Παπαδάκη Ελένη

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Ελένη Παπαδάκη, Ελληνίδα ηθοποιός, γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1903 [1] και δολοφονήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1944 από την ΟΠΛΑ, ομάδα ενόπλων της οργανώσεως του ΕΛΑΣ, που ανήκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, [Κ.Κ.Ε.], στη διάρκεια των γεγονότων που είναι γνωστά ως Δεκεμβριανά. Η σορός της βρέθηκε στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, σ’ ένα λάκκο μαζί με άλλους, και κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα.
Ελένη Παπαδάκη
Ελένη Παπαδάκη

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Γονείς της ήταν ο ευκατάστατος αστός Νικόλαος Παπαδάκης, τμηματάρχης της Ιονικής Τράπεζας και η Αικατερίνη Κωνσταντινίδη, κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, και είχε ένα ακόμη αδελφό το Μιχάλη, που ήταν δύο χρόνια μικρότερό της. Η οικογένεια κατοικούσε σε ένα νεοκλασικό κτίριο στην οδό Ιπποκράτους 70β στα Πευκάκια. Εκδήλωσε από μικρή τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και συμμετείχε στις Κυριακάτικες εκδηλώσεις της οικογένειά της, στις οποίες ήταν πάντα καλεσμένος ο συνθέτης Δημήτριος Ρόδιος.

Σπουδές

Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και διδάχθηκε Γερμανικά σε βραδινά μαθήματα στη Γερμανική σχολή, ενώ μελέτησε Γαλλικά στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Αργότερα παρακολούθησε για δύο χρόνια ως ακροάτρια, τα μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μαθήματα αρχαίων Ελληνικών και αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας από τον Νικόλαο Ποριώτη. Ολοκληρώνοντας τη Μέση Εκπαίδευση γνώριζε και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, Γερμανικά, Γαλλικά, Αγγλικά και Ιταλικά. Εξέφρασε στην οικογένειά της τη διάθεσή της να ασχοληθεί με το Θέατρο και συνάντησε την σφοδρή αντίθεση όλων των μελών της, όμως μπροστά στην επιμονή της, δέχθηκαν να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου και φωνητικής στο Ελληνικό Ωδείο, στην οδό Φειδίου 3, όπου τελειοποίησε την κλίση της στο τραγούδι, με δασκάλους τον Άλεκ Σκούφη και τον Κίμωνα Τριανταφύλλου και το πιάνο, με την Αργυρή Γκίνη, την Κούλα Παπαδιαμαντοπούλου και την Καίτη Παπαϊωάννου.

Θέατρο

Ερασιτέχνης ηθοποιός

Το 1923 αρρώστησε από πλευρίτιδα και μέχρι την αποθεραπεία της διέκοψε τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου, όμως άρχισε να παρακολουθεί μαθητικές θεατρικές παραστάσεις του Νικόλαου Παπαγεωργίου, ο οποίος ήταν διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Στις 6 Απριλίου 1924 εμφανίστηκε με το ρόλο της Κυρίας φον Χάλδορφ στο μονόπρακτο η «Μακρινή Πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν, ενώ η τελευταία της εμφάνιση με το Ελληνικό Ωδείο έγινε στις 3 Ιουλίου 1924, στο ρόλο της Κυρίας Φαβαρόλι, στο έργο «Το αριστερό χέρι» του Πιέρ Βέμπερ.

Επαγγελματική παρουσία

Στις 10 Ιανουαρίου 1925, το «Θέατρο Ελληνικού Ωδείου» με την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά, παρουσίασε στο Εθνικό θέατρο, το έργο «Πειρασμός» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, στο οποίο πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της Αγγέλας Παπαστάμου και όπως ειπώθηκε «...η Μεταξά και η Παπαδάκη μπορούν να συναγωνισθούν με τας δοκιμωτέρας εξ επαγγέλματος ηθοποιούς.». Στις 22 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους εμφανίστηκε με το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», στο ρόλο της Κυρίας Σιρέλλι και ο Λίνος Καρζής σημείωνε «...η Παπαδάκη, ιδιοφυΐα, που θα μπορούσε με την επιμονή και τη μελέτη να δεσπόσει ως ερμηνεύτρια κοινωνικών έργων», ενώ ακολούθησε στις 25 Μαρτίου, το έργο «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, στο οποίο είχε το ρόλο της Ηρωδιάδας.

Όταν ο Σπύρος Μελάς ίδρυσε το «Θέατρο Τέχνης», αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί του και στις 13 Απριλίου 1925, κρυφά από τους οικείους της, υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό της συμβόλαιο, ενώ μόλις το ανακοίνωσε τους βρήκε όλους αντίθετους, με τον πατέρα της να παθαίνει καρδιακή κρίση, τη μητέρα της να ξεσπά σε λυγμούς και να την παρακαλά να το ακυρώσει και τον αδελφό της να εκφράζει την αποδοκιμασία του. Παρά τις αντιρρήσεις τους εμφανίστηκε με το «Θέατρο Τέχνης» για πρώτη φορά στις 25 Μαΐου 1825, όμως πραγματικά πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε στις 24 Ιουνίου 1925 στο έργο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, στο οποίο κρατούσε το ρόλο της Προγονής.

Η φήμη της και οι άριστες κριτικές που συγκέντρωνε στο πρόσωπό της από ανθρώπους της Τέχνης, ανάγκασαν την Μαρίκα Κοτοπούλη, να στείλει την Αιμιλία Καραβία, έμπιστη της και δημοσιογράφο του συγκροτήματος Λαμπράκη να παρακολουθήσει την παράσταση της στο θέατρο «Αθήναιον», η οποία της μετέφερε τις καλλίτερες εντυπώσεις της. Το χειμώνα του 1925, δέχτηκε την πρόταση της Κυβέλης και έπαιξε μαζί της από τις 15 Νοεμβρίου, το ρόλο της Λουκιανής Μπωρέλ, στο έργο «Η εξαδέλφη μου από τη Βαρσοβία», του Λουί Βερνέιγ, στο θέατρο «Διονύσια» στην πλατεία Συντάγματος.

Στις αρχές του 1926 γνώρισε και στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Αιμίλιο Βεάκη, από τις 22 Ιανουαρίου, στο έργο ο «Τριμπούνος» του Πωλ Μπουρζέ στο οποίο ερμήνευσε το ρόλο της Κυρίας Κλωντέλ. Συνεργάστηκε στο «Θίασο Νέων» μια συνεργασία που δε στέφθηκε από επιτυχία, καθώς το κεφάλαιο που διέθετε η Ελένη Χαλκούση εξανεμίστηκε και δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί ούτε στα έξοδα που απαιτούνταν για το στήσιμο του θιάσου. Η ίδια ως πρωταγωνίστρια τα κατάφερε να διακριθεί, όμως ο θίασος διαλύθηκε στα τέλη του Σεπτεμβρίου, όμως για το ζήτημα της αμοιβής της οδηγήθηκε σε δικαστική διαμάχη με την Ελένη Χαλκούση, γεγονός που οδήγησε τις σχέσεις τους σε οριστική ρήξη.

Στις αρχές Μαΐου 1927 παρακολουθώντας τις πρώτες Δελφικές εορτές, γνωρίστηκε με την Εύα και τον Άγγελο Σικελιανό, ενώ τη θεατρική σεζόν 1927 -28, συμμετείχε στις παραστάσεις του θιάσου Αμηρά. Τα χρόνια 1929 και 1930 περιόδευσε ως πρωταγωνίστρια στη Θεσσαλονίκη, τα Τρίκαλα και το Βόλο, με την «Εταιρία Ελλήνων Καλλιτεχνών» και τους Περικλή Γαβριηλίδη, Νίκο Δενδραμή και Νίκο Παρασκευά, παρουσιάζοντας εναλλασσόμενο ρεπερτόριο που αποτελούνταν από Δράματα και κωμωδίες, ελληνικά και ξένα, παρουσιάζοντας συνολικά περίπου 40 έργα.

Το 1931, συμμετέχοντας σε θίασο που ίδρυσε με το Δημήτρη Μυράτ και τον Περικλή Γαβριηλίδη, παρουσίασαν παραστάσεις στην Κωνσταντινούπολη, αποσπώντας το θαυμασμό του Τούρκου ποιητή Χαλίλ Φαχρί, που έγραψε «….αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, …η φωνή, οι κινήσεις της, η μιμική, οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή μου μιλούσαν με λόγια. Άξιον επαίνου η δυναμική της, που τόσο νέα μπορεί και αποδίδει μια ώριμη γυναίκα μάνα.». Επιστρέφοντας από την περιοδεία της συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οποία στις 24 Μαΐου 1932 υπέγραψε εξάμηνο συμβόλαιο και στις 4 Ιουνίου 1932, συμμετείχε με το ρόλο της Νίνας στην παράσταση ο «Γλάρος» του Αντόν Τσέχωφ.

Εθνικό Θέατρο

Προσλήφθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1932, ως πρωταγωνίστρια στο Εθνικό Θέατρο που είχε ιδρυθεί από τις 3 Μαΐου 1930. Ο ανταγωνισμός της με την Κατίνα Παξινού και το σύζυγό της Αλέξη Μινωτή, που είχαν την αμέριστη συμπαράσταση, αρχικά του Φώτη Πολίτη ως το θάνατό του το 1934 και στη συνέχεια του Δημήτρη Ροντήρη, οδήγησε στον παραγκωνισμό της. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θυμόταν «….όταν ήμουν μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής του Εθνικού Θεάτρου – επί Γρυπάρη και Φώτου Πολίτη – τι ετράβηξα με την αγαπητή μου Ελένη Παπαδάκη!.... όλοι είχαν την ιδέα πως στον κρατικό θίασο, τη στιγμή που υπήρχε μια Κατίνα Παξινού, αυτή ήταν μια περιττή πολυτέλεια. …Πότε ήθελαν να την απολύσουν, πότε να της ελαττώσουν το μισθό, πότε να μην της δώσουν παρά ένα δυο ρόλους για όλη την επόμενη περίοδο….»

Το Μάιο του 1935, έπαιξε την Ερσίλια Γκρέυ στο έργο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Λουίτζι Πιραντέλλο, ρόλος για τον οποίο οι κριτικοί τη χαρακτήρισαν ως την ιδανική ερμηνεύτρια των έργων του στο νεοελληνικό θέατρο. Ο Αλέξης Σολωμός το 1964, ανεβάζοντας το έργο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» αφιέρωσε την πρώτη του έργου του στη μνήμη της και κράτησε κενό το κάθισμα 2 της πρώτης σειράς.

Στις 3 Οκτώβρη 1936, συμπρωταγωνίστησε με την Κατίνα Παξινού, στο έργο «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, υποδυόμενη την Κλυταιμνήστρα, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και στις 22 Δεκεμβρίου 1936, υποδύθηκε την «Αγγέλα» στο έργο «Πειρασμός» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, μαζί με τη Βάσω Μανωλίδου, ενώ στις 30 Μαΐου 1937 έπαιξε το ρόλο της Δυσδαιμόνας στο έργο «Οθέλλος» του Σαίξπηρ, μαζί με τον Περικλή Γαβριηλίδη και τον Αιμίλιο Βεάκη. Το Σεπτέμβριο του 1937, ο Ιωάννης Μεταξάς διόρισε διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, που στο μεταξύ είχε μετονομασθεί σε Βασιλικό Θέατρο, τον Κωνσταντίνο Μπαστιά και στις 8 Δεκεμβρίου 1937 δόθηκε η πρεμιέρα του έργου «Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμηρ» του Όσκαρ Γουάιλντ, όπου υποδύθηκε τη λαίδη, στο πλευρό των Παξινού και Μινωτή, ενώ το Φεβρουάριο του 1938, πρωταγωνίστησε στο έργο «Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, μαζί με τη Μιράντα Μυράτ. Τον ίδιο χρόνο με σκηνοθέτη τον Τάκη Μουζενίδη, ανέβηκε το έργο «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, όπου εμφανίστηκε στο ρόλο της Πριμαντόνας. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1938 εμφανίστηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας, στο έργο «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, πλάι στην Κατίνα Παξινού και ήταν η πρώτη φορά μετά την αρχαιότητα, παίχτηκε αρχαίο δράμα.

Στις 21 Οκτωβρίου 1938, είχε το ρόλο της Ρεγάνης, κόρης του βασιλιά, στο έργο «Βασιλιάς Ληρ», Σαίξπηρ μα πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Βεάκη και στις 14 Δεκεμβρίου 1938, υποδύθηκε τη λαίδη Τσίλτερν, στο έργο «Ο ιδανικός σύζυγος» του Οσκαρ Γουάιλντ, ενώ τον Ιανουάριο του 1939, ήταν η λαίδης Τηζλ στο έργο «Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν. Τον Μάρτιο του 1939, περιόδευσε με θίασο στον Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, όπως και τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ταξίδεψε με θίασο στην Αγγλία, στο Cambridge και το Λονδίνο, και τη Γερμανία, στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο. Στις 31 Οκτωβρίου 1939 σε ιδιαίτερη τελετή τιμήθηκε από τον τότε Βασιλιά Γεώργιο Β' με βασιλικό έπαινο-ευαρέσκεια «...δια τας εις το ελληνικόν θέατρον εξαιρέτους αυτής υπηρεσίας και ιδιαιτέρως δια τας εν τω εξωτερικώ παρασχεθείσας τοιαύτας».

Ήδη η διαμάχη της με το ζεύγος Παξινού-Μινωτή είχε πάρει διαστάσεις και στις 30 Σεπτεμβρίου 1940, ο Τάκης Μουζενίδης της έδωσε το ρόλο της Αντιγόνης στην ομώνυμη αρχαία τραγωδία, παρά τις απειλές του καλλιτεχνικού ζευγαριού ότι θα παραιτηθεί. Στην παράσταση ερμήνευσε τη σκηνή του θρήνου με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη, δυσκολεύοντας τη σωστή απόδοση σε τραγούδι ή πρόζα και απέσπασε άριστες κριτικές από τους Άλκη Θρύλο και Μάριο Πλωρίτη. Στις 17 Μαρτίου 1942, έστειλε επιστολή στη διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου και ζητούσε νε τηρηθεί η ιεραρχία στην ανανέωση του συμβολαίου της και αρνήθηκε την πρόταση να εξισωθεί μισθολογικά με τους άλλους ηθοποιούς, προτάσσοντας θέμα ηθικής τάξεως. Μπροστά στην επιμονή της διοικήσεως στις 29 Μαρτίου 1942, υπέβαλλε την παραίτησή της, η οποία δεν έγινε δεκτή και στις 22 Μαΐου, υπέγραψε συμβόλαιο και προσλήφθηκε ως έκτακτη ηθοποιός. Η συμφωνία πρόβλεπε τη συμμετοχή της σε δύο έργα ως το τέλος του έτους, από τα οποία ένα θα ήταν αρχαία τραγωδία και το άλλο, έργο του Πιραντέλο, όμως στις 11 Αυγούστου με αφορμή τη ρύθμιση του ωραρίου για τις πρόβες, ήρθε σε ρήξη με το Μουζενίδη. Παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Γιοκαρίνη, οι επιθέσεις σε βάρος της συνεχίστηκαν και διέκοψε τη συμμετοχή της στις δοκιμές και τελικά στις 24 Αυγούστου 1942, με επιστολή της ανακοίνωσαν ότι θεωρούσαν λυμένη τη σύμβασή της με το Εθνικό και παράλληλα ζητούσαν την καταβολή ποινικής ρήτρας. Το διοικητικό συμβούλιο του Εθνικού αποφάσισε στις 26 Φεβρουαρίου 1943 την εκ νέου πρόσληψη της και την 1 Μαρτίου υπογράφηκε τρίμηνο συμβόλαιο για να παίξει τη Σελιμένη στο έργο «Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, ενώ την 1 Ιουλίου 1943, υπέγραψε 11μηνο συμβόλαιο με το νέο διευθυντή Άγγελο Τερζάκη.

Κινηματογράφος

Ήταν πρωταγωνίστρια στην βωβή ταινία του 1931, με τίτλο «Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου» [2]. Η ταινία κατά τη γνώμη της ήταν μάλλον αποτυχημένη, και αυτό την οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει το Σινεμά και να αφιερωθεί στο Θέατρο. Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου και σκηνοθέτης της ήταν ο Ιωάννης Λούμος, η μουσική του σάουντρακ ήταν του Κ. Λαζαρίδη και η παραγωγή έγινε από την εταιρεία «Ελλάς Φιλμ» του Τάκη Μαργαρίτη.

Η στερνή της εμφάνιση

Στην κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, πρωταγωνίστησε στις 13 Δεκεμβρίου 1943, υποδυόμενη την Εκάβη και μετά την παράσταση ο Άγγελος Σικελιανός αφού της φίλησε το μέτωπο και τα χέρια, της είπε πως «…προσκυνά την ίδια τη βασίλισσα της Τροίας» και συμπλήρωσε «…Τώρα δεν έχεις άλλη κορφή ν’ ανέβεις πιο ψηλά», ενώ ενθουσιασμένος έγραψε για πρώτη φορά θεατρική κριτική και εντυπώσεις από την παράσταση. Όμως η τελευταία εμφάνιση της ζωής της μπροστά στο κοινό, ήταν στις 7 Φεβρουαρίου 1944, στη συναυλία στη μνήμη του ενός χρόνο από το θάνατο του ποιητή Κωστή Παλαμά, όπου στο τέλος του πρώτου μέρους εμφανίστηκε ντυμένη στα μαύρα, και απάγγειλε Στέλλα Βιολάντη με υπόκρουση, μουσική του Μανώλη Καλομοίρη.

Επανεμφανίστηκε στη σκηνή μετά το τέλος της απαγγελίας της και αυτόβουλα απάγγειλε την τελευταία στροφή από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»,
Και μη έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθειά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αισθανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα!

Σχέσεις με Ιωάννη Ράλλη

Η οικογένειά της διατηρούσε φιλικές σχέσεις πριν τον πόλεμο με τον τελευταίο κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη και η δική της γνωριμία μαζί του παρουσιάστηκε ως γεροντικός έρωτας του πρωθυπουργού, ενώ η ίδια κατηγορήθηκε ως «η πόρνη-φιλενάδα» του, και αποδέκτρια ακριβών δώρων. Μάλιστα σε μια πλέον προχωρημένη κατηγορία σε βάρος της δημοσιεύθηκε στον τύπο ότι ήταν η τέταρτη σύζυγος του, με πολιτικό γάμο. Σύγχρονοι της ηθοποιοί καταθέτουν ότι ο Ράλλης, ήταν ερωτευμένος μαζί της, η ίδια δεν ανταποκρίθηκε ποτέ, όμως η φιλική τους σχέση, της επέτρεπε να ζητά χάρες από τον πρωθυπουργό, και να σώζει από τον θάνατο Έλληνες πατριώτες, κομμουνιστές αντάρτες ή Εβραίους καταζητούμενους.

Το τέλος

Η διαγραφή της

Λίγες μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, η Ελένη Παπαδάκη στοχοποιήθηκε από το ΕΑΜ, που εξαπέλυσε κυνήγι κεφαλών, εναντίον καλλιτεχνών που δήθεν συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, όμως στην ουσία, απλά δεν ανήκαν ιδεολογικά και πολιτικά στις τάξεις του ΚΚΕ. Η διοίκηση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, [Σ.Ε.Η.], που η πλειοψηφία της ανήκε στο ΚΚΕ, τη διέγραψε με την αναπόδεικτη κατηγορία ότι υπήρξε ερωμένη του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη.

Το Νοέμβριο του 1944, με πρωταγωνιστές τους Αιμίλιο Βεάκη, Μάνο Κατράκη, Τίτο Βανδή, Δήμο Σταρένιο, Δημήτρη Μυράτ, Αλέξη Δαμιανό, Ζώρζ Σαρρή, Νίκο Τζόγια, Καίτη Ντιριντάουα και άλλους, αρχίζουν διαγραφές από τον Σύλλογο Ελλήνων Ηθοποιών. Στις 23 Νοεμβρίου δημοσιεύεται μια λίστα με τίτλο «Οι προδόται ηθοποιοί», οι οποίοι δικάζονται συνοπτικά και διαγράφονται. Στο θέατρο «Διονύσια» στις 24 Νοεμβρίου 1944, στη Γενική Συνέλευση του Σωματείου της διαγράφηκε, ενώ ακούγονται φωνές «Θάνατος στην πουτάνα». Η Ελένη Παπαδάκη απουσίαζε, όμως έστειλε επιστολή, στην οποία έγραφε «...Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξε «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».

Ο Δημήτρης Μυράτ περιέγραψε μια τυχαία συνάντησή τους, «....Τη μέρα που ξέσπασε το Δεκεμβριανό κίνημα του 1944, ήταν μια Κυριακή. Ξεκίνησα ποδαρόδρομο ως τα Πατήσια- είχαμε συνηθίσει στην Κατοχή την έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων- να πάω στην παράσταση του «ΡΕΞ». Δεν είχαμε μάθει πως το πρωί στο Σύνταγμα είχε χυθεί το πρώτο αίμα. Φτάνοντας στο μακαρίτικο θέατρο «Παπαιωάννου» άκουσα κάτι συναδέλφους να μου φωνάζουν «...Που πάς, δεν υπάρχουν παραστάσεις». Γύρισα πίσω,φυσικά με το ίδιο συγκοινωνιακό μέσο. Στην οδό Ιακωβίδου όπου μέναμε κι οι δυο, απάντησα την Ελένη έξω απ'το σπίτι της. Της είπα τα νέα: «...Πήγαινε κάπου να κρυφτείς, φοβάμαι μη σε βρεί κακό». Έγινε θηρίο ανήμερο. Πρώτη φορά την είδα έτσι στα τόσα χρόνια της στενής μας φιλίας «...Είσαι και συ από κείνους που με λένε δωσίλογη...», φώναξε με την κρυστάλλινη φωνή της, που δεν έχανε την μαγεία της ακόμα κι όταν ήταν οργισμένη. Δεν τόλμησα να της αντιμιλήσω. Λίγες μέρες πριν, στο θέατρο «Διονύσια», της Πλατείας Συντάγματος είχε οργανωθεί από το Σωματείο των ηθοποιών μια γενική συνέλευση με σκοπό την δίκη των δωσίλογων ηθοποιών....»

Η δολοφονία της

Τη νύχτα της 21ης Απριλίου 1945 τη συνέλαβαν πολιτοφύλακες της Οργανώσεως Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, [Ο.Π.Λ.Α.], στο σπίτι του συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ, γραμματέα του Ε.Α.Μ. Καλλιτεχνών και την οδήγησαν στα γραφεία της Πολιτοφυλακής, με τη συνοδεία του Μυράτ και της φίλης της δημοσιογράφου Αιμιλίας Καλλιγά, η οποία αρνήθηκε να την αφήσει μόνη της. Έπειτα από σύντομη ανάκριση και αφού έδιωξαν τους συνοδούς της, τη μετέφεραν στο διυλιστήριο της ΟΥΛΕΝ στο Γαλάτσι, όπου ο «καπετάν Ορέστης», επικεφαλής των ανδρών του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, [Ε.Λ.Α.Σ.], τη δολοφόνησε πυροβολώντας την στο αυχένα, αφού πριν της πήραν τα ρούχα, τη γύμνωσαν και βιάστηκε από ομάδα κομμουνιστών ανταρτών, της έκοψαν τα άκρα και τα στήθη, και την κακοποίησαν σωματικά, χτυπώντας την με τσεκούρι. Η σορός της βρέθηκε σε ομαδικό τάφο στις 26 Ιανουαρίου 1945 και ο προϊστάμενος του Β’ Νεκροταφείου στα Πατήσια ειδοποίησε τον Σαμ Μπράντενμπουργκ, τον Εβραϊκής καταγωγής εραστή της και μουσικό της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ότι κατά την εκταφή πτωμάτων που είχε αρχίσει στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε η σορός της, την οποία πρώτος ο Σαμ αναγνώρισε.

Δολοφόνοι της ήταν, ο φυσικός αυτουργός και εκτελεστής της Βλάσσης Μακαρώνας, μπακάλης από τους Ποδαράδες, ενώ τη δολοφονική ομάδα συμπλήρωναν οι Στέφανος Λιόλιος, Πέτρος Τζογανάκης και Ιωάννης Κουκούτσης. Όλοι τους συνελήφθησαν μήνες αργότερα, χάρη στην παρατηρητικότητα επιβάτη Αθηναϊκού τραμ, που αναγνώρισε ότι το πουλόβερ που φορούσε ο τροχιοδρομικός υπάλληλος ανήκε σε συγγενή του που εκτελέσθηκε. Στα τέλη του Μαρτίου 1945, έγινε η αναπαράσταση των εγκλημάτων στον τόπο των εκτελέσεων, παράλληλα η ιατροδικαστική έρευνα, έδειξε ότι το πτώμα της έφερε μια μαχαιριά στον λαιμό και πλήγματα από τσεκούρι στο σώμα, ενώ τα χέρια της ήταν γαντζωμένα στα μαλλιά, σε μια ενστικτώδη προσπάθεια να προφυλάξει το κεφάλι της από τα κτυπήματα και τα μάτια της -που είχαν χαρακτηρισθεί «τα πιο όμορφα του ελληνικού θεάτρου»- ήταν ορθάνοικτα και αποτύπωναν τον τρόμο των τελευταίων της στιγμών. Με βάση τη μαρτυρία του επιβάτη, οι δολοφόνοι της συνελήφθησαν, δικάστηκαν και εκτελέστηκαν για τα εγκλήματά τους, ενώ εντύπωση προκάλεσε η κατάθεση του Βλάσση Μακαρώνα, ο οποίος δήλωσε ότι μετάνιωσε, όχι για την εκτέλεση, αλλά γιατί την γούνα της ηθοποιού την πήρε ο Ορέστης κι όχι ο ίδιος.

Το ΚΚΕ δια στόματος του αρχηγού του Νίκου Ζαχαριάδη, παραδέχθηκε αργότερα, ότι η δολοφονία της ήταν «ανοησία» [3] και υποστήριξε προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη δολοφονία, ότι τέσσερις μέρες μετά, δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο τον «καπετάν Ορέστη», με την κατηγορία του «πράκτορα των Εγγλέζων», ο οποίος διέπραξε το έγκλημα για να δυσφημήσει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Ελένη Παπαδάκη-η σκιαγραφία μιας ξεχωριστής θεατρικής ιδιοφυΐας», Μιχαήλ Παπαδάκης, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»
  • «Ελένη Παπαδάκη-Μια φωτεινή πορεία με απροσδόκητο τέλος», Πολύβιος Μαρσάν, Εκδόσεις «Καστανιώτης», 2001.

Παραπομπές

  1. [Ελένη Παπαδάκη-Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, Πολύβιος Μαρσάν]
  2. Ελένη Παπαδάκη, η ηθοποιός
  3. [«..Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει οτι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη είτε της ηθοποιού Παπαδάκη, δεν μπορούν να βρούν δικαίωση, και πρέπει να καταδικαστούν ανοικτά..»]


Εικόνα:Lp-stamp-line.gif
LivePedia.gr :: Η Ελληνική Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.