Μαρόκο κράτος

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κράτος της βορειοδυτικής Αφρικής. Βρίσκεται στο βόρειο ημισφαίριο της Γης και καταλαμβάνει το βορειοδυτικό άκρο της Αφρικανικής ηπείρου. Ορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες: 27°40΄ έως 36° βόρειο πλάτος και 1° έως 13° δυτικό μήκος. Βόρεια βρέχεται από τον πορθμό του Γιβραλτάρ και τη Μεσόγειο θάλασσα, δυτικά από τον Ατλαντικό ωκεανό, ενώ ανατολικά και νοτιοανατολικά συνορεύει με την Αλγερία. Τον Απρίλιο του 1976 μαροκινά στρατεύματα κατέλαβαν εδάφη της Δυτικής Σαχάρας, με αποτέλεσμα τα νοτιοδυτικά σύνορα του Μαρόκου με τη Δυτική Σαχάρα να παραμένουν μέχρι σήμερα ασαφή. Στα βόρεια επίσης, στις ακτές της Μεσογείου, το Μαρόκο έχει χερσαία σύνορα με τους θύλακες Θέουτα και Μελίλια, οι οποίοι ανήκουν στην Ισπανία.

Αν δε συνυπολογίσουμε τα εδάφη που κατέχει Μαρόκο στο έδαφος της Δυτικής Σαχάρας, τα οποία δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένα, η συνολική έκταση της χώρας φτάνει τα 446.550 τ. χλμ. Είναι η 56η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου και η 24η της Αφρικής. Συγκριτικά με άλλες χώρες, η έκταση του Μαρόκου είναι σχεδόν διπλάσια από την έκταση της Ουγκάντας και ίση περίπου με το μισό της έκτασης της Βενεζουέλας.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2002 ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 31.167.738 κατοίκους. Όσον αφορά τον πληθυσμό, το Μαρόκο κατέχει την 37η παγκόσμια θέση και τη 10η μεταξύ των αφρικανικών χωρών. Αναλογικά με την έκταση, ο πληθυσμός της χώρας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, με αποτέλεσμα το Μαρόκο να είναι μία σχετικά αραιοκατοικημένη χώρα. Η πυκνότητα του πληθυσμού φτάνει τους 69,7 κατοίκους ανά τ. χλμ.

Ι. ΦΥΣΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Μορφολογία εδάφους

Το Μαρόκο διαθέτει τις πλατύτερες πεδιάδες και τα ψηλότερα βουνά από όλες τις χώρες της Βόρειας Αφρικής. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι ορεινό με μέσο υψόμετρο 800 μ. Κυριαρχούν δύο μεγάλες οροσειρές: η ερ-Ριφ κατά μήκος των βόρειων ακτών της χώρας, και ο Άτλας, στο κέντρο σχεδόν της χώρας. Οι οροσειρές αυτές έχουν σχετικά μικρή ηλικία, καθώς σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Τριτογενούς (πριν από 65 έως 2,5 εκατομμύρια χρόνια). Η δημιουργία τους οφείλεται στην αφρικανική πλάκα, η οποία κινήθηκε βορειότερα, με αποτέλεσμα να συναντήσει την ευρασιατική και από τη σύγκρουση αυτή να αναγκαστούν τα πετρώματά της να αναπτυχθούν καθ` ύψος. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργήθηκαν επίσης οι Άλπεις, τα ιταλικά Απένινα καθώς και οι νότιες οροσειρές της Ισπανίας. Τέλος, στις ίδιες κινήσεις λιθοσφαιρικών πλακών οφείλεται και η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή του Μαρόκου, κυρίως κοντά στις μεσογειακές ακτές, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη σεισμική αδράνεια στο υπόλοιπο τμήμα της Αφρικής. Μπορούμε να διακρίνουμε το ανάγλυφο της χώρας σε τρεις φυσιογραφικές περιοχές:

α) Την παράκτια ζώνη, κατά μήκος του Ατλαντικού, η οποία αποτελείται από πολλές πεδινές εκτάσεις (Ραρμπ, Φεζ (Φες), Ουτζντά) και οροπέδια. Η περιοχή δέχεται τις περισσότερες βροχές από κάθε άλλο τμήμα της χώρας, γι` αυτό και είναι η περισσότερο πυκνοκατοικημένη.

β) Την ευρύτερη περιοχή της οροσειράς ερ-Ριφ. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, κατά μήκος των μεσογειακών ακτών, και κυριαρχείται από την οροσειρά ερ-Ριφ και τα υψίπεδα που την περιβάλλουν. Η οροσειρά ερ-Ριφ αποτελεί συνέχεια των οροσειρών της Ιβηρικής χερσονήσου. Έχει συνολικό μήκος 300 χλμ., πλάτος 50 χλμ. και το δυτικό της άκρο στρέφεται με μια ευρεία καμπή προς το νότιο άκρο του πορθμού του Γιβραλτάρ. Έχει μέσο υψόμετρο 1.750 μ., ενώ το ψηλότερο σημείο της φτάνει τα 2.456 μ. (κορυφή Τζέμπελ Τιντιρίν).

γ) Την περιοχή του Άτλαντα, η οποία βρίσκεται στα νότια της οροσειράς ερ-Ριφ. Κυριαρχείται από την οροσειρά του Άτλαντα, η οποία εκτείνεται από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι το ακρωτήριο Μπον της Τυνησίας. Έχει συνολικό μήκος 2.300 χλμ. και καλύπτει έκταση περίπου 400.000 τ. χλμ. στο έδαφος του Μαρόκου και της Αλγερίας και σε μικρότερο βαθμό της Τυνησίας. Αποτελείται κυρίως από σχιστόλιθους και ασβεστόλιθους. Εισχωρεί στο έδαφος του Μαρόκου από τα ΒΑ και ακολουθεί ΝΔ κατεύθυνση. Χωρίζει τη χώρα σε δύο τμήματα: το ανατολικό και το δυτικό, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με τη στενή διάβαση Τάζα, στα βορειοανατολικά. Τα όρη του Άτλαντα κυριαρχούν σε ένα μεγάλο τμήμα της χώρας και είναι διατεταγμένα σε τρεις χωριστές αλυσίδες: τον Μεγάλο ή Υψηλό Άτλαντα, ο οποίος έχει συνολικό μήκος 740 χλμ. και η κορυφή του όρους του Τζέμπελ Τούμπκαλ (4.165μ.) αποτελεί το ψηλότερο σημείο τη χώρας, τον Μέσο Άτλαντα, ο οποίος βρίσκεται βόρεια του Μεγάλου Άτλαντα και η ψηλότερη κορυφή του φτάνει τα 3.290 μ., και τέλος τον Αντιάτλαντα, ο οποίος εκτείνεται νοτιοδυτικά του Μεγάλου Άτλαντα, μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό, και φτάνει σε μέγιστο ύψος τα 2.359 μ. Ανατολικά του Άτλαντα εκτείνονται μια σειρά από οροπέδια και υψίπεδα, τα οποία εισχωρούν στο έδαφος της Αλγερίας. Τα υψίπεδα αυτά σχηματίζονται μεταξύ οροσειρών χαμηλότερου υψομέτρου, όπως οι Σάρο, Μπάνι και Ουαρκζίζ και καθώς βρίσκονται ανάμεσα σε κορυφές, δέχονται λιγότερες βροχές από ό,τι οι βόρειες πλαγιές της οροσειράς. Τέλος, στα νότια και ανατολικά, εκεί που τελειώνουν οι προεκτάσεις του Άτλαντα, αρχίζουν οι ερημικές εκτάσεις της Σαχάρας, μέρος των οποίων αποτελεί η έρημος Γκιρ.

Υδρογραφία

Η χώρα δέχεται αρκετές βροχοπτώσεις, λόγω όμως του πολύπλοκου ανάγλυφου και της έντονης κατάτμησης των λεκανών απορροής, οι περισσότεροι ποταμοί είναι ορμητικοί και μικροί σε μήκος. Επίσης παρατηρούνται έντονες εποχιακές αυξομειώσεις στη ροή τους. Σημαντικότερος από όλους είναι ο Μουλούγια (500 χλμ.), ο οποίος πηγάζει από τον Μέσο Άτλαντα και ακολουθώντας βορειοανατολική πορεία εκβάλλει στη Μεσόγειο, κοντά στα σύνορα με την Αλγερία. Στον Μουλούγια χύνονται διάφοροι μικροί ποταμοί, οι οποίοι εποχιακά μόνο έχουν νερό, όπως οι Ζα, Σίντι Αλί, Σαρέφ και Μπου Αρτζάμ. Εκτός από τον Μουλούγια, στη Μεσόγειο εκβάλλουν επίσης οι ποταμοί Λάου και Ρις. Το ανατολικό τμήμα της χώρας διαρρέουν αρκετοί ποταμοί (Γκιρ, Ζιζ, Ρερίς και Νταντές), οι οποίοι πηγάζουν από τον Μεγάλο Άτλαντα. Στη συνέχεια όμως, καθώς κατευθύνονται ανατολικά, απορροφούνται από το ξερό έδαφος και χάνονται στην καυτή έρημο της Σαχάρας. Συνεχή ροή έχουν οι ποταμοί που αποστραγγίζουν το δυτικό τμήμα της χώρας και εκβάλλουν στον Ατλαντικό. Από βορρά προς νότο οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι: ο Λουκός, ο Σεμπού με τον παραπόταμό του Ιναουέν, ο Μελά, ο Ουμ ερ-Ρμπιά με τον παραπόταμο ελ-Αμπίντ, ο Τενσίφτ (660 χλμ.), ο οποίος εκβάλει νότια της πόλης Σάφι, και ο Σους, ο οποίος πηγάζει από τα ψηλότερα σημεία της οροσειράς του Άτλαντα και χύνεται νότια της πόλης Αγκαντίρ. Το νοτιοδυτικό άκρο της χώρας διαρρέουν ο Τίγκζερτ και ο Ντραά, ο οποίος για αρκετά χιλιόμετρα αποτελεί το φυσικό σύνορο Μαρόκου-Αλγερίας.

Ακτογραφία

Οι ακτές της χώρας, τόσο στη Μεσόγειο όσο και στον Ατλαντικό, είναι γενικά ομαλές και δεν παρουσιάζουν αξιόλογο διαμελισμό. Στις βόρειες ακτές τα σημαντικότερα ακρωτήρια που σχηματίζονται είναι το Τρουά Φουρς στη Μεσόγειο και το Σπάρτελ στο πορθμό του Γιβραλτάρ, δυτικά της Ταγγέρης. Στις δυτικές ακτές της χώρας στον Ατλαντικό σχηματίζονται τα ακρωτήρια Ρας Μπεντούζα, Σιμ, Ριρ, Ντραά και Γιούμπι.

Κλίμα

Το μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκου ανήκει στην εύκρατη ζώνη και ως εκ τούτου έχει κλίμα εύκρατο. Τέσσερις είναι οι κύριοι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το κλίμα της χώρας: οι μεγάλες θαλάσσιες μάζες της Μεσογείου και του Ατλαντικού, οι θερμές αέριες μάζες της Σαχάρας, η γειτνίαση της χώρας με τον αντικυκλώνα των Αζορών και το έντονο ανάγλυφο. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ως συνέπεια το κλίμα να ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή. Έτσι οι παράκτιες περιοχές έχουν κλίμα μεσογειακό, λίγο θερμότερο βέβαια από το συνηθισμένο. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και υγροί, ενώ τα καλοκαίρια θερμά και ξερά. Όσο απομακρύνεται κανείς από τη θάλασσα προς το νότο, το κλίμα γίνεται θερμότερο και οι βροχοπτώσεις βαθμιαία ελαττώνονται, ενώ κοντά στα σύνορα με την Αλγερία γίνεται ημιερημικό. Στο εσωτερικό της χώρας οι ψηλοί ορεινοί όγκοι ενεργούν ως συμπυκνωτές των υδρατμών που μεταφέρουν οι δυτικοί άνεμοι από τον Ατλαντικό, με αποτέλεσμα οι βροχοπτώσεις να αυξάνονται και χιόνια να καλύπτουν στη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου τις πολύ ψηλές κορυφές. Στην πόλη Εσαουίρα, στις ακτές του Ατλαντικού, οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες Ιανουαρίου και Αυγούστου είναι 16°C και 22°C αντίστοιχα, στην πόλη Φεζ στα βορειοανατολικά 10°C τον Ιανουάριο και 27°C τον Αύγουστο, ενώ σε μεγάλα υψόμετρα συχνά η θερμοκρασία πέφτει στους -18°C. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής είναι μεγαλύτερο στις βορειοδυτικές περιοχές (Ταγγέρη 955 χιλιοστά), ενώ ελαττώνεται βαθμιαία στα ανατολικά και νότια, για να φτάσει μόλις τα 102 χιλιοστά στα νοτιοανατολικά σύνορα της χώρας με την Αλγερία (Σαχάρα).

Χλωρίδα - πανίδα

Η βλάστηση της χώρας είναι η τυπική της δυτικής Μεσογείου και παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με αυτήν της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Οι βόρειες πλαγιές του Άτλαντα, οι οποίες δέχονται και τις περισσότερες βροχοπτώσεις, καλύπτονται από δάση κέδρων, ελάτων και γιουνίπερους. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα αναπτύσσεται η αλπική τούνδρα, ενώ ελαιόδεντρα και νάνοι φοίνικες απαντούν σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο, κοντά στα παράλια. Ανατολικά και νότια του ορεινού όγκου του Άτλαντα εκτείνεται η περιοχή των υψιπέδων όπου αναπτύσσεται η βλάστηση της στέπας. Κυριαρχούν οι θάμνοι, ενώ τα δέντρα σχεδόν απουσιάζουν. Τέλος, στα νοτιοανατολικά της χώρας, κοντά στα σύνορα με την Αλγερία, εκτείνεται η έρημος Γκιρ, η οποία αποτελεί τμήμα της Σαχάρας.

Λόγω της γειτνίασης της χώρας με την Ευρώπη, η πανίδα αποτελείται από ένα συνδυασμό αφρικανικών και ευρωπαϊκών ειδών. Περιλαμβάνει περισσότερα από 210 είδη πουλιών και 105 θηλαστικών, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται καμήλες, γαζέλες, μακάκοι, αλεπούδες φένεκ, μουφλόν (άγριο πρόβατο) κ.ά. Ωστόσο η έντονη επέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον και η καταστροφή των βιοτόπων, έχει ως αποτέλεσμα τα λιοντάρια και οι ελέφαντες που παλαιότερα απαντούσαν στη χώρα να έχουν σήμερα εξαφανιστεί και αρκετά ακόμα είδη - κυρίως μεγαλόσωμα αρπακτικά - να απειλούνται με εξαφάνιση.

ΙΙ. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ

Α. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αναπτυσσόμενη μεικτή οικονομία της χώρας τα τελευταία χρόνια σημειώνει γοργούς ρυθμούς ανάπτυξης και κατά κύριο λόγο στηρίζεται στην εξόρυξη φωσφορικών αλάτων, τον τουρισμό, τις ξένες επενδύσεις και τα εμβάσματα των Μαροκινών μεταναστών. Ο πρωτογενής τομέας εξακολουθεί να παραμένει σημαντικός (το Μαρόκο είναι από τις λίγες αφρικανικές χώρες που μπορεί να καταστεί αυτάρκης σε τρόφιμα), τα τελευταία όμως χρόνια σημαντική ανάπτυξη παρουσιάζει η βιομηχανία και ο τουρισμός. Σε επίπεδο αριθμών, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν το 2001 ήταν 112 δισ. δολάρια, ενώ το κατά κεφαλή ΑΕΠ έφτανε τα 3.700 δολάρια και ήταν κατά πολύ μικρότερο από αυτό των αναπτυγμένων χωρών. Το 2001 ο πληθωρισμός έφτασε το 1% και η ανεργία (μόνο στις αστικές περιοχές) το 23%. Το δημόσιο εξωτερικό χρέος της χώρας το ίδιο έτος υπολογίστηκε στα 17 δισ. δολάρια, ενώ ο εθνικός προϋπολογισμός αναλύονταν σε έσοδα 13,8 δισ. δολάρια και έξοδα 14,6 δισ. δολάρια. Επίσημη νομισματική μονάδα της χώρας είναι το ντιρχάμ (DH), το οποίο υποδιαιρείται σε 100 σεντίμ. Τον Ιανουάριο του 2002 η ισοτιμία δολαρίου και ντιρχάμ ήταν η εξής: 1 δολάριο ΗΠΑ=11,584 DΗ.

Γεωργία (Υλοτομία - Αλιεία) - Κτηνοτροφία

Ο ευρύτερος πρωτογενής τομέας μετέχει με ποσοστό 15% περίπου στο σχηματισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και απασχολεί το 1/3 των εργαζομένων (2000). Η γεωργία εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας και παρόλο που οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις καλύπτουν μόνο το 20% περίπου του εθνικού χώρου, χάρη στην ποικιλομορφία του κλίματος παράγονται πολλά και διαφορετικά προϊόντα. Το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής παραγωγής αφορά δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι) και προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, ενώ ένα σημαντικό μέρος της γεωργίας χρησιμοποιεί σύγχρονες μεθόδους και παράγει αξιόλογες ποσότητες κρασιού, λαδιού, εσπεριδοειδών, πρώιμων λαχανικών και χουρμάδων. Παρά τις μεγάλες δυνατότητες που υπάρχουν, η χώρα δεν έχει καταστεί ακόμη αυτάρκης σε τρόφιμα και αναγκάζεται να καλύπτει τις ανάγκες της με εισαγωγές από το εξωτερικό.

Η κτηνοτροφία αποτελεί σημαντικό κλάδο του πρωτογενούς τομέα και μια από τις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων. Περίπου το 47% της συνολικής έκτασης της χώρας έχει αποδοθεί για βοσκή. Εκτρέφονται κυρίως αιγοπρόβατα, βοοειδή, όνοι, μουλάρια, άλογα, χοίροι και πουλερικά. Η χώρα έχει αυτάρκεια σε κρέας και καταβάλλονται προσπάθειες να καταστεί αυτάρκης και σε γαλακτοκομικά προϊόντα.

Τα δάση καλύπτουν περίπου το 20% της συνολικής έκτασης της χώρας και προσφέρουν πλούσια ποικιλία και αξιόλογες ποσότητες ξυλείας.

Η αλιεία αποτελεί έναν αρκετά σημαντικό κλάδο της εθνικής οικονομίας και κατά το μεγαλύτερο μέρος της διενεργείται στον Ατλαντικό. Το Μαρόκο έχει παραχωρήσει δικαιώματα αλιείας σε ξένες χώρες σε μια ζώνη 200 μιλίων από τις ατλαντικές του ακτές, με αντάλλαγμα την παροχή οικονομικής βοήθειας για την ανάπτυξη της εγχώριας αλιευτικής του υποδομής.

Ορυκτός πλούτος

Ο ορυκτός πλούτος είναι αρκετά σημαντικός και αποτελεί μια από τις κυριότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Το Μαρόκο είναι η τρίτη χώρα στον κόσμο σε αποθέματα φωσφορικών αλάτων (μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία), τα οποία εντοπίζονται κυρίως στις περιοχές Χουρίμπγκα και Γιουσούφια. Η εξόρυξη και η παραγωγή τους ελέγχεται από το κράτος. Το υπέδαφος της χώρας είναι πλούσιο επίσης σε ποσότητες σιδηρομεταλλεύματος (περιοχή Ουεζάν), μαγγανίου, κοβαλτίου, αργύρου, μολύβδου, αντιμονίου, ορυκτού άλατος, χαλκού και ψευδαργύρου. Όσον αφορά τα αποθέματα ενεργειακών πρώτων υλών, αυτά είναι περιορισμένα και δεν καλύπτουν τις εγχώριες ανάγκες. Η παραγωγή πετρελαίου είναι μικρή και η Αραβική Τράπεζα Ανάπτυξης χρηματοδοτεί τις εισαγωγές καυσίμων.

Το 2000 η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 14,243 δισ. κιλοβατώρες. Το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια και το υπόλοιπο από τα υδροηλεκτρικά. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν αρκεί για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες εγχώριες ανάγκες, με αποτέλεσμα να εισάγονται σημαντικές ποσότητες από το εξωτερικό. Το 2000 οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας έφτασαν τα 1,1 δισ. κιλοβατώρες.

Βιομηχανία

Ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη. Η συμμετοχή του στο σχηματισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος φτάνει το 33% και οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σ` αυτόν αποτελούν περίπου το 15% του συνολικού ενεργού πληθυσμού. Οι περισσότερες βιομηχανικές μονάδες είναι συγκεντρωμένες κυρίως στα περίχωρα της Καζαμπλάνκα και καταβάλλονται προσπάθειες από την κυβέρνηση για τη δημιουργία βιομηχανιών και σε άλλες περιοχές. Λειτουργούν εργοστάσια παραγωγής φωσφορικών αλάτων, τσιμέντου, ελαστικών, χημικών προϊόντων (λιπάσματα, πλαστικά), καθώς επίσης καπνοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, χαρτοβιομηχανίες, διυλιστήρια και μικρότερες μονάδες μεταποίησης αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, παραγωγής υποδημάτων και δερμάτινων ειδών, υφαντουργίες και κονσερβοποιίες.

Εμπόριο

Ο ευρύτερος τριτογενής τομέας μετέχει με ποσοστό περίπου 52% στο σχηματισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και απασχολεί περίπου το 35% του ενεργού πληθυσμού. Σημαντική κινητικότητα παρουσιάζει ο τραπεζο -πιστωτικός τομέας με τη λειτουργία αρκετών ξένων τραπεζών και εννιά εθνικών, μεγαλύτερη από τις οποίες είναι η Bangue al Maghreb, η οποία έχει την ευθύνη έκδοσης του εθνικού νομίσματος. Η χώρα εμφανίζει παθητικό εμπορικό ισοζύγιο, με την αξία των εισαγωγών να φτάνει το 2001 τα 12,4 δισ. δολάρια και των εξαγωγών τα 8,2 δισ. δολάρια. Κυριότεροι εμπορικοί εταίροι του Μαρόκου είναι η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ. Εξάγονται κυρίως τρόφιμα, ποτά, ψάρια και φωσφορικά άλατα, ενώ εισάγονται είδη προηγμένης τεχνολογίας, μηχανήματα, μεταφορικό υλικό, τρόφιμα, καύσιμα, πρώτες ύλες και καταναλωτικά αγαθά.

Μεταφορές - Επικοινωνιακό δίκτυο

Το συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας είναι από τα πιο αναπτυγμένα της Αφρικής, υπολείπεται όμως κατά πολύ από εκείνα των χωρών της Δύσης. Περισσότερο εκτεταμένο είναι στο βόρειο τμήμα της χώρας και κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού, όπου είναι χτισμένες και οι μεγαλύτερες πόλεις του Μαρόκου. Το μήκος του οδικού δικτύου φτάνει τα 57.847 χλμ. και στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ασφαλτοστρωμένο. Πολλοί κάτοικοι στις αγροτικές κυρίως περιοχές κινούνται με τα πόδια ή χρησιμοποιούν ποδήλατα και μοτοσικλέτες για τις μετακινήσεις τους. Το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει μήκος 1.907 χλμ. και εκτείνεται κατά μήκος των δυτικών και βόρειων ακτών της χώρας. Υπάρχουν 26 αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις και 7 διεθνή, μεγαλύτερο από τα οποία είναι το διεθνές αεροδρόμιο "Μοχάμεντ Ε΄" της Καζαμπλάνκα. Εθνικός αερομεταφορέας της χώρας είναι η αεροπορική εταιρεία Royal Air Maroc, ενώ από το 1990 εκτελεί δρομολόγια και η εταιρεία Air Maghreb. Οι θαλάσσιες μεταφορές και το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου διεξάγονται μέσω των τριών σημαντικότερων λιμανιών της χώρας: της Ταγγέρης, της Καζαμπλάνκα και της Κενίτρα, τα οποία βρίσκονται στις ακτές του Ατλαντικού.

Στη χώρα λειτουργεί ένα αναπτυγμένο δίκτυο ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, είναι όμως περισσότερο εκτεταμένο και πιο σύγχρονο στις μεγάλες πόλεις από ό,τι στις αγροτικές περιοχές. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αναλογούσαν μία τηλεόραση σε 21 άτομα, ένα ραδιόφωνο σε 5,2 άτομα και ένα τηλέφωνο σε 33 άτομα. Τόσο ο Τύπος όσο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην πλειονότητά τους ελέγχονται από την κυβέρνηση και εκφράζουν τις απόψεις της, καθώς και των διαφόρων πολιτικών κομμάτων. Σε όλη τη χώρα εξέπεμπαν 35 τηλεοπτικά κανάλια και 52 ραδιοφωνικοί σταθμοί (27 στα μεσαία και 25 στα FM). Κυκλοφορούν 13 εφημερίδες και η μέση ημερήσια κυκλοφορία τους φτάνει τα 13 φύλλα ανά 1.000 κατοίκους.

Τουρισμός

O τουρισμός αποτελεί την αιχμή της εθνικής οικονομίας και μία από τις σημαντικότερες πηγές ξένου συναλλάγματος. Η χώρα διαθέτει πολύ καλή ξενοδοχειακή υποδομή, η οποία σε συνδυασμό με το θερμό κλίμα και τα πολλά αρχαιολογικά μνημεία προσελκύουν κάθε χρόνο εκατομμύρια τουρίστες. Κέντρο του τουριστικού ρεύματος προς τη χώρα αποτελεί η πόλη της Καζαμπλάνκα, ένα από τα μεγαλύτερα θέρετρα στον κόσμο, στις ακτές του Ατλαντικού.

Β. ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Δημογραφικά στοιχεία

Ο πληθυσμός του Μαρόκου παρουσιάζει δημογραφικά χαρακτηριστικά των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, δηλαδή υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και ετήσιας φυσικής αύξησης. Σε επίπεδο αριθμών, το 2002, τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 2,36% και 0,58% αντίστοιχα, καθορίζοντας το δείκτη της φυσικής αύξησης του πληθυσμού στο 1,68%(2002). Τα παραπάνω στοιχεία αντανακλώνται και στην ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, η οποία το 2002 εμφάνιζε την ακόλουθη εικόνα: το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (61,5%) αποτελείται από άτομα ηλικίας 15 έως 64 ετών, το 33,8% από παιδιά ηλικίας έως 14 ετών, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών αποτελούσαν μόλις το 4,7%. Σε σχέση με άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι συνθήκες υγιεινής και το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων κρίνονται ικανοποιητικά, γεγονός που αντανακλάται στο σχετικά χαμηλό ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας (4,64% το 2002) και στο προσδόκιμο όριο επιβίωσης, το οποίο την ίδια χρονιά έφτανε τα 69,73 χρόνια (72,08 χρόνια ζουν οι γυναίκες και 67,49 χρόνια οι άνδρες).

Μετανάστευση

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 περίπου 600.000 Μαροκινοί μετανάστευσαν στις ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως στο Βέλγιο και τη Γαλλία προκειμένου να εργαστούν. Η κυβέρνηση της χώρας ενθάρρυνε μια τέτοια κίνηση προκειμένου να αντιμετωπίσει το ολοένα και αυξανόμενο πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Στη συνέχεια όμως το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ευρώπη μειώθηκε, λόγω του κορεσμού που επήλθε στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, ενώ το άνοιγμα της αντίστοιχης αγοράς ορισμένων αραβικών κρατών (Ιράκ, Σαουδικής Αραβίας) ήταν πολύ μικρό σε σχέση με το προηγούμενο. Σήμερα υπολογίζεται ότι το 15% περίπου των εργαζομένων της χώρας ζει στο εξωτερικό (κατά κύριο λόγο στο Βέλγιο και τη Γαλλία) και το συνάλλαγμα που αυτοί στέλνουν στο Μαρόκο βοηθά τη χώρα να αντιμετωπίσει το μεγάλο εξωτερικό χρέος της.

Εκτός από την εξωτερική υπάρχει και η εσωτερική μετανάστευση, η οποία κατά κύριο λόγο αφορά τη συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει τάση μεγαλύτερης αύξησης. Υπολογίζεται ότι το 48,4% του συνολικού πληθυσμού κατοικεί στις πόλεις και από αυτούς περίπου το 35% ζει στην Καζαμπλάνκα (τη μεγαλύτερη πόλη), καθώς και στη μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας Ραμπάτ και της πόλης Σάλε.

Σύνθεση πληθυσμού

O πληθυσμός της χώρας περιλαμβάνει τρεις εθνοφυλετικές ομάδες, μεγαλύτερη από της οποίες είναι οι Άραβες, που αποτελούν το 70% του πληθυσμού. Ακολουθούν οι Βέρβεροι (περίπου 30%) και οι Χαρατίν (0,7%), οι οποίοι είναι απόγονοι σκλάβων που μεταφέρθηκαν από τη Δυτική Αφρική και κατοικούν στις νότιες περιοχές της χώρας. Οι διαφορές μεταξύ των Αράβων και των Βερβέρων είναι περισσότερο γλωσσικές παρά φυλετικές. Στη χώρα ζουν επίσης λίγοι Εβραίοι, οι οποίοι αποτελούν το 0,2% του πληθυσμού, και περίπου 100.000 αλλοδαποί από διάφορες αραβικές χώρες και τη Δυτική Ευρώπη (κυρίως από τη Γαλλία). Παρά τις εθνοφυλετικές και γλωσσικές διαφοροποιήσεις του ο λαός του Μαρόκου έχει ενιαία και ισχυρή εθνική συνείδηση. Στις επίσημες στατιστικές του πληθυσμού της χώρας περιλαμβάνονται επίσης περίπου 283.000 (εκτίμηση 1995) κάτοικοι της Δυτικής Σαχάρας, η οποία παραμένει αμφισβητούμενη περιοχή. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι νομάδες και ζουν κυρίως από την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Τα τελευταία χρόνια έχουν οργανώσει απελευθερωτικές κινήσεις, με τις οποίες επιδιώκουν την πλήρη ανεξαρτησία τους.

Θρησκεία

Επίσημη θρησκεία της χώρας είναι ο ισλαμισμός. Περίπου το 98,7% των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι σουνίτες. Ακολουθούν οι χριστιανοί (στην πλειοψηφία τους ρωμαιοκαθολικοί), οι οποίοι αποτελούν το 1,1%, και τέλος υπάρχει μια μικρή αλλά δραστήρια κοινότητα εβραίων που αποτελούν το 0,2% του πληθυσμού.

Γλώσσα

Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η αραβική, η οποία ομιλείται ως μητρική γλώσσα από την πλειονότητα του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι κάτοικοι μιλούν διάφορες βερβερικές διαλέκτους, από τις οποίες αυτή που χρησιμοποιείται περισσότερο είναι η μαροκινή αραβική, που ονομάζεται Derija και παρουσιάζει ορισμένες διαφορές από τα κλασικά αραβικά. Άλλες σημαντικές διάλεκτοι είναι η τασιλχάιτ, η οποία ομιλείται στην περιοχή του Μεγάλου Άτλαντα και στην πεδιάδα Σους, η ταρίφιτ στην περιοχή Ριφ και η ταμαζίγκτ στον Μέσο Άτλαντα. Στην περιοχή γύρω από την πόλη Γκελμίμ και ακόμη νοτιότερα, στη Δυτική Σαχάρα, ομιλείται η χασινάγια, μια αραβική διάλεκτος. Τα γαλλικά χρησιμοποιούνται επίσης σε ευρεία έκταση, κυρίως στο χώρο των επιχειρήσεων, της πολιτικής και της ανώτατης εκπαίδευσης. Στο βόρειο τμήμα της χώρας, όπου βρίσκονται οι ισπανικοί θύλακες Θέουτα και Μελίλια, αρκετά συνηθισμένα είναι τα ισπανικά, ενώ τα τελευταία χρόνια η χρήση της αγγλικής γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.

Γ. ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Πολίτευμα - συνταγματικοί θεσμοί

Η επίσημη ονομασία του κράτους είναι Βασίλειο του Μαρόκου (αλ-Μαμλάκα αλ-Μαγκρίμπιγια). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το οποίο θεσπίστηκε στις 10 Μαρτίου 1972 και αναθεωρήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1992, το πολίτευμα της χώρας είναι συνταγματική μοναρχία. Αρχηγός του κράτους είναι ο κληρονομικός βασιλιάς, ο οποίος έχει αυξημένες αρμοδιότητες καθώς διορίζει τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, οι οποίοι συγκροτούν την κυβέρνηση και ασκούν την εκτελεστική εξουσία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο, το οποίο αποτελείται από 333 αιρετά μέλη. Τα 222 από αυτά εκλέγονται κάθε έξι χρόνια απευθείας από το λαό και τα υπόλοιπα 111 αναδεικνύονται με έμμεσες εκλογές σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης και επαγγελματικών σωματείων. Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχο όργανό της είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου διορίζονται από το βασιλιά. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, που έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 21 ετών. Το Μαρόκο αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, του Αραβικού Συνδέσμου, της Αραβικής Τράπεζας για την οικονομική ανάπτυξη της Αφρικής και άλλων διεθνών οργανισμών.

Υγεία - πρόνοια

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, το επίπεδο της κοινωνικής πρόνοιας και δημόσιας υγείας δε διαφέρει και πολύ από τα αντίστοιχα των άλλων χωρών του Τρίτου Κόσμου. Η κοινωνική ασφάλιση καλύπτει ένα μικρό μόνο ποσοστό εργαζομένων, ενώ οξύ είναι το στεγαστικό πρόβλημα, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις της χώρας, όπου οι κάτοικοι χαμηλού εισοδήματος συνωστίζονται στις παραγκουπόλεις (μεντίνα ή μπιντονβίλ), κάνοντας την αντίθεση φτωχών - πλουσίων πολύ έντονη. Οι περισσότερες υγειονομικές υπηρεσίες είναι συγκεντρωμένες στα μεγάλα αστικά κέντρα και το υπουργείο Υγείας καταβάλλει προσπάθειες ώστε αυτές να επεκταθούν σε κάθε μέρος της χώρας. Κάθε επαρχία έχει τουλάχιστον ένα νοσοκομείο και αρκετές κλινικές, οι οποίες όμως δεν καλύπτουν τις ανάγκες των κατοίκων. Παρατηρούνται ελλείψεις φαρμάκων και ιατρικού προσωπικού σε αρκετές περιοχές. Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα είναι το νερό, το οποίο είναι πόσιμο στις πόλεις, συχνά όμως στις αγροτικές περιοχές δεν είναι καθαρό, γεγονός που απειλεί σοβαρά τη δημόσια υγεία.

Εκπαίδευση

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έπειτα η κυβέρνηση κατέβαλε προσπάθειες για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας. Έτσι το ποσοστό των εγγράμματων από 30% που ήταν το 1982 έφτασε το 44% στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η κυβέρνηση έχει αυξήσει τα κονδύλια για την παιδεία και έχει ρίξει το βάρος στο χτίσιμο σχολείων και στην εκπαίδευση δασκάλων που θα τα στελεχώσουν. Σήμερα το ποσοστό εγγραμμάτων είναι μεγαλύτερο στις ηλικίες 15-19 ετών από ό,τι στους ενήλικους, γεγονός που δείχνει ότι μόλις πρόσφατα η κυβέρνηση κατέβαλε συντονισμένες προσπάθειες για την αναβάθμιση της παιδείας. Ωστόσο χρειάζονται να γίνουν ακόμη πολλά, καθώς το ποσοστό των εγγραμμάτων είναι ακόμη μικρό σε σχέση με αυτό των αναπτυγμένων χωρών. Μεγάλο εμπόδιο στην προσπάθεια που καταβάλλει το κράτος αποτελεί το μεγάλο ποσοστό των νέων, συνακόλουθο της ολοένα και μεγαλύτερης αύξησης του πληθυσμού. Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για τις ηλικίες των 7 έως 13 ετών και είναι οργανωμένη σύμφωνα με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Διακρίνεται στην πρωτοβάθμια (διάρκειας 5 χρόνων), τη δευτεροβάθμια και τεχνική (διάρκειας 3-4 χρόνων) και την ανώτατη. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στα 13 πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, γνωστότερα από τα οποία είναι το πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας Ραμπάτ και το Μουσουλμανικό Πανεπιστήμιο της Φεζ.

Ένοπλες δυνάμεις

Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας συγκαταλέγονται μεταξύ των ισχυρότερων του κόσμου. Το 2000 οι δαπάνες για την άμυνα απορρόφησαν το 4% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Η στράτευση είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες. Στο στρατό υπηρετούν περίπου 196.300 άνδρες, από τους οποίους το μεγαλύτερο ποσοστό (89,1%) στο στρατό ξηράς, το 6,9% στην πολεμική αεροπορία και το 4% στο πολεμικό ναυτικό. Υπάρχουν ακόμη 150.000 έφεδροι.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Η χώρα διαιρείται σε 36 επαρχίες (συμπεριλαμβανομένης και της Δυτικής Σαχάρας) και 8 αστικές περιοχές.

Πρωτεύουσα - Πόλεις

Μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας είναι η Καζαμπλάνκα (3.289.000 κάτοικοι το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα). Είναι χτισμένη στις βορειοδυτικές ακτές της χώρας, στον Ατλαντικό ωκεανό, και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Βόρειας Αφρικής. Από το λιμάνι της, το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα τεχνητά λιμάνια του κόσμου, διεξάγεται το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της χώρας. Στα μεσαιωνικά χρόνια η Καζαμπλάνκα ήταν μια ακμάζουσα πόλη της Αφρικής, γνωστή ως Άνφα. Το 1907 την κατέλαβαν οι Γάλλοι και κατά τη διάρκεια της γαλλικής κυριαρχίας γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και γύρω από την παλιά πόλη χτίστηκε η σύγχρονη, η οποία αποτελείται από μεγάλα κτίρια, φαρδείς δρόμους και αρκετά πάρκα.

Πρωτεύουσα και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Ραμπάτ (1.578.000 κάτοικοι το ευρύτερο πολεοδομικό). Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Καζαμπλάνκα, στις εκβολές του ποταμού Μπου Ρεγκρέγκ, στον Ατλαντικό ωκεανό, και διαθέτει μεγάλο λιμάνι. Αποτελεί έδρα της κυβέρνησης και του ονομαστού πανεπιστημίου Μοχάμεντ Ε΄. Εδώ βρίσκεται επίσης η Εθνική Δραματική Σχολή, το Εθνικό Ωδείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσείο Μαροκινής Τέχνης. Στα αξιοθέατά της περιλαμβάνονται ο Πύργος Χασάν, ένας μιναρές ύψους 55 μ. και τα ερείπια του ναού του 12ου αι. του Γιακούμ αλ- Μουσούρ.

Τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι το Μαρακές (1.650.000 κάτοικοι το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα). Είναι χτισμένη στο κεντροδυτικό τμήμα της χώρας, στην εύφορη πεδιάδα Χάουζ, στους πρόποδες του Μεγάλου Άτλαντα. Από παλιά πρωτεύουσα των σουλτάνων του νότου, αποτελεί σήμερα σημαντικό εμπορικό κέντρο και τον τερματικό σταθμό της σιδηροδρομικής γραμμής που διασχίζει τη χώρα. Ιδρύθηκε το 1062 και στα αξιοθέατά της περιλαμβάνονται τα ερείπια των αρχαίων τειχών, οι δαιδαλώδεις δρόμοι της παλιάς πόλης, τα μαγαζιά στο δρόμο για το καζίνο, το παλάτι και οι κήποι του σουλτάνου, το τζαμιά Κουτούμπια (12ος αι.) και Ελ-Φνα και το πάρκο Αγκουεντάλ.

Ακολουθεί η πόλη Φεζ (1.012.000 κάτοικοι), παλιά μεσαιωνική πρωτεύουσα του Μαρόκου, η οποία είναι χτισμένη σε μια στενή πεδιάδα, στο βόρειο τμήμα της χώρας. Αποτελεί θρησκευτικό και εμπορικό κέντρο, καθώς βρίσκεται πάνω στον εμπορικό δρόμο, ο οποίος συνδέει τον Ατλαντικό και τη Μεσόγειο με τις περιοχές νότια της Σαχάρας. Ιδρύθηκε γύρω στο 790 από τον Μαροκινό κυβερνήτη Ιντρίς Β΄, ο οποίος έχτισε το φημισμένο τζαμί του Μουλάι Ιντρις. Στη Φεζ έχει την έδρα του το ονομαστό μουσουλμανικό πανεπιστήμιο της πόλης, ενώ εδώ βρίσκεται επίσης το τζαμί Καραβιγίν, το μεγαλύτερο της Αφρικής.

Πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Ουτζντά (962.000 κάτοικοι). Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλγερία και αποτελεί σημαντικό οδικό και σιδηροδρομικό κόμβο. Ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αι. και έκτοτε κυβερνήθηκε από αρκετές δυναστείες Αράβων και Βερβέρων. Το 1844 και 1859 καταλήφθηκε από τους Γάλλους και παρέμεινε κάτω από γαλλική κατοχή από το 1907 έως το 1956.

Στο βόρειο τμήμα της χώρας, νοτιοανατολικά της Ταγγέρης και πολύ κοντά στις ακτές της Μεσογείου, βρίσκεται η πόλη Τετουάν (856.000 κάτοικοι). Ιδρύθηκε το 14ο αι., καταστράφηκε γύρω στο 1400 από τους Καστιλιάνους και ξαναχτίστηκε το 15ο αι. από μουσουλμάνους πρόσφυγες της Ισπανίας. Υπήρξε πρωτεύουσα του Ισπανικού Μαρόκου από το 1913 έως το 1956.

Έβδομη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Σάφι (845.000 κάτοικοι), λιμάνι στις δυτικές ακτές του Μαρόκου στον Ατλαντικό και κέντρο της αλιευτικής βιομηχανίας της χώρας. Μέχρι το 1541 ήταν κάτω από την κυριαρχία των Πορτογάλων. Στη συνέχεια περιήλθε κάτω από γαλλικό έλεγχο μέχρι το 1956, όταν το Μαρόκο απέκτησε την πλήρη ανεξαρτησία του.

Νοτιότερα βρίσκεται η πόλη Αγκαντίρ (779.000 κάτοικοι), η οποία αποτελεί σημαντικό θαλάσσιο λιμάνι και εμπορικό κέντρο. Διαθέτει επίσης διεθνές αεροδρόμιο. Η πόλη υπέστη τεράστιες καταστροφές από το φοβερό σεισμό του 1960.

Σε μικρή σχετικά απόσταση νοτιοδυτικά της Φεζ βρίσκεται η Μεκνές (750.000 κάτοικοι). Στα αξιοθέατά της περιλαμβάνονται το παλάτι και οι κήποι του σουλτάνου, η αγορά και η τριπλή σειρά τειχών που περιβάλλουν την πόλη.

Δέκατη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Ταγγέρη (554.000 κάτοικοι). Βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας, στην είσοδο του πορθμού του Γιβραλτάρ, από την πλευρά του Ατλαντικού, και αποτελεί σημαντικό αλιευτικό και εμπορικό κέντρο. Το 1471 οι Άραβες πήραν την Ταγγέρη από τους Πορτογάλους και την έδωσαν στον Κάρολο Β΄ της Αγγλίας, ως μέρος βασιλικής προίκας. Οι Άγγλοι εγκατέλειψαν την πόλη στους Μαροκινούς το 1684, όταν η Ταγγέρη αποτέλεσε λημέρι πειρατών.

Άλλες μικρότερες πόλεις της χώρας είναι η Κενίτρα (450.000 κάτοικοι), η Μοχαμεντιά και η ελ-Τζαντίντα στις ακτές του Ατλαντικού, καθώς και οι Χουρίμπγκα και Μπένι-Μέλαλ στο κέντρο της χώρας.

ΙΙΙ. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λογοτεχνία

Καλές Τέχνες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πολιτισμός της χώρας και ειδικότερα οι θρησκευτικές γιορτές. Η πιο γνωστή γιορτή είναι το ραμαζάνι, κατά το οποίο οι μουσουλμάνοι νηστεύουν και προσεύχονται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου και για διάστημα ενός μήνα. Από τη νηστεία αυτή εξαιρούνται τα παιδιά, οι έγκυες, οι ταξιδιώτες και οι άρρωστοι. Σύμφωνα με το έθιμο, στο τέλος του ραμαζανιού οι σπιτονοικοκύρηδες δίνουν χρήματα ή δώρα στους φτωχούς. Άλλες σημαντικές θρησκευτικές γιορτές είναι εκείνη που δηλώνει το τέλος του προσκυνήματος στη Μέκκα ("Aid al Kebir"), οι τρεις τελευταίες ημέρες του ραμαζανιού ("Aid al Saghir") και η γέννηση του Μωάμεθ ("Mouloud"). Οι ημερομηνίες εορτασμού τους δεν είναι ακριβείς, λόγω του διαφορετικού ημερολογίου που χρησιμοποιούν οι μουσουλμάνοι σε σχέση με τους κατοίκους των δυτικών χωρών. Εθνικές εορτές είναι η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Μαρόκου (11 Ιανουαρίου), η Εργατική Πρωτομαγιά, τα γενέθλια του βασιλιά Χασάν του Β΄ (9 Ιουλίου) και η Ημέρα της Ανεξαρτησίας (18 Νοεμβρίου). Το κράτος επιμελείται τη διατήρηση των παραδόσεων, με τη διοργάνωση φεστιβάλ ανδαλουσιανής μουσικής στη Σάιντια, καλών τεχνών στην Άσιλα, φολκλορικής μουσικής και μουσικής τζαζ στο Μαρακές και την Ταγγέρη αντίστοιχα και αφρικανικών τεχνών στο Αγκαντίρ. Παράλληλα ίδρυσε κέντρο μελέτης του πολιτισμού των Αράβων και των Βερβέρων, το οποίο καταβάλλει προσπάθειες αναβίωσης του πολιτισμού των Βερβέρων.

Λογοτεχνία

Στην πορεία της ιστορίας η μαροκινή λογοτεχνία έκανε την εμφάνισή της γραμμένη σε δύο γλώσσες, την αραβική και τη γαλλική. Κατά την περίοδο που μεσολάβησε μέχρι την εποχή των δημιουργών Αλάλ αλ-Φαζί και Άχμεντ Μπενανί η λογοτεχνική παραγωγή ήταν γεμάτη λυρισμούς που άρχισαν σταδιακά να καταργούνται. Όμως η νέα κοινωνική και πνευματική πνοή που κήρυττε ο Φαζί βρήκε αντίθετους τους Γάλλους, οι οποίοι τον εξόρισαν. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου ο ποιητής Αμπντ αλ-Ματζίντ ιμπν Τζαλούν παρουσίασε τα πρώτα δείγματα του σύγχρονου μυθιστορήματος με το έργο του "Στα παιδικά χρόνια" όπου πραγματεύτηκε την πολιτιστική επαφή της ανατολής με τη Δύση. Σύγχρονός του ήταν ο Άμπντελ Κριμ Γκαλάμπ και μεταγενέστεροι οι Μοχάμεντ Ζεφζάφ, Άχμεντ ελ Μαντινί, Μουχάμαντ Αζίζ αλ-Λαμπαμπί, Μουχάμαντ αλ-Σαμπάγκ κ.ά. Λίγο αργότερα, από το 1964 και μετά, κάνουν την εμφάνισή τους νέα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως ο ρεαλισμός, ο σουρεαλισμός, ο συμβολισμός, ο μυστικισμός κτλ., με κυριότερους εκπροσώπους τους Μοχάμεντ Σεγκίνι, Άχμεντ Μετζάτι, Αλάλ ελ Χατζάμ, Μοχάμεντ αλ Ασααρί κ.ά. Από την άλλη μεριά, η μαροκινή λογοτεχνία γραμμένη στη γαλλική γλώσσα εμφανίστηκε το 1950 με τους Άχμεντ Σεφριουί και Ντρις Σραϊμπί, αλλά καλλιεργήθηκε ουσιαστικά από το 1965 και μετά με τον Μοχάμεντ Χαΐρ-Εντίν και το έργο του "Αγκαντίρ", τους Άμπντελ-Κεμπίρ Χατιμπί, Ταχάρ Μπεν Τζελούν, Μοχάμεντ Λοακίρα, Μουσταφά Νιζααμπουρί κ.ά. Την ίδια εποχή (1966-1971) η λογοτεχνία αυτή δημοσιευόταν στο περιοδικό "Πνοές" ("Souffles").

Σήμερα η λογοτεχνία αναπτύσσεται και εμπλουτίζεται συνεχώς μέσα από την επαφή της με τις δυτικές δημιουργίες και τη λογοτεχνία της Μέσης Ανατολής. Το υπουργείο Πολιτισμού του Μαρόκου βραβεύει κάθε χρόνο τους καλύτερους λογοτέχνες και επιστήμονες με το "Βραβείο του Μαρόκου". Επιπλέον εκθέτει σπάνια χειρόγραφα και βιβλία και φροντίζει για την αποκατάσταση των ιστορικών μνημείων της χώρας.

Καλές τέχνες

Από το 1956 και μετά, η ανεξαρτησία του Μαρόκου άνοιξε τους δρόμους για την ανάπτυξη των καλών τεχνών. Σήμερα οι σχολές καλών τεχνών που έχουν ιδρυθεί στην Καζαμπλάνκα και το Τετουάν βοηθούν την ανάπτυξη της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της μουσικής. Η τελευταία μάλιστα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς περιλαμβάνει κλασικά, λαϊκά, αραβικά και βερβερικά τραγούδια.

ΙV. ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέχρι τον 20ό αιώνα

Τα πρώτα φύλα που κατέκτησαν τη χώρα ήταν βερβερικά. Αργότερα, τον 11ο αι. π.Χ., δημιουργήθηκαν οι πρώτες αποικίες από τους Φοίνικες, οι οποίοι ανέπτυξαν το εμπόριο στις ακτές Ταγγέρη, Λιγξ και Λίξος (Λαράς). Στη συνέχεια τις περιοχές αυτές κατέκτησαν οι Καρχηδόνιοι (5ος αι. π.Χ.), οι οποίοι ίδρυσαν με τη σειρά τους νέες πόλεις. Τον 4ο αι. π.Χ. είχε ήδη ιδρυθεί ένα βασίλειο Μαύρων (Μαυριτανία), το οποίο όμως έκανε εμφανή την παρουσία του κυρίως κατά τον Ιουγουρθικό πόλεμο, στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., κατά τον οποίο ο βασιλιάς του Βόκχος Α΄ συμμάχησε με τον Ιουγούρθα. Οι Μαύροι ή Μαυρουσίοι εγκαταστάθηκαν στα βόρεια της χώρας, ενώ στα νότια κατοίκησαν οι Γαιτούλοι. Το 33 π.Χ. ο Βόκχος Β΄ παρέδωσε την περιοχή στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία δεν την ονόμασε ρωμαϊκή επαρχία, αλλά όρισε ηγεμόνα της τον Ιόβα Β΄. Το 42 μ.Χ., μετά το θάνατο του τελευταίου, ο Κλαύδιος ίδρυσε στα βόρεια της χώρας την επαρχία Μαυριτανία-Τιγγιτάνη. Το τέλος της ρωμαϊκής κυριαρχίας σήμανε το 429 μ.Χ., όταν οι Βάνδαλοι του Γιζέριχου από την Ισπανία κατέλαβαν την περιοχή. Το 534 μ.Χ., μετά το θάνατο του βασιλιά των Βανδάλων, κατέλαβαν την επαρχία οι Βυζαντινοί υπό την ηγεσία του στρατηγού Βελισάριου. Η κυριαρχία τους όμως δεν ήταν αρκετά ισχυρή και έτσι το 682 μ.Χ. η χώρα καταλήφθηκε από τους Άραβες. Ουσιαστικά η αραβική κατάκτηση ξεκίνησε το 708 μ.Χ., την εποχή του Μουσά ιμπν Νουσαΐρ. Οι χριστιανοί και οι Βέρβεροι ασπάστηκαν σχετικά σύντομα τον ισλαμισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποδέχτηκαν χωρίς όρους το χαλιφάτο. Πρωτεργάτης της προσπάθειας για ανεξαρτησία ήταν η αίρεση των Χαριζιτών (739). Το 786 το Μαρόκο γνώρισε την εξουσία των Ιντρισιδών, η οποία ιδρύθηκε από τον Ιντρίς Α΄. Ο διάδοχός του, Ιντρίς Β΄ (793-828), όρισε τη Φεζ πρωτεύουσα της χώρας, αλλά οι κληρονόμοι του οδήγησαν τη δυναστεία στην καταστροφή με το μοίρασμα του βασιλείου. Το τέλος της δυναστείας σφραγίστηκε με την είσοδο των Φατιμιδών από το Καϊρουάν στο Μαρόκο. Ακολούθησε η δυναστεία των Αλμοραβιδών, ο αρχηγός των οποίων (Γιουσούφ Α΄ ιμπν Ταχφίν) ήταν ο δημιουργός του κράτους του Μαρόκου. Στη συνέχεια ο Μουχάμαντ ιμπν Τούμαρτ ίδρυσε τη δυναστεία των Αλμοαδών και εξολόθρευσε τους Αλμοραβίδες. Η νέα δυναστεία σταθεροποίησε τη θέση της, όταν αρχηγός της ήταν ο Γιακούμπ Γιουσούφ και στη συνέχεια ο γιος του Αμπού Γιουσούφ Γιακούμπ αλ-Μανσούρ. Επί της δυναστείας αυτής το Μαρόκο γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή. Η παρακμή ήρθε το 13ο αι., όταν ο Μουχάμαντ αλ-Νασίρ ηττήθηκε στο Λας Νάβας της Τολόζα. Διάδοχοι των Αλμοαδών ήταν οι Μαρινίδες, οι οποίοι όμως γρήγορα εξαντλήθηκαν στις εκστρατείες τους στην Ισπανία και σε άλλες κατά των Αμπνταλουαδιδών και των Τλεμσέν. Κατά την περίοδο αυτή για πρώτη φορά καταλήφθηκε το έδαφος του Μαρόκου από ευρωπαϊκή χώρα, την Πορτογαλία. Το 1415 οι Πορτογάλοι κατέλαβαν το λιμάνι Θέουτα, το 1417 τα λιμάνια Αρζίλα και Ταγγέρη, το 1505 το Σάντα Κρους δε Αγκουέρ, το 1508 το Σάφι και το 1514 το Μαζαγκάν. Οι συνεχόμενες κατακτήσεις οδήγησαν σε πτώση της δυναστείας των Μαρινιδών. Οι Ισπανοί με τη σειρά τους κατέκτησαν τη Μελίλια και το Πρενιόν δε Βέλεθ δε λα Γκομέρα. Οι μουσουλμάνοι όμως δεν έμειναν άπραγοι μπροστά σ` αυτή την κατάσταση. Ο πόλεμος ξεκίνησε από τους Σααδίνους, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Μουχάμαντ αλ-Σαΐχ, ο οποίος πέτυχε την απομάκρυνση των Πορτογάλων από τις κατακτήσεις τους (εκτός από τη Θέουτα, την Ταγγέρη και το Μαζαγκάν). Σημαντικότερος εκπρόσωπος της δυναστείας των Σααδίνων ήταν ο Αλ-Μανσούρ, ο οποίος κατέλαβε το Τουάτ και την Γκουράρα και επιδόθηκε στην αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας του κράτους του. Στα χρόνια του οι εξόριστοι από τους Ισπανούς Ανδαλουσιανοί και Μαύροι (Μαυρούσιοι) επέστρεψαν στη χώρα, ενώ λίγο αργότερα άρχισαν να συγκεντρώνονται και οι μαύροι που είχαν πουληθεί ως δούλοι. Το έργο του συνέχισε η δυναστεία των Χασανιδών και πιο συγκεκριμένα ο Μουλάι Ισμαήλ. Από το 1757, όταν βασιλιάς ήταν ο Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Αλάχ, το Μαρόκο ανέπτυξε εμπορικές συναλλαγές με ευρωπαϊκά κράτη, προσφέροντας αρκετά προνόμια στους Ευρωπαίους. Ο λαός πολέμησε αρκετές φορές εναντίον των Γάλλων και των Ισπανών, με αρνητικά πάντοτε αποτελέσματα. Το 1767 η Γαλλία υπέγραψε συνθήκη με το Μαρόκο, με την οποία αναλάμβανε να προστατεύει τη χώρα, αλλά παράλληλα αποκτούσε και το δικαίωμα επέμβασης στα δρώμενα της χώρας. Το 1830 οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αλγερία. Η Σύμβαση της Μαδρίτης, το 1880, αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Μαρόκου, αλλά ανάγκασε το σουλτάνο να αφήσει ελεύθερη την είσοδο στη χώρα ξένων οικονομικών παραγόντων. Τελικά, μόνο η γαλλική κυβέρνηση απέκτησε αρκετά προνόμια στο έδαφος του Μαρόκου και στην ουσία κατέστησε τη χώρα προτεκτοράτο.

Ο 20ός αιώνας

Αν και η Γαλλία αποζημίωσε τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία για την επικράτησή της στο Μαρόκο, ήρθε σε σύγκρουση με τη Γερμανία. Το 1906 υπογράφτηκε στην Αλγεθίρα συμφωνία, με την οποία το Μαρόκο τέθηκε κάτω από διεθνή έλεγχο. Παρ` όλα αυτά τα επόμενα χρόνια (1912) αναγνωρίστηκε το γαλλικό προτεκτοράτο και η κυριαρχία της Ισπανίας σε ορισμένες περιοχές. Καθεστώς διεθνούς ζώνης δημιουργήθηκε με τη Σύμβαση του Παρισιού το 1923. Ωστόσο η ευρωπαϊκή παρουσία δεν έγινε αποδεκτή από τους γηγενείς. Το 1921 ο Αμπντ ελ-Κριμ με συμπατριώτες του νίκησε τον ισπανικό στρατό, αλλά ηττήθηκε το 1926 από τον ενωμένο γαλλοϊσπανικό. Το γαλλικό προτεκτοράτο αντικαταστάθηκε από τη γαλλική διοίκηση. Οι μαροκινοί όμως δεν άντεχαν άλλο την ξένη παρουσία. Οι μικροαστοί της χώρας προχώρησαν στην ίδρυση ενός κομουνιστικού κόμματος και μιας Επιτροπής Δράσης. Η τελευταία, με τη σειρά της, διασπάστηκε και ιδρύθηκαν, το 1943, το κόμμα Ιστικλάλ (=ανεξαρτησία) με αρχηγό τον Αλάχ αλ-Φάσι και το 1946 το Δημοκρατικό Κόμμα Ανεξαρτησίας με αρχηγό τον Αλ-Ουατζάνι. Το 1947 ο σουλτάνος Μουχάμαντ Ε΄ ιμπν Γιουσούφ πρότεινε την ανεξαρτησία της χώρας και η Γαλλία αποφάσισε να διορίσει πιο δυναμικούς αρμοστές, τους Ζουέν και Γκιγιόμ. Τον Αύγουστο του 1953 ο σουλτάνος εξορίστηκε στην Κορσική και τη θέση του πήρε ο Μουχάμαντ ιμπν Αραφά. Η εξέγερση όμως του λαού ανάγκασε τους Γάλλους να επιτρέψουν την επιστροφή του Μουχάμαντ Ε΄, τον Αύγουστο του 1955. Το 1956, αρχικά η Γαλλία και στη συνέχεια η Ισπανία, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Μαρόκου, ενώ τον Αύγουστο του 1957 η χώρα ανακηρύχθηκε βασίλειο. Την ίδια χρονιά ορίστηκε το συνταγματικό πλαίσιο, με βασιλιά τον Μουχάμαντ Ε΄. Το 1958 το κόμμα Ιστικλάλ διασπάστηκε και η Εθνική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων που προέκυψε χαρακτήρισε ανούσια την ανάμειξη του βασιλιά στη διακυβέρνηση. Μετά το θάνατο του Μουχάμαντ Ε΄ ανέλαβε ο γιός του Χασάν Β΄ (1961), ο οποίος παραχώρησε στη χώρα το πρώτο Σύνταγμα. Στις πρώτες εκλογές της χώρας την κυβέρνηση αντιπροσώπευσε το Μέτωπο για την υπεράσπιση των Συνταγματικών Θεσμών με αρχηγό τον Άχμεντ Γκεντίρα, αντιπολίτευση ήταν το κόμμα Ιστικλάλ, ενώ εμφανίστηκε και το κόμμα της Εθνικής Ένωσης Λαϊκών Δυνάμεων με ηγέτη τον Μπεν Μπάρκα. Η κυβέρνηση όμως δεν κέρδισε τις εκλογές. Ακολούθησε μια εσωτερική αναστάτωση και τον Ιούνιο του 1965 η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες ανέλαβε όλες τις εξουσίες. Το 1967 ορίστηκε πρωθυπουργός της χώρας ο δόκτωρ Μπενίμα. Το 1971 το κόμμα Ιστικλάλ και το κόμμα του Μπάρκα αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις εκλογές και ο βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Άχμαντ αλ-Ιρακί. Στις 10 Ιουλίου 1971 ξέσπασε αποτυχημένο πραξικόπημα από τους σπουδαστές στρατιωτικής σχολής, με σκοπό την ανατροπή του Χασάν Β΄. Τον Ιούνιο του 1972 ο βασιλιάς ορίστηκε πρόεδρος της Διάσκεψης του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας. Το 1976 το Μαρόκο προσάρτησε την περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής που κατείχαν οι Ισπανοί και την ονόμασε Δυτική Σαχάρα. Οι κάτοικοί της εξέφρασαν σύντομα την επιθυμία ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους μέσα από το κίνημα "Πολισάριο". Το ίδιο έτος το "Πολισάριο" ανακήρυξε την περιοχή σε ανεξάρτητο κράτος (Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία της Σαχάρας). Στις εκλογές του 1977 νικητές αναδείχτηκαν ορισμένοι ανεξάρτητοι βουλευτές, οι οποίοι ουσιαστικά υποστήριζαν την κυβέρνηση. Ένα χρόνο αργότερα οι ίδιοι προχώρησαν στην ίδρυση κόμματος με την επωνυμία Εθνικός Συναγερμός των Ανεξαρτήτων, υπό την ηγεσία του Άχμεντ Οσμάν. Ο Χασάν Β΄ υποστήριξε αρκετές φορές τις διεκδικήσεις διαφόρων λαών, όπως των Παλαιστινίων για αυτοδιάθεση, του προέδρου Μομπούτου στον πόλεμο της Σάμπα κ.ά., χωρίς να λησμονά τις επιδιώξεις του Μαρόκου στη Δυτική Σαχάρα. Απογοητεύτηκε όμως, όταν τον Φεβρουάριο του 1982 η Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία της Σαχάρας εισήλθε στον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας. Τον Σεπτέμβριο του 1984 προκηρύχτηκαν εκλογές που ανέδειξαν πρωθυπουργό τον Μοχάμαντ Καρίμ Λαμρανί. Δύο χρόνια αργότερα (Σεπτέμβριος 1986) ανέλαβε πρωθυπουργός ο Ατζεντίν Λαρακί. Την ίδια χρονιά το Μαρόκο αποχώρησε από τον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας, λόγω της εισδοχής της Αραβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Σαχάρας σ` αυτόν. Το 1990 τα δύο κράτη αποφάσισαν τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου, ενώ ο ΟΗΕ πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Σαχάρα, στο οποίο οι κάτοικοι θα δήλωναν αν επιθυμούν να είναι η χώρα τους τμήμα του Μαρόκου ή ανεξάρτητο κράτος. Μέχρι το 1995 οι συνθήκες δεν ευνόησαν την πραγματοποίηση αυτού του δημοψηφίσματος.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση

Στον Πόλεμο του Κόλπου (1990-1991) το Μαρόκο συμμετείχε με αρκετούς άνδρες στην πολυεθνική δύναμη που συγκροτήθηκε κατά του Ιράκ, ενώ το 1994 εγκαινίασε τις σχέσεις του με το Ισραήλ. Στις εκλογές του 1993 νικητές αναδείχτηκαν τα δημοκρατικά κόμματα, αλλά ανέλαβαν να σχηματίσουν κυβέρνηση τα φιλομοναρχικά. Η αντιπαλότητα του Μαρόκου με τη γειτονική Αλγερία για τη Δυτική Σαχάρα δεν έπαψε να υφίσταται μέχρι σήμερα. Το 1997 τα Ηνωμένα Έθνη όρισαν πληρεξούσιό τους στην περιοχή τον Αμερικανό Τζέιμς Μπέικερ, με την ελπίδα ότι θα ξαναρχίσουν οι προσπάθειες για ειρήνευση.

Από τις 23 Ιουλίου του 1999 αρχηγός του κράτους είναι ο Μουχάμαντ ΣΤ`.


LivePedia.gr



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.