημοκράτες είχαν αντιρρήσεις και αντέδρασαν έντονα στην Όστπολιτικ. Ωστόσο οι εκλογές του 1972 ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τους σοσιαλδημοκράτες και τις πολιτικές επιλογές τους και η Βασική Συνθήκη υπογράφτηκε από τις δύο πλευρές στα τέλη του 1972. Την ίδια χρονιά και τα δύο γερμανικά κράτη έγιναν μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στο μεταξύ την ηγεσία της Ανατολικής Γερμανίας είχε αναλάβει από το 1971 ο κομουνιστής Έρικ Χόνεκερ. Η χώρα του αποκόμισε μεγάλα οφέλη από την υπογραφή της Συνθήκης, με σπουδαιότερα από αυτά τη διεθνή αναγνώριση και τη βελτίωση της οικονομίας και του επιπέδου διαβίωσης. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στα δύο γερμανικά κράτη, σε όλα τα επίπεδα. Το 1974, μετά την παραίτηση του Βίλι Μπραντ, καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας έγινε ο σοσιαλδημοκράτης Χέλμουτ Σμιτ. Στη συνέχεια, το 1982 τη γερμανική καγκελαρία ανέλαβε ο χριστιανοδημοκράτης Χέλμουτ Κολ, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1997. Παράλληλα είχε αρχίσει να αυξάνεται η δύναμη του νέου οικολογικού κόμματος των Πρασίνων. Την ίδια περίοδο η Ανατολική Γερμανία αντιμετώπιζε πολλά εσωτερικά προβλήματα εξαιτίας του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Μετά την επίσκεψη του Δυτικογερμανού καγκελάριου Σμιτ στην Ανατολική Γερμανία, η χώρα άρχισε να επιτρέπει με μεγαλύτερη ευκολία στους πολίτες της επισκέψεις στη Δυτική Γερμανία. Παράλληλα η δυσαρέσκεια των πολιτών της Ανατολικής Γερμανίας για το καθεστώς στη χώρα αυξανόταν συνεχώς.

Η επανένωση των δύο Γερμανιών

Η κατάρρευση του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας ήταν απόρροια της κατάρρευσης των κομουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Το καλοκαίρι του 1989 πολλοί Ανατολικογερμανοί ζήτησαν καταφύγιο στη Δυτική Γερμανία μέσω των αυστροουγγρικών συνόρων. Σε πολλές ανατολικογερμανικές πολεις (όπως π.χ. στη Λιψία) οργανώθηκαν αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις). Σε μια προσπάθεια να ελεγχθεί η κατάσταση, στα μέσα του Οκτωβρίου ο Έρικ Χόνεκερ αντικαταστάθηκε από το σκληροπυρηνικό κομουνιστή Έγκον Κρεντς. Στις 9 Νοεμβρίου αποφασίστηκε να χορηγηθεί άδεια σε όσους Ανατολικογερμανούς επιθυμούσαν να ταξιδέψουν στη Δυτική Γερμανία. Ο λαός της χώρας ερμήνευσε την απόφαση με διαφορετικό τρόπο και το ίδιο βράδυ, κάτω από την πίεση και τον ενθουσιασμό χιλιάδων Ανατολικογερμανών, το τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε. Από τη στιγμή εκείνη τα γεγονότα εξελίχθηκαν με ραγδαίους ρυθμούς. Τη θέση του Κρεντς ανέλαβε ο μεταρρυθμιστής Χανς Μόντροου, ο οποίος υποσχέθηκε στο λαό ελεύθερες πολυκομματικές εκλογές. Τον Μάρτιο του 1990 έγιναν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές, στις οποίες υπερίσχυσε ένα κόμμα αντίστοιχο με αυτό των χριστιανοδημοκρατών της Δυτικής Γερμανίας. Τον Ιούλιο του 1990 πραγματοποιήθηκε η νομισματική ενοποίηση των δύο χωρών. Η τελική επίσημη συνθήκη της ενοποίησης τέθηκε σε ισχύ στις 3 Οκτωβρίου του 1990. Η Ανατολική Γερμανία εντάχθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία με πέντε ομόσπονδα κράτη, ενώ το ενωμένο Βερολίνο αποτέλεσε ιδιαίτερο ομόσπονδο κράτος. Τα νέα ομόσπονδα κράτη ήταν το Βραδεμβούργο, το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η Σαξονία, η Σαξονία-Άνχαλτ και η Θουριγγία. Τον Δεκέμβριο του 1990 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες παγγερμανικές εκλογές και ο Χέλμουτ Κολ έγινε ο πρώτος καγκελάριος της ενωμένης Γερμανίας.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση

Την αρχική χαρά για την ενοποίηση στη Γερμανία διαδέχτηκε η απογοήτευση και η δυσαρέσκεια, κυρίως από την πλευρά των Δυτικογερμανών, που επιβαρύνθηκαν εξαιτίας της αύξησης των φόρων από την κυβέρνηση του Κολ. Η αύξηση της ανεργίας και άλλα οικονομικά προβλήματα και στα δύο πρώην γερμανικά κράτη ευνόησε την ανάπτυξη και δράση νεοναζιστικών ομάδων, που άρχισαν βίαιες επιθέσεις εναντίον ξένων μεταναστών. Παράλληλα η συνεχής εισροή μεταναστών κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη ανάγκασε τη γερμανική κυβέρνηση να θέσει το 1993 σε ισχύ ένα νόμο που έθετε περιορισμούς στη χορήγηση ασύλου. Στις εκλογές του 1994 και παρά τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, οι χριστιανοδημοκράτες και ο Χέλμουτ Κολ ήταν για άλλη μια φορά οι νικητές, με σημαντικές βέβαια απώλειες.

Ωστόσο οι Σοσιαλδημοκράτες με αρχηγό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ ήταν οι νικητές των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 1998, οι οποίοι επανεξελέγησαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2002.


LivePedia.gr



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.