Παρακεντές

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

παρακεντές ο (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :παρακεντε (τουρκ. λ. parakente = παράσιτο) -ς]

  1. ο εργάτης που δουλεύει βοηθητικά και έκτακτα στα χωράφια για λογαριασμό του κολίγα
  2. (μτφ.) α) αυτός που προσκολλιέται σε άλλους και δε ζει με δικά του μέσα, ο χαραμοφάης, ο αχαΐρευτος: Καζαντζ. Καπ. Μιχ. "η Ρηνιώ χάρηκε να δει όλους ετούτους τους παρακεντέδες να εξευτελίζουνται, για να κάνουν το κέφι του κυρού της", β) ο ανάξιος λόγου, ο τιποτένιος: Καζαντζ. Χρ. ξαναστ. "ο αγράμματος, ο παρακεντές, που είχε ένα μεγάλο σκοπό" συνώνυμα: σελέμης, παράσιτο, τενεκές.


LivePedia.gr



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.