Μπουτάν
Από την Live-Pedia.gr
Ανεξάρτητο κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας. Εκτείνεται στις πλαγιές της οροσειράς των Ιμαλαΐων και συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με την Κίνα (περιοχή του Θιβέτ), ενώ από όλες τις άλλες πλευρές του περιβάλλεται από την Ινδία. Συγκεκριμένα, στα νοτιοδυτικά συνορεύει με το ινδικό ομόσπονδο κρατίδιο του Σικίμ, νότια με τα κρατίδια της Δυτικής Βεγγάλης και του Ασάμ και ανατολικά με το κρατίδιο Αρουνάτσαλ Πραντές.
Η συνολική έκταση της χώρας ανέρχεται σε 47.000 τ. χλμ., κατατάσσοντας το Μπουτάν στην 130ή παγκόσμια θέση. Συγκριτικά με άλλες χώρες, η έκταση του Μπουτάν είναι ίση με το μισό περίπου της έκτασης της Ουγγαρίας, διπλάσια από την έκταση του Τζιμπουτί και κατά 2,8 φορές μικρότερη από την έκταση της Ελλάδας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2002, η χώρα αριθμεί 2.094.176 κατοίκους και ως προς τον πληθυσμό κατέχει την 141η θέση στον κόσμο. Αναλογικά με την έκταση, ο πληθυσμός δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, με αποτέλεσμα το Μπουτάν να είναι μια μάλλον αραιοκατοικημένη χώρα. Η πυκνότητα του πληθυσμού φτάνει τους 44,56 κατοίκους ανά τ. χλμ.
Ι. ΦΥΣΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Μορφολογία εδάφους
Η χώρα καταλαμβάνει τις νότιες προεκτάσεις των Ιμαλαΐων και έχει γενικά ορεινό ανάγλυφο. Στο βόρειο τμήμα, κατά μήκος των συνόρων με την Κίνα, εκτείνονται τα Μεγάλα Ιμαλάια, πολλές κορυφές των οποίων ξεπερνούν τα 7.300 μ. και καλύπτονται από αιώνια χιόνια και παγετώνες. Μία από αυτές, η κορυφή Κούλα Κάνγκρι φτάνει τα 7.554 μ. και αποτελεί το ψηλότερο σημείο της χώρας. Νοτιότερα εκτείνεται μια σειρά από χαμηλότερες οροσειρές που έχουν διεύθυνση από βορρά προς νότο και σχηματίζουν ανάμεσά τους εύφορες κοιλάδες. Τέλος, στο νότιο τμήμα της χώρας η σταδιακή μείωση του υψομέτρου των οροσειρών επιτρέπει το σχηματισμό της μοναδικής επίπεδης έκτασης του Μπουτάν, της πεδιάδας Ντούαρς, η οποία εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων της χώρας με την Ινδία.
Υδρογραφία
Λόγω των άφθονων βροχοπτώσεων και της γεωγραφικής θέσης της χώρας, το υδρογραφικό της σύστημα είναι αρκετά πλούσιο. Αποτελείται από μια σειρά ποταμών που πηγάζουν από την οροσειρά των Ιμαλαΐων και ακολουθώντας γενικά νότια κατεύθυνση, διαρρέουν κάθετα τη χώρα για να καταλήξουν νοτιότερα στον ποταμό Βραχμαπούτρα, στο έδαφος της Ινδίας. Από τα δυτικά προς τα ανατολικά οι σημαντικότεροι από τους ποταμούς αυτούς είναι οι: Τόρσα, Γουόνγκ, Σάνκος, Τόνγκσα, Κουρού και Μανάς. Κανένας τους δεν είναι πλωτός, γιατί καθώς διασχίζουν περιοχές με μεγάλες υψομετρικές διαφορές γίνονται ορμητικοί και σχηματίζουν μικρούς καταρράκτες.
Κλίμα
Το κλίμα της χώρας επηρεάζεται από τους μουσώνες και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Στο βόρειο τμήμα της χώρας οι κορυφές των Ιμαλαΐων δέχονται τους ξερούς μουσώνες που πνέουν από το εσωτερικό της Ασίας και έχουν κλίμα ηπειρωτικό, με αρκετά δριμείς χειμώνες και πολλές βροχοπτώσεις-χιονοπτώσεις. Οι κοιλάδες μεταξύ των βουνών έχουν κλίμα πιο ήπιο (οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις φτάνουν τα 1.520 χιλιοστά) και για το λόγο αυτόν είναι και οι πιο πυκνοκατοικημένες. Νοτιότερα, στην πεδιάδα Ντούαρς, το κλίμα είναι υποτροπικό, καθώς οι υγροί μουσώνες που πνέουν το καλοκαίρι από τη θάλασσα εμποδίζονται από τα Ιμαλάια να διεισδύσουν στο εσωτερικό της ηπείρου, με αποτέλεσμα να προκαλούν άφθονες βροχοπτώσεις, οι οποίες κατά μέσο όρο ξεπερνούν τα 5.080 χιλιοστά το χρόνο. Οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες κυμαίνονται από 17° C το καλοκαίρι έως 4° C το χειμώνα.
Χλωρίδα - πανίδα
Οι άφθονες βροχοπτώσεις που δέχεται η χώρα ευνοούν την ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης. Περίπου το 66% της συνολικής έκτασης του Μπουτάν καλύπτεται από πυκνά δάση. Οι πλαγιές των οροσειρών των Μικρών Ιμαλαΐων καλύπτονται από δάση κωνοφόρων και αειθαλών, ενώ νοτιότερα η πεδιάδα Ντούαρς, με το θερμό και εξαιρετικά υγρό κλίμα, καλύπτεται από πυκνά υποτροπικά δάση.
Ο ζωικός κόσμος είναι πλούσιος και περιλαμβάνει 24 είδη αμφίβιων, 19 ερπετών, 448 πουλιών και 99 θηλαστικών, ανάμεσά τους ελέφαντες, τίγρεις, λεοπαρδάλεις, ελάφια και αρκούδες. Οι συχνές κατολισθήσεις στη διάρκεια της περιόδου των βροχών και η εκτεταμένη διάβρωση του εδάφους αποτελούν μερικά από τα κυριότερα περιβαλλοντολογικά προβλήματα του σύγχρονου κράτους. Η καταστροφή των φυσικών βιότοπων, λόγω της εντατικής αποψίλωσης που διενεργείται για την απόδοση μεγαλύτερων καλλιεργήσιμων περιοχών απειλεί επίσης πολλά είδη άγριας ζωής. Για τη διάσωσή τους το κράτος έχει δεσμεύσει αρκετές περιοχές, οι οποίες καταλαμβάνουν συνολικά το 21% της έκτασης της χώρας.
ΙΙ. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ
Α. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Το Μπουτάν συγκαταλέγεται μεταξύ των φτωχών χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Η αναπτυσσόμενη οικονομία του βασίζεται κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία και εν μέρει στην ελαφρά βιομηχανία και τον τουρισμό. Το 2001 η χώρα εμφάνισε Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ύψους 2,5 δισ. δολαρίων, ενώ το κατά κεφαλή Α.Ε.Π. την ίδια χρονιά έφτανε τα 1.200 δολάρια. Ο προϋπολογισμός του οικονομικού έτους 1995-96 ήταν ελλειμματικός με έσοδα 146.000.000 και έξοδα 152.000.000 δολάρια. Επίσημη νομισματική μονάδα της χώρας είναι το νγκούλτρουμ (BTN), που υποδιαιρείται σε 100 τσέτρουμ. Τον Ιανουάριο του 2002 η ισοτιμία νγκούλτρουμ και δολαρίου ΗΠΑ ήταν η εξής: 1 δολάριο ΗΠΑ = 48,336 BTN. Το εθνικό νόμισμα της χώρας είναι ισότιμο με τη ρουπία της Ινδίας και συχνά τα δύο νομίσματα χρησιμοποιούνται από κοινού στις συναλλαγές.
Γεωργία (Υλοτομία - Αλιεία) - Κτηνοτροφία
Το 2001 ο ευρύτερος πρωτογενής τομέας μετείχε με ποσοστό περίπου 45% στο σχηματισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και απασχολούσε το 93% του ενεργού πληθυσμού της χώρας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αποτελούν το 2% του συνολικού εθνικού χώρου και οι περισσότερες βρίσκονται στις εύφορες αρδευόμενες κοιλάδες που σχηματίζονται μεταξύ των κεντρικών οροσειρών. Κυριότερα αγροτικά προϊόντα είναι το ρύζι, το σιτάρι, το καλαμπόκι, οι πατάτες, καθώς και διάφορα είδη φρούτων, όπως μήλα, αχλάδια και δαμάσκηνα, που προορίζονται κυρίως για εξαγωγή.
Η κτηνοτροφία διεξάγεται στο 6% της συνολικής έκτασης, με πρωτόγονα κυρίως μέσα. Εκτρέφονται βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι, άλογα (κυρίως πόνι), όνοι, μουλάρια, ενώ παράχθηκαν τόνοι ακατέργαστο μαλλί.
Τα δάση καλύπτουν περίπου το 66% της έκτασης του Μπουτάν και αποτελούν μία από τις κυριότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Το 1991 η παραγωγή ξυλείας έφτασε τα 1,56 εκατ. κυβ. μ. και μεγάλο μέρος της εξάχθηκε στο εξωτερικό.
Τέλος, τα ποτάμια της χώρας είναι πλούσια σε ψάρια.
Ορυκτός πλούτος
Ο ορυκτός πλούτος της χώρας, αν και αξιόλογος, κυρίως σε γαιάνθρακα και ασβεστόλιθο, παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του αναξιοποίητος. Τα ορμητικά νερά των ποταμών που πηγάζουν από τα Ιμαλάια και διαρρέουν το έδαφος της χώρας αποτελούν σημαντική πηγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Το 1992 η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 1.627 εκατ. κιλοβατώρες, από τις οποίες τα 1.620 εκατ. προέρχονταν από υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Την ίδια χρονιά η χώρα εξήγαγε 1.445 εκατ. κιλοβατώρες στις γειτονικές της χώρες (κυρίως στην Ινδία).
Βιομηχανία
Ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας άρχισε να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Αν και η απασχόληση εργαζομένων σ` αυτόν είναι πολύ μικρή, η συμμετοχή του στο σχηματισμό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος το 2001 έφτασε περίπου το 20%. Το 1987 εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση ένα εξαετές αναπτυξιακό σχέδιο, το οποίο απέβλεπε στην εκμετάλλευση του δασικού και ορυκτού πλούτου της χώρας. Βάσει του σχεδίου αυτού δημιουργήθηκαν ελαφρές βιομηχανίες επεξεργασίας αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, κατεργασίας δερμάτων και κατασκευής ειδών ξυλογλυπτικής, ποτοποιίες, ξυλουργεία, χημικά εργοστάσια και υφαντουργίες.
Εμπόριο
Το εξωτερικό εμπόριο της χώρας εμφανίζει παθητικό εμπορικό ισοζύγιο. Την περίοδο 2000 η αξία των εισαγωγών έφτασε τα 196 εκατ. δολάρια και των εξαγωγών τα 154 εκατ. δολάρια, με κυριότερη χώρα συναλλαγής την Ινδία (77% εισαγωγές, 94% εξαγωγές). Άλλοι σημαντικοί εμπορικοί εταίροι της χώρας είναι το Μπαγκλαντές, η Ιαπωνία, η Μ. Βρετανία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ. Εξάγονται κυρίως ξυλεία, γύψος, κάρδαμο, είδη χειροτεχνίας, χημικά, φρούτα, πολύτιμοι λίθοι και μπαχαρικά, ενώ εισάγονται καύσιμα και λιπαντικά, δημητριακά, μηχανήματα, οχήματα, ρύζι και υφάσματα. Η συμμετοχή του ευρύτερου τριτογενούς τομέα στο σχηματισμό του ΑΕΠ φτάνει το 35% (2001).
Μεταφορές - Επικοινωνιακό δίκτυο
Το συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας δεν είναι αναπτυγμένο και γενικά βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Δεν υπάρχουν σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ το μήκος του οδικού δικτύου το 1996 έφτανε τα 3.285 χλμ. και συνέδεε μεταξύ τους αρκετές περιοχές της χώρας. Στο Μπουτάν υπάρχουν δύο αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις και αρκετά ελικοδρόμια, τα οποία επιτρέπουν την πρόσβαση σε απομονωμένες περιοχές. Αεροπορικές γραμμές συνδέουν τη χώρα με τη γειτονική Ινδία, το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές και την Ταϊλάνδη.
Η χώρα συνδέεται μέσω δορυφορικών τηλεπικοινωνιακών γραμμών με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι τηλεπικοινωνίες στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι προηγμένες και αφήνουν ακάλυπτες μεγάλες περιοχές. Ο αριθμός των εφημερίδων είναι πολύ μικρός και η ημερήσια κυκλοφορία χαμηλή. Το 1998 εξέπεμπαν 2 ραδιοσταθμοί, ένας στα βραχέα και ένας στα FM. Το 1997 ο αριθμός των τηλεοπτικών συσκευών ήταν πολύ μικρός (11.000), ενώ υπήρχαν 37.000 ραδιόφωνα και 6.000 τηλέφωνα.
Τουρισμός
Ο τουρισμός άρχισε να αναπτύσσεται στη χώρα από το 1974 και έπειτα και σήμερα αποτελεί μία από τις κυριότερες πηγές ξένου συναλλάγματος. Το 1992 επισκέφτηκαν το Μπουτάν 3.000 τουρίστες και τα έσοδα από τον τουρισμό έφτασαν το ποσό των 3 εκατ. δολαρίων, ενώ το 1995 ξεπέρασε τα 5,5 εκατ. δολάρια.
Β. OI KATOIKOI
Δημογραφικά στοιχεία
Ο πληθυσμός του Μπουτάν εμφανίζει υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και πληθυσμιακής αύξησης. Συγκεκριμένα, το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 3,53% και 1,37% αντίστοιχα, ενώ ο πληθυσμός παρουσίασε αύξηση με ρυθμό 2,15%. Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες, ο πληθυσμός της χώρας από 2.094.176 κατοίκους που ήταν το 2002, αναμένεται να φτάσει τους 2.474.000 κατ. το 2010 και να ξεπεράσει τους 3.035.000 κατ. το 2020. Λόγω του χαμηλού βιοτικού επιπέδου και της κακής κατάστασης του υγειονομικού συστήματος, το ποσοστό της βρεφικής θνησιμότητας είναι πολύ υψηλό (10,68% το 2002) και ο μέσος όρος ζωής υπολείπεται κατά πολύ εκείνου των αναπτυγμένων χωρών. Το 2002 το προσδόκιμο όριο επιβίωσης για τους κατοίκους της χώρας έφτανε τα 53,19 χρόνια (52,83 χρόνια ζουν οι γυναίκες και 53,53 χρόνια οι άνδρες). Το Μπουτάν διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό αγροτικού πληθυσμού στον κόσμο (μετά τη Ρουάντα). Το 1997 το 93% του πληθυσμού της χώρας ζούσε στις αγροτικές περιοχές και μόλις το 7% στα αστικά κέντρα. Περισσότερο πυκνοκατοικημένες είναι οι κοιλάδες στο κεντρικό τμήμα της χώρας, οι οποίες έχουν εύφορα εδάφη που καλλιεργούνται εντατικά. Τέλος, πολλοί κάτοικοι της χώρας τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις γειτονικές χώρες, διωγμένοι από το καθεστώς και αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Το 1995 υπολογίστηκε ότι 13 στους 1.000 κατοίκους της χώρας ζούσαν σε ξένες χώρες.
Σύνθεση πληθυσμού
Μελέτες που έγιναν έδειξαν ότι η χώρα κυβερνήθηκε μέχρι τον 9ο αι. από Ινδούς βασιλιάδες, οι οποίοι στη συνέχεια εκδιώχθηκαν από τους προγόνους της σημερινής κυρίαρχης φυλετικής ομάδας, των Μπούτια (Μπότε), θιβετιανής καταγωγής, οι οποίοι αποτελούν το 50% του πληθυσμού και είναι διασκορπισμένοι σε ολόκληρη τη χώρα. Δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα είναι οι Νεπαλέζοι (35%), που κατάγονται από το γειτονικό Νεπάλ και ζουν κυρίως στο νότο. Ακολουθούν οι ινδικής ή κινεζικής καταγωγής κάτοικοι (Σχάρσοπς), που αποτελούν το 15% του πληθυσμού. Παρά τη μακρόχρονη συμβίωσή τους, οι διάφορες φυλετικές ομάδες έχουν καταφέρει να διατηρήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.
Θρησκεία
Επίσημη θρησκεία του κράτους είναι ο βουδισμός μαχαγιάνα και το 75% των κατοίκων της χώρας είναι βουδιστές (λαμαϊστές). Στα αναρίθμητα μοναστήρια του Μπουτάν μονάζουν περίπου 6.000 μοναχοί. Ο βουδισμός μαχαγιάνα εισήχθη στη χώρα από το Θιβέτ και κατά το 17ο αι. άρχισαν να χτίζονται τα τζονγκ (φρούρια- μοναστήρια και διοικητικά κέντρα) στις κοιλάδες των Ιμαλαΐων. Το υπόλοιπο ποσοστό του πληθυσμού (25%) - κυρίως οι νεπαλέζικης καταγωγής κάτοικοι - είναι ινδουιστές.
Γλώσσα
Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η τζόνγκχα, μια θιβετιανή διάλεκτος. Τα αγγλικά, όπως και τα νεπαλέζικα, χρησιμοποιούνται επίσης από μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Γ. ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Πολίτευμα - συνταγματικοί θεσμοί
Επίσημη ονομασία της χώρας είναι Βασίλειο του Μπουτάν (Ντρουκ Γιουλ) και το πολίτευμά της είναι συνταγματική μοναρχία. Δεν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα, ούτε και νόμοι. Αρχηγός του κράτους και πρωθυπουργός είναι ο βασιλιάς, ο οποίος διορίζεται και καθοδηγείται από τα μέλη του Βασιλικού Συμβουλίου. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την 151μελή Εθνοσυνέλευση (Τσονγκντού), τα 106 μέλη της οποίας εκλέγονται απευθείας από το λαό και τα υπόλοιπα διορίζονται από το βασιλιά. Σε θεωρητικό επίπεδο η Εθνοσυνέλευση μπορεί να ασκήσει κριτική στις διοικητικές αποφάσεις. Πρόσφατα, στον τομέα της δικαστικής εξουσίας, άρχισε η λειτουργία του ανεξάρτητου Ανώτατου Δικαστηρίου. Δεν υπάρχουν πολιτικά κόμματα. Ένα μόνο μέλος κάθε οικογένειας έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος στις δημοτικές εκλογές. Μεγάλη είναι η ανάμειξη της Ινδίας στην άσκηση της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής του Μπουτάν. Η χώρα αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Σχεδίου Κολόμπο.
Υγεία - πρόνοια
Απουσιάζει η κρατική πρόνοια, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει στο όριο της φτώχειας και το βιοτικό επίπεδο είναι πολύ χαμηλό. Παρατηρούνται μεγάλες ελλείψεις σε φάρμακα και ιατρικό προσωπικό, κυρίως στις απομακρυσμένες περιοχές.
Εκπαίδευση
Αν και τα παιδιά ηλικίας έως 11 ετών δικαιούνται να φοιτήσουν σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το ποσοστό μαθητών που παρακολουθεί τελικά τη διδασκαλία είναι πολύ μικρό και φτάνει μόλις το 25%. Δεν υπάρχουν πανεπιστήμια και ανώτερα ιδρύματα. Τα αγγλικά χρησιμοποιούνται ευρέως στη διδασκαλία, αν και η επίσημη γλώσσα τζόνγκχα αποτελεί αντικείμενο εκμάθησης.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ
Η χώρα διαιρείται σε 18 μικρότερες διοικητικές περιοχές.
Πρωτεύουσα - Πόλεις
Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη του Μπουτάν είναι η Θιμπού (30.500 κάτοικοι). Είναι χτισμένη στο κεντροδυτικό τμήμα της χώρας, σε μια εύφορη κοιλάδα και συνδέεται με ασφαλτοστρωμένους δρόμους με άλλα σημεία της χώρας, καθώς και με την Ινδία στα νότια. Αποτελεί το κυριότερο αγροτικο-κτηνοτροφικό και εμπορικό κέντρο της γύρω περιοχής. Η Θιμπού έγινε μόνιμη έδρα της κυβέρνησης το 1962. Τα περισσότερα κτίρια της πόλης χτίστηκαν από το 1962 και έπειτα, όλα σε παραδοσιακό στυλ. Τα κυβερνητικά γραφεία στεγάζονται σε ένα φρούριο, το οποίο αρχικά ήταν μοναστήρι. Άλλη σημαντική πόλη της χώρας είναι η Πουνάχα, η οποία αναφέρεται ως η "χειμερινή" πρωτεύουσα της χώρας.
ΙΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΑ
Μέχρι τον 20ό αιώνα
Οι απαρχές της ιστορίας της χώρας δεν μας είναι απόλυτα γνωστές. Αρχικά το Μπουτάν διοικούνταν από Ινδούς βασιλιάδες, οι οποίοι τον 9ο αι. εκδιώχθηκαν από τους Μπούτια (Μπότε), που ήρθαν από το Θιβέτ και εισήγαγαν στην περιοχή το βουδισμό. Το 17ο αι. ο Σεπτούν Λα-Φα, ένας λάμα από το Θιβέτ, έγινε βασιλιάς του Μπουτάν και πήρε τον τίτλο του Ντάρμα-Ράτζα. Τον διαδέχτηκε ο Ντουπγκέιν Σεπτούν, ο οποίος αναδιοργάνωσε τη διοίκηση της περιοχής, διορίζοντας διοικητές φρουρίων (τζούνγκπεν) και κυβερνήτες διαμερισμάτων (πενλόπ). Ο διάδοχός του περιορίστηκε στο ρόλο του πνευματικού αρχηγού (Ντάρμα), ενώ την πολιτική εξουσία την ανέθεσε σε έναν υπουργό, ο οποίος εκτελούσε και χρέη πρωθυπουργού. Αυτός αποτέλεσε τον κοσμικό άρχοντα και πήρε τον τίτλο του Ντεμπ Ράτζα. Τον 18ο αι. το Μπουτάν μπήκε στο στόχαστρο της αποικιακής πολιτικής της Βρετανικής Ινδίας και το 1865 αποτέλεσε τμήμα του εδάφους της.
Ο 20ός αιώνας
Το 1907 ο κυβερνήτης του διαμερίσματος Τόνγκσα έγινε κληρονομικός βασιλιάς του Μπουτάν (Ντρουκ Γκυάλπο) και αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Βρετανία, ως ο μόνος νόμιμος ηγεμόνας της χώρας. Η κληρονομική διαδοχή συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες. Το 1972 πέθανε ο Τζίγκμε Ντόρτζι Βανγκτσούκ και τον διαδέχτηκε ο γιός του Σίνγκιε Βανγκτσούκ, ο οποίος συνέχισε την προοδευτική πολιτική του πατέρα του. Στις 8 Αυγούστου 1949 το Μπουτάν πέτυχε την ανεξαρτησία του, βρισκόμενο όμως κάτω από τον ουσιαστικό έλεγχο της ανεξάρτητης Ινδίας, από την οποία έλαβε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσει την απειλή της κομουνιστικής Κίνας. Το 1971 το Μπουτάν έγινε μέλος του ΟΗΕ και το 1973 του κινήματος των Αδεσμεύτων Χωρών. Προσπαθώντας να μειώσει την εξάρτησή της από την ινδική βοήθεια, η χώρα σύναψε διπλωματικές σχέσεις με αρκετές ασιατικές χώρες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και από το 1985 με αρκετές ευρωπαϊκές. Το 1989, ενώ στο θρόνο της χώρας βρισκόταν ο 37χρονος βασιλιάς Τζίγκμε Σίνγκιε Βανγκτσούκ, ο 9χρονος γιος του Τζίγκμε Γκεσάρ Ναμγκυάλ Βανγκτσούκ ορίστηκε διάδοχός του.
Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εκδηλώθηκαν στη χώρα ταραχές, με αίτημα την αποκατάσταση της δημοκρατίας, κυρίως από μειονότητες Νεπαλέζων, οι οποίοι έβλεπαν κινήσεις αποκατάστασης της δημοκρατίας στο γειτονικό Νεπάλ. Πολλά μέλη της "απελευθερωτικής οργάνωσης" που συστήθηκε, στην πλειονότητά τους Νεπαλέζοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Μπουτάν, κάτι που συνεχίστηκε και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 άρχισαν συνομιλίες ανάμεσα στις κυβερνήσεις του Μπουτάν και του Νεπάλ για τη διευθέτηση του θέματος των προσφύγων.
| LivePedia.gr |
|
H LivePedia.gr
είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη
στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της. Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να
διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν. |


