Ελλάδα /Οικονομία /Βιομηχανία

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Προϋπόθεση της δημιουργίας βιομηχανίας είναι σε μια χώρα η ύπαρξη ανεπτυγμένης χειροτεχνίας και βιοτεχνίας, γιατί αυτές αποτελούν τον προθάλαμο της βιομηχανίας, δίνοντας το ειδικευμένο προσωπικό, που απαιτείται για τη βιομηχανία.

Πίνακας περιεχομένων

Γενικά

Στη διαδικασία της παραγωγής, στη βιομηχανία, ο βασικός παράγοντας είναι η μηχανή, ενώ ο ρόλος του ανθρώπου περιορίζεται στο σωστό χειρισμό της. Στη βιομηχανία δουλεύουν συνήθως πολλά άτομα και η παραγωγή είναι μαζική. Πρέπει δε να τονιστεί ότι τα όρια ανάμεσα και στις τρεις μορφές δεν είναι απόλυτα και σαφή.

Οι πρώτες βιομηχανίες είναι συνήθως βιομηχανίες επεξεργασίας κι εξευγενισμού των αγροτικών προϊόντων. Ακολουθεί η βαρεία βιομηχανία, η οποία θα δώσει τις απαιτούμενες μηχανές, για την παραπέρα ανάπτυξη της βιομηχανίας καταναλώσεως ειδών. Τελικός δε σκοπός πρέπει να είναι η ανάπτυξη της βιομηχανίας, που θα αφορά κατευθείαν τον άνθρωπο και την επιστήμη για τη βελτίωση των όρων ζωής. Στη σημερινή εποχή, από πλευράς σημασίας, υπερέχει σημαντικά η βιομηχανία, η βιοτεχνία συνεχώς περιορίζεται, ενώ η χειροτεχνία κάνει πολύ λίγο φανερή την παρουσία της.

Ιστορία

Οι πρόδρομοι της βιομηχανίας, η οικοτεχνία, και αργότερα η βιοτεχνία, έχουν τις ρίζες τους στο μακρινό πολιτιστικό παρελθόν του ανθρώπου, όταν αυτός άρχισε να επεξεργάζεται το ξύλο και την πέτρα, για να φτιάξει τα πρώτα του εργαλεία. Ακολούθησε η επεξεργασία του δέρματος και, σε συνέχεια, των μετάλλων. Η βιοτεχνία γνώρισε μεγάλη ακμή στην κλασική ελληνική εποχή και αργότερα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία. Τη μεγαλύτερη όμως ανάπτυξη της η βιοτεχνία τη γνώρισε στη διάρκεια του 15ου αιώνα και κυρίως με την εξέλιξη της υφαντουργίας. Θερμική Ενέργεια ήταν το ξύλο και το κάρβουνο.

Επαναστατική ανάπτυξη της βιοτεχνίας και ίδρυση βιομηχανικών κέντρων, προκάλεσε η ανακάλυψη της χρήσης του ατμού, το 1700, γιατί έγινε κίνηση μεγαλύτερων μηχανών. Αργότερα ήρθε ο ηλεκτρισμός, με τα πολλά του πλεονεκτήματα. Σήμερα η βιομηχανία έχει φτάσει σε υψηλού βαθμού επίπεδα ανάπτυξης.

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας σε μια χώρα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, που οι σπουδαιότεροι είναι:

Πρώτες Ύλες

  • Η ύπαρξη πρώτων υλών, δηλαδή για να μπορέσει να σταθεί και να αναπτυχθεί μια βιομηχανία, θα πρέπει να εξασφαλίσει τα φυσικά προϊόντα, που θα υποστούν τη μεταποίηση.
  • για να κινηθεί μια βιομηχανία, χρειάζεται ενέργεια. Πρέπει λοιπόν να εξασφαλιστεί η κινητήρια δύναμη, που θα βάλει σε κίνηση τα μηχανήματα. Και
  • χρειάζεται και το ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, που θα χειρίζεται εύκολα τα μηχανήματα.
Οι πρώτες ύλες, που υπάρχουν σε κάθε μέρος, είναι ο καθοριστικός παράγοντας για το είδος της βιομηχανίας, που θ' αναπτυχθεί. Γι' αυτό, παρατηρούμε ότι οι βασικές βιομηχανίες, κατά κανόνα, δημιουργούνται, αναπτύσσονται και ευημερούν στους τόπους και στις περιοχές, όπου υπάρχουν αρκετές πρώτες ύλες, για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της παραγωγής. Τα δε μεγάλα μεταποιητικά βιομηχανικά συγκροτήματα δημιουργούνται κοντά στα αστικά κέντρα, στα κέντρα κατανάλωσης, έτσι που να είναι και κοντά στις αγορές, αλλά και κοντά στις πόλεις, που διαθέτουν το εργατικό δυναμικό.

Η Ελλάδα δεν έχει και μεγάλο πλούτο σε πρώτες ύλες τέτοιες που να στηριχτεί μια πλατιά βιομηχανία. Η ελληνική γη διαθέτει όμως εκλεκτά γεωργικά και ιδιαίτερα οπωροκηπευτικά προϊόντα και αρκετά μεταλλεύματα, για την ανάπτυξη των αντιστοίχων βιομηχανιών.

Ενέργεια

Ενεργειακή κατάσταση

Η ενέργεια είναι ένας ρόλος καθοριστικός για την ύπαρξη της βιομηχανίας. Χωρίς ενέργεια είναι αδύνατο να υπάρξει βιομηχανία. Οι μηχανές, ανάλογα με τον τύπο τους, κινούνται κυρίως με ατμό, με πετρέλαιο, με φυσικά αέρια, με ηλεκτρική ή με ατομική και πυρηνική ενέργεια.

Για τη χώρα μας, μοναδική, ή μάλλον κυριαρχούσα μορφή ενέργειας, είναι ο ηλεκτρισμός. Για να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια, χρειάζεται κάτι άλλο: πετρέλαιο, κάρβουνο, ραδιενεργά ορυκτά ή υδατοπτώσεις, που θα θέσουν σε κίνηση τις μηχανές για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η χώρα μιας όμως (μέχρι στιγμής) εισάγει όλο το πετρέλαιο, που απαιτείται για την κίνηση των μηχανών, μιας και ακόμα η ελληνική παραγωγή πετρελαίου δε άρχισε να αποδίδει πλήρως. Ας ελπίσουμε όμως ότι πολύ σύντομα θα καλύπτουμε ένα μέρος, τουλάχιστον από τις ανάγκες μας σε πετρέλαιο, από τη δική μας παραγωγή. Επίσης δεν έχουν βρεθεί, ίσαμε τώρα, εκμεταλλεύσιμα ραδιενεργά ορυκτά. Η χώρα μας όμως διαθέτει τεράστιες ποσότητες λιγνίτη, δηλαδή γαιάνθρακα δεύτερης ποιότητας και νερά αρκετά από τα ποτάμια μας και τα τεχνητά έργα, που έχουν γίνει, έτσι που μπορεί, μια γενικότερη και πιο συντονισμένη προσπάθεια, να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της βιομηχανίας της σε ηλεκτρισμό. Ενεργειακά λοιπόν η χώρα μας μπορεί να στηριχτεί μόνο στον ηλεκτρισμό.

Ηλεκτρική Ενέργεια

Η μεγάλη εφαρμογή της ηλεκτρικής ενέργειας οφείλεται στο ότι αυτή:

  • μετατρέπεται αμέσως σε άλλες μορφές ενέργειας
  • μεταφέρεται εύκολα και με μικρό κόστος, σε μεγάλες αποστάσεις και
  • κατανέμεται σε οσεσδήποτε μικρές ή μεγάλες ποσότητες.
Η Ηλεκτρική Ενέργεια λαμβάνεται κυρίως από τη θερμική ή την υδραυλική. Η διαρκής όμως μείωση των αποθεμάτων της γης σε καύσιμα - ιδίως υγρά - αναγκάζει τον άνθρωπο να στραφεί περισσότερο προς την υδραυλική ενέργεια, η οποία διαρκώς ανανεώνεται και δεν εξαντλείται, αρκεί να γίνουν τα κατάλληλα για τη χρησιμοποίησή της έργα (φράγματα και υδροηλεκτρικοί σταθμοί).

Το 1950 είναι ένας σταθμός στα ελληνικά ενεργειακά χρονικά. Είναι η χρονιά, που σημάδεψε την παραπέρα ανάπτυξη του ενεργειακού δυναμικού της χώρας μας. Στην Ελλάδα η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται θερμικώς και υδραυλικώς. Από το 1950 και πέρα την εκμετάλλευση της ελληνικής ηλεκτρικής ενέργειας ανάλαβε η Δ.Ε.Η. Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), ιδρύθηκε το 1950 και σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο τεχνικό και οικονομικό οργανισμό της χώρας μας. Η Δ.Ε.Η. ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1950, για να αναλάβει την παραγωγή, μεταφορά και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη τη χώρα, με τη χαμηλότερη δυνατή τιμή, αξιοποιώντας τις ελληνικές πηγές ενέργειας και χρησιμοποιώντας σύγχρονα τεχνικά μέσα και μεθόδους. Διαχειρίζεται την παραγωγή και διάθεση της ηλεκτρικής ενέργειας, για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους, κάτω από την εποπτεία του Υπουργείου Βιομηχανίας, αλλά έχει εσωτερική αυτοτέλεια. Με τη σταδιακή εφαρμογή ορθολογικού προγράμματος, η ΔΕΗ, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την τεχνολογική ανάπτυξη και τη γενικότερη οικονομική πρόοδο της χώρας.

Έως το 1950 η εξυπηρέτηση του πληθυσμού της χώρας σε ηλεκτρικό ρεύμα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Εκτός από την Πρωτεύουσα, τη Θεσσαλονίκη, και την Πάτρα, οι άλλες πόλεις εξυπηρετούνταν από μικρούς τοπικούς σταθμούς, που λειτουργούσαν ορισμένες ώρες το 24ωρο, και το ρεύμα ήταν πανάκριβο. Φυσικά τα περισσότερα χωριά, και η ύπαιθρος γενικά, δεν είχαν φως. Χαρακτηριστικό δε της εποχής εκείνης είναι ότι η Αθήνα με το 18% του τότε συνολικού πληθυσμού, απορροφούσε το 85% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Όλοι δε οι σταθμοί λειτουργούσαν με καύση πετρελαίου, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις.

Με την ίδρυση της ΔΕΗ άρχισε και η προοδευτική εγκατάσταση του εθνικού δικτύου και έγινε η εξαγορά, με νόμο, όλων των ιδιωτικών ηλεκτρικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και της Ηλεκτρικής Εταιρίας Αθηνών-Πειραιώς, που τροφοδοτούσε ως το 1961 με ρεύμα την πρωτεύουσα.

Σήμερα πάνω από τα 98% του πληθυσμού της χώρας έχουν στη διάθεσή τους ηλεκτρικό ρεύμα για κάθε χρήση και για όλο το 24ωρο. Γεγονός που σημαίνει όχι μόνο την πλατιά εκβιομηχάνιση της χώρας και ιδιαίτερα της επαρχίας, αλλά και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού με τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Όλα σχεδόν τα χωριά έχουν ηλεκτροδοτηθεί. Σε σύγκριση με το 1950 η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι σήμερα 30 φορές μεγαλύτερη. Αξιοποιήθηκαν οι ενεργειακοί πόροι της χώρας και έτσι η λειτουργία των σταθμών εξασφαλίζεται κατά το 70% από τους ελληνικούς λιγνίτες και τις υδατοπτώσεις και μόνο το 30% από πετρέλαιο, που κι αυτό τείνει να περιοριστεί στο μικρότερο δυνατό ποσοστό.

Ατμοηλεκτρικοί Σταθμοί

Ατμοηλεκτρικοί σταθμοί, λέγονται οι σταθμοί που δουλεύουν με πετρέλαιο και κάρβουνο-λιγνίτη. Οι σταθμοί, που χρησιμοποιούν λιγνίτη, είναι φτιαγμένοι κοντά στα λιγνιτωρυχεία. Τέτοιοι σταθμοί είναι: ο ατμοηλεκτρικός σταθμός Αλιβερίου, που είναι και ο πρώτος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τον οποίο ίδρυσε η ΔΕΗ το 1953 στην Εύβοια, σε εκτέλεση του προγράμματος εξηλεκτρισμού. Ο ατμοηλεκτρικός σταθμός Πτολεμαϊδας, που τέθηκε σε λειτουργία τον Οκτώβρη του 1959 και βασίζεται η λειτουργία του αποκλειστικά στην εκμετάλλευση του λιγνίτη της περιοχής, ο οποίος έχει το πλεονέκτημα να εξορύσσεται στην επιφάνεια του εδάφους. Ο σταθμός Μεγαλόπολης, που και αυτός στηρίζεται στα μεγάλα κοιτάσματα λιγνίτη της περιοχής. Οι σταθμοί, που χρησιμοποιούν πετρέλαιο, βρίσκονται κοντά σε λιμάνια, όπως είναι ο ατμοηλεκτρικός σταθμός Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, που, μαζί με του Νέου Φαλήρου, δε λειτουργούν πια, στο Αλιβέρι και το Ηράκλειο και αλλού.

Υδροηλεκτρικοί Σταθμοί

Υδροηλεκτρικοί λέγονται οι σταθμοί, που εκμεταλλεύονται την ενέργεια του νερού, που πέφτει από μεγάλο ύψος. Τέτοιοι σταθμοί είναι: Οι σταθμοί των Κρεμαστών και του Καστρακίου στον Αχελώο. Ο σταθμός Κρεμαστών άρχισε να λειτουργεί από το τέλος του 1965, αποτελεί δε το μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό σταθμό της Ελλάδας. Η κίνηση των υδροστροβίλων εξασφαλίζεται από τα νερά του Αχελώου, που συγκεντρώνονται σε τεχνητή λίμνη 80.000 στρεμμάτων και χωρητικότητας 110 φορές μεγαλύτερης από τη λίμνη του Μαραθώνα. Ο υδροηλεκτρικός σταθμός Άγρα, που λειτουργεί με τα νερά του Εδεσσαίου και των λιμών Νισίου και Βεγορίτιδας της Δυτικής Μακεδονίας. Οι δυο λίμνες συγκοινωνούν με σήραγγα μήκους 6.025 μ. Τα νερά διοχετεύονται στο σταθμό με αγωγό πτώσης μήκους 355 μ. Ο σταθμός λειτουργεί από το 1954. Ο υδροηλεκτρικός σταθμός του Λάδωνα, κοντά στην Ολυμπία, λειτουργεί από το 1955. Το τοξωτό φράγμα του Λάδωνα έχει ύψος 57 μέτρα και μήκος 105 και συγκρατεί τα νερά μιας τεχνητής λίμνης, η οποία πιάνει έκταση 6.000 στρέμματα με χωρητικότητα 50 εκατομ. κυβικά μέτρα. Ο αγωγός πτώσης είναι μήκους 319 μέτρων και διαμέτρου 3.30 μ. και διοχετεύει τα νερά της λίμνης στο σταθμό παραγωγής. Ο σταθμός του Ταυρωπού στην Καρδίτσα, λειτουργεί με τα νερά του Μέγδοβα - παραπόταμου του Αχελώου - και είναι έργο μικτό. Τα νερά του ποταμού, μετά τη χρησιμοποίησή τους, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, διοχετεύονται στο Θεσσαλικό κάμπο, όπου χρησιμοποιούνται για πότισμα. Ο σταθμός Πολυφύτου και άλλοι ακόμα σταθμοί είναι υπό κατασκευή.

Εκβιομηχάνιση

Πορεία της εκβιομηχάνισης

Η Ελληνική Βιομηχανία αποτελεί εξελικτική μορφή της βιοτεχνικής εμπειρίας, που είχε αναπτυχθεί σε ορισμένα κέντρα κατά την προεπαναστατική και την αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821 εποχή. Υπήρξαν, τις περιόδους αυτές, πολλά κέντρα στα διάφορα σημεία της χώρας, που ανέπτυξαν τη βιοτεχνία. Η Ελλάδα παράμεινε εκτός της εκβιομηχάνισης, που γινόταν στην Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα, γιατί ήταν αποκομμένη.

Η πρώτη βιομηχανική ανάπτυξη στην Ελλάδα άρχισε να εμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα, με την εξέλιξη διάφορων βιοτεχνιών σε βιομηχανίες επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και κυρίως σιταριού, βαμβακιού, καπνού, σταφίδας, κρασιού και δέρματος. Η πραγματική όμως βιομηχανική ανάπτυξη άρχισε μετά το 1922, οπότε, με τη Μικρασιατική καταστροφή, η Ελλάδα δέχτηκε πάνω από 1 1/2 εκατομ. προσφύγων. Η ελληνική βιομηχανία, παρόλη την από εκεί και πέρα ανάπτυξή της, εξακολουθεί και ως το 1929 να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή ήταν κατάλληλη μόνο για την εσωτερική κατανάλωση, και ολόκληρη η βιομηχανία ήταν συγκεντρωμένη στην Αθήνα και στον Πειραιά και σε ελάχιστες πόλεις. Και οι λόγοι ήταν, γιατί στις πόλεις αυτές υπήρχε το αγοραστικό κοινό και άφθονα εργατικά χέρια.

Η Ελληνική Βιομηχανία άρχισε να αναπτύσσεται και να ανασυγκροτείται από τις καταστροφές του πολέμου μετά το 1949.

Μεγάλες προοπτικές και με θετικό αποτέλεσμα, προβλέπονται από την αξιοποίηση των κοιτασμάτων πετρελαίου της Θάσου. Η αξιοποίηση αυτή θα ανακουφίσει, σε μεγάλο βαθμό, την εθνική μας οικονομία, γιατί θα καλύψει ένα μέρος από τις ανάγκες της χώρας μας σε καύσιμα, για τα οποία πριν ξοδεύαμε πολύτιμο συνάλλαγμα. Παράλληλα όμως η ΔΕΠ συνεχίζει τις έρευνες και σε άλλες περιοχές, για ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου και υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να βρεθούν κι αλλού. Και η ΔΕΗ, με μια καινούρια της εξόρμηση, στοχεύει στην αξιοποίηση - στον ανώτερο δυνατό βαθμό - όλων των ενεργειακών πηγών της χώρας. Έχει σα στόχο της να αξιοποιήσει το λιγνίτη, τα νερά όπου είναι δυνατό, πιθανές πηγές γεωθερμίας και των φυσικών αερίων. Έτσι, μέσα στα πλαίσια αυτά, επεκτείνει τους λιγνιτικούς σταθμούς, επιταχύνει τα έργα για τη δημιουργία νέων υδροηλεκτρικών σταθμών, όπως έγινε στο Πουρνάρι της Άρτας, στην περιοχή της Βέροιας, στον Αχελώο κ.ά. Την άνοιξη του 1981 έγιναν τα εγκαίνια στο Πουρνάρι. Προγραμματίζεται η δημιουργία ενός μικρού σταθμού στο νησί Μήλος, που θα εκμεταλλεύεται τη γεωθερμική ενέργεια, για να παράγει ηλεκτρική ενέργεια. Φυσικά υπάρχει και η πρόβλεψη για τη χρησιμοποίηση πυρηνικής ενέργειας. Ακόμα η πολιτεία ενθαρρύνει και βοηθάει προς την κατεύθυνση της χρησιμοποίησης της ηλιακής ενέργειας και κυρίως για οικιακή και ξενοδοχειακή χρήση, ενώ μελετούνται και οι δυνατότητες αξιοποίησης και της αιολικής ενέργειας.

Ελληνικές Επιχειρήσεις

Βασικά χαρακτηριστικά

Τις ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, χαρακτηρίζει το μικρομεσαίο μέγεθος. Αν ρίξουμε μια ματιά στις ελληνικές βιομηχανίες, θα διαπιστώσουμε ότι το μέγεθός τους, ακόμα και εκείνων που θεωρούνται από τις μεγαλύτερες, απέχει πολύ από το άριστο επίπεδο μιας μεγάλης και σύγχρονης βιομηχανικής επιχείρησης. Και αυτό συμβαίνει στη χώρα μας, τη στιγμή, που στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, ομοειδείς βιομηχανίες συγχωνεύονται σε διαρκώς μεγαλύτερα βιομηχανικά συγκροτήματα.

Η ελληνική ελαφριά βιομηχανία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη βαριά βιομηχανία. Η μεγάλη ανάπτυξη της ελαφριάς βιομηχανίας σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής αφορά καταναλωτικά αγαθά. Τέτοια αγαθά είναι τα είδη διατροφής, ρουχισμού, διάφορων σκευών κλπ. Η παραγωγή όμως κεφαλαιούχων ή παραγωγικών αγαθών, δηλαδή προϊόντων που μπαίνουν στις διαδικασίες της παραγωγής, μηχανημάτων, ανταλλακτικών κλπ. είναι σχετικά μικρή.

Η παραγωγή προϊόντων της ελαφριάς βιομηχανίας, απευθύνεται κυρίως προς την εσωτερική αγορά. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι και ο εξαγωγικός παράγοντας έχει υποτιμηθεί ή παραμελείται. Πάντως τα τελευταία χρόνια, στα πλαίσια της βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας και του διεθνούς συναγωνισμού, έχουν αναπτυχθεί βιομηχανίες με εξαγωγικό προσανατολισμό και ήδη η αύξηση των εξαγωγών ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων είναι εντυπωσιακή και ολοένα και αυξάνει περισσότερο και βελτιώνεται ποιοτικά.

Ένα κακό προηγούμενο που υπήρχε, επηρέασε σημαντικά τη συγκέντρωση των περισσότερων βιομηχανικών επιχειρήσεων σε δυο, βασικά, περιοχές: την περιφέρεια της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας. Γνωστοί είναι οι λόγοι, που προσελκύουν την ίδρυση μιας βιομηχανίας (καταναλωτικό κέντρο και πηγή εργατικού δυναμικού). Τα δυο αυτά μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα συγκεντρώνουν και τις δυο αυτές βασικές προϋποθέσεις.

Κάποτε όμως επέρχεται ο κορεσμός και το αδιαχώρητο, και έτσι άρχισαν τα τελευταία χρόνια να αναπτύσσονται και άλλα βιομηχανικά κέντρα και να προσελκύουν διάφορες βιομηχανικές μονάδες. Πόλεις, που συγκεντρώνουν αυτές τις προϋποθέσεις και που άρχισαν να ιδρύονται βιομηχανικές μονάδες, είναι η Πάτρα, ο Βόλος, η Λάρισα, η Καβάλα, η Χαλκίδα, η Πτολεμαΐδα και πολλές επαρχιακές πόλεις.


Μεταλλουργική Βιομηχανία

Τις βιομηχανίες επεξεργασίας μετάλλων τις διακρίνουμε σε δυο κατηγορίες: πρώτα τις βασικές μεταλλουργικές βιομηχανίες, που επεξεργάζονται την πρώτη ύλη και δεύτερο τις μεταποιητικές μεταλλουργικές βιομηχανίες που επεξεργάζονται σε τελική φάση τα προϊόντα των βασικών μεταλλουργικών βιομηχανιών.

Και, όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω, βασικός παράγοντας για την ίδρυση μιας βιομηχανίας, είναι η ύπαρξη πρώτων υλών. Έτσι λοιπόν και οι βασικές μεταλλουργικές βιομηχανίες έχουν ιδρυθεί και είναι συγκεντρωμένες εκεί όπου υπάρχουν μεταλλεύματα. Μια τέτοια μεγάλη βιομηχανία, είναι η βιομηχανία αλουμινίου, που έχει ιδρυθεί στην παραλία Διστόμου, όπου επεξεργάζεται τους βωξίτες. Ένα άλλο μεγάλο συγκρότημα σιδηρονικελίου έχει ιδρυθεί στη Λάρυμνα η βιομηχανία αργύρου-μολύβδου.

Τα προϊόντα των βασικών μεταλλουργικών βιομηχανιών τα χρησιμοποιούν οι μεταποιητικές μεταλλουργικές βιομηχανίες και κατασκευάζουν: αμαξώματα αυτοκινήτων, τρακτέρ, διάφορες ηλεκτρικές συσκευές, αγροτικά εργαλεία και διάφορες μηχανές, διάφορα μεταλλικά αντικείμενα κλπ. Πολλά από τα προϊόντα αυτά εξάγονται σε ξένες αγορές, όπως π.χ. πωλούνται σε χώρες της Αφρικής αμαξώματα αυτοκινήτων και διάφορα άλλα εργαλεία και μηχανές.


Ναυπηγική Βιομηχανία

Στην κατηγορία αυτή διακρίνουμε τις μεγάλες κατασκευαστικές ναυπηγικές βιομηχανίες, όπως είναι τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, της Ελευσίνας και της Σύρου, και σε μικρότερες, επισκευαστικές ναυπηγικές βιομηχανίες. Οι ναυπηγικές βιομηχανίες, που είναι από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας, απασχολούν χιλιάδες άτομα σε εργατικό, τεχνικό και υπαλληλικό προσωπικό. Επιτελούν δε ένα έργο τεράστιας σημασίας για την Εθνική μας οικονομία.

Υφαντουργία

Υφαντουργία είναι η βιομηχανία κατασκευής υφασμάτων. Η υφαντική είναι μια από τις πιο αρχαίες τέχνες της ανθρωπότητας: τα υφαντά επινοήθηκαν από τους ανθρώπους της νεολιθικής εποχής. Στη χώρα μας η υφαντική βιομηχανία είναι από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας, και έχει μεγάλη προϊστορία. Σήμερα έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ με σταθερούς εξαγωγικούς προσανατολισμούς και με συνεχή και ανοδική πορεία. Τα υφαντικά μας προϊόντα κατέχουν την πρώτη θέση στις ελληνικές εξαγωγές. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιούνται φυσικές υφαντικές ύλες, που η προέλευσή τους είναι είτε φυτική, όπως είναι το βαμβάκι, είτε ζωική, όπως το μετάξι και το μαλλί. Χρησιμοποιούνται όμως και τεχνητά υποκατάστατά τους, όπως είναι το τεχνητό μαλλί και το τεχνητό μετάξι - το ρεγιόν - που προέρχονται από την επεξεργασία της κυτταρίνης. Πολλές βιομηχανίες ενδυμάτων και συνθετικές υφαντικές ύλες και κυρίως νάιλον.

Σήμερα λειτουργούν τεράστια κλωστήρια και υφαντήριο, που παράγουν είδη εξαιρετικής ποιότητας και απασχολούν χιλιάδες εργατοϋπαλλήλους.

Βιομηχανία Τροφίμων

Βιομηχανίες ειδών διατροφής

Είναι ένας κλάδος της Βιομηχανίας μας, που αναπτύχθηκε ραγδαία. Οι βιομηχανίες ειδών διατροφής παρουσιάζουν μεγάλη ανάπτυξη και χρησιμοποιούν σαν πρώτες ύλες τα γεωργικά και τα κτηνοτροφικά μας προϊόντα. Είναι εγκατεστημένες κοντά στους τόπους παραγωγής και η απόδοσή τους είναι ικανοποιητική. Στον κλάδο αυτό ανήκουν: οι βιομηχανίες τροφίμων, οι αλευρόμυλοι, τα εργοστάσια παραγωγής ζάχαρης, διάφορα άλλα εργοστάσια παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων κλπ.

Οι γεωργικές βιομηχανίες, αποτελούν συμπλήρωμα της γεωργικής παραγωγής και το σπουδαιότερο δε είναι το ότι έχουν εγκατασταθεί μακριά από την περιφέρεια της πρωτεύουσας, κοντά στα κέντρα παραγωγής, όπου και εξυπηρετούν και εξυπηρετούνται. Οι γεωργικές αυτές βιομηχανίες, που βρίσκονται στην επαρχία, προσφέρουν εποχιακή συμπληρωματική απασχόληση στους αγρότες και τα μέλη των οικογενειών τους σε περιόδους, που υπάρχει υποαπασχόληση στις δικές τους αγροτικές δουλειές. Είναι ένα συμπλήρωμα στον αγροτικό οικογενειακό προϋπολογισμό.

Χημική Βιομηχανία

Χημικές βιομηχανίες

Γρήγορη ανάπτυξη παρουσιάστηκε στον κλάδο παραγωγής λιπασμάτων, καλύπτοντας όχι μόνο τις εγχώριες ανάγκες, αλλά κάνοντας και σημαντικές εξαγωγές. Ακόμα μεγάλη είναι η επιτυχία στον κλάδο των πλαστικών με πλατιά διάδοση των άριστης ποιότητας προϊόντων της. Φυσικά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τη μεγάλη πρόοδο και στους άλλους κλάδους της χημικής βιομηχανίας των φαρμακευτικών προϊόντων. Τα μεγάλα δε διυλιστήρια πετρελαίου, στον Ασπρόπυργο, στην Ελευσίνα, στους Αγίους Θεοδώρους και στη Θεσσαλονίκη είναι βασικοί οικονομικοί παράγοντες και βοήθησαν στην Εθνική μας Οικονομία. Ακόμα οι βιομηχανίες ελαστικών έχουν αναπτυχθεί σημαντικά. Όλες οι χημικές βιομηχανίες είναι σχεδόν συγκεντρωμένες κοντά στις μεγάλες πόλεις ή σε μέρη που εξυπηρετούνται τόσο από άποψη εργατικού προσωπικού, όσο κι από τη χρήση των πρώτων υλών (διυλιστήρια- πετρέλαιο-λιμάνια).

Καπνοβιομηχανία

Ο καπνός είναι ένα από τα βασικά ελληνικά προϊόντα, με τα οποία απασχολούνται πολλές οικογένειες. Τα ελληνικά καπνά, είναι εξαιρετικής ποιότητας και περιζήτητα στις εξωτερικές αγορές. Τελευταία όμως η ζήτησή τους μειώνεται. Καπνεργοστάσια βρίσκονται στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Καλαμάτα, Αγρίνιο και σε πολλά κέντρα παραγωγής καπνού. Τα προϊόντα της ελληνικής καπνοβιομηχανίας επαρκούν για την εσωτερική κατανάλωση και γίνεται και εξαγωγή σε σημαντικές ποσότητες. Καπνός παράγεται σε πολλά διαμερίσματα της χώρας.

Βιομηχανία οικοδομικών υλικών

Στις βιομηχανίες οικοδομικών υλικών υπάγονται τα εργοστάσια, που παράγουν τσιμέντα, πλάκες για μωσαϊκά, τσιμεντοσωλήνες, είδη υγιεινής, γύψο, κεραμίδια, χαλίκι, ασβέστη και καθετί, που χρειάζεται στις οικοδομές και τα διάφορα άλλα έργα. Τα εργοστάσια οικοδομικών υλικών συνήθως βρίσκονται κοντά στις μεγάλες πόλεις, όπου υπάρχει και ο οικοδομικός οργασμός. Η σημαντικότερη βιομηχανία είναι των τσιμέντων, που, τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει εκπληκτική ανάπτυξη με τεράστια παραγωγή, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι σήμερα μια από τις πρώτες τσιμεντοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, κάνοντας τεράστιες εξαγωγές τσιμέντου.

Εικόνα:Lp-stamp-line.gif
LivePedia.gr :: Η Ελληνική Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.