Ποίηση

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ποίηση

Κατηγορίες
της Τέχνης






Η ποίηση είναι λογοτεχνικό είδος που η αφετηρία της ιστορίας του θεωρείται ο Όμηρος. Οι αρχές της, ωστόσο, πρέπει να αναζητηθούν ακόμα παλιότερα. Τα ποιήματα της προομηρικής εποχής δεν έφτασαν μέχρι σήμερα. Επειδή όμως στα ομηρικά έπη αναφέρονται ορισμένοι ποιητές, πρέπει να θεωρήσουμε ως βέβαιη την ύπαρξη προομηρικής ποίησης.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Οι ποιητές αυτοί ήταν λαϊκοί τραγουδιστές, όπως οι λυράρηδες ή ποιητάρηδες στην Ελλάδα και οι τροβαδούροι στη Δύση. Απ' τα ονόματα που διέσωσε η παράδοση της προομηρικής εποχής είναι του Ορφέα, του Μουσαίου, του Λίνου, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξή τους. Η ποίηση εκείνης της εποχής διακρίνεται σε ιερή και μυθική. Η πρώτη περιλάμβανε ύμνους στους θεούς και η δεύτερη είχε ως θέμα τις περιπέτειες μυθικών προσώπων.

Η αρχή της ιερής ποίησης οφείλεται στη λατρεία των μουσών. Το αρχαιότερο είδος της ποίησης είναι το έπος, γιατί άνθρωπος, σαν άτομο και σαν λαός, στην παιδική του ηλικία, επηρεάζεται απ' τις εξωτερικές κυρίως εντυπώσεις. Και τα θέματα του έπους είναι κατορθώματα και ηρωισμοί. Έτσι παρουσιάστηκε το ηρωικό έπος με τη νεανική ζωηρότητα, απλότητα στις περιγραφές και αφέλεια, όπως συμβαίνει στα παιδικά έργα του ανθρώπου. Παράλληλα μ' αυτό αναπτύσσεται και το διδακτικό έπος, όπου βρίσκουμε συμβουλές και οδηγίες για τη ζωή και τις ασχολίες του ανθρώπου. Το ηρωικό έπος έχει ως θέματά του τα κατορθώματα των ηρώων της εποχής, του στη λαϊκή φαντασία έπαιρναν τη μορφή του υπερφυσικού και του υπεράνθρωπου.

Η αρχαία ελληνική ποίηση υπήρξε το ζενίθ της ανθρώπινης δημιουργίας, που κατόρθωσε να φτάσει σε μοναδικό βαθμό τελειότητας. Η μορφή των κλασικών ελληνικών έργων, το πλούσιο και βαθιά ανθρώπινο περιεχόμενό τους με την έκφραση ευγενών και υψηλών συναισθημάτων, κατέστησαν το κλασικό πνεύμα παγκόσμιο, ώστε σήμερα η μελέτη του ν' αποτελεί τη βάση της ανθρώπινης μόρφωσης και παιδείας. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας είναι η πρωτοτυπία, το εθνικό και ουμανιστικό στοιχείο. Σ' αυτά οφείλεται η επίδραση που είχε στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας όλων των εποχών.

Παρακλάδι του διδακτικού έπους είναι το φιλοσοφικό έπος, που μ' αυτό ασχολήθηκαν κυρίως φιλόσοφοι. Οι αρχές της λυρικής ποίησης πρέπει ν' αναζητηθούν στα λαϊκά άσματα, όπως είναι τα γιορταστικά, ποιμενικά, γεωργικά, αγροτικά, νανουρίσματα βρεφών και τα οικογενειακό που έψελναν σε διάφορους ρυθμούς. Η λυρική ποίηση, η έντεχνη λυρική ποίηση, παίρνει τη μορφή της τον Στ' αιώνα. Εφόσον η λυρική ποίηση απηχεί συναισθήματα, που πηγάζουν απ' τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, ήταν φυσικό να προέλθει απ' την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Η λυρική ποίηση λοιπόν είναι κατά ένα μέρος υποκειμενική, αντίθετα η επική είναι αντικειμενική, γιατί αυτή τραγουδά μόνο τις περιπέτειες και τα κατορθώματα των ηρώων. Ο λυρικός ποιητής εκφράζει περισσότερο δικές του σκέψεις και συναισθήματα ή ερμηνεύει τις ιδέες και τις ψυχικές καταστάσεις άλλων. Η υποκειμενικότητα αυτή του ποιητή δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί απ' τις αντιλήψεις της εποχής μέσα στην οποία ζει και κινείται.

Η λυρική ποίηση οφείλει την ονομασία της στο ότι κατά την απαγγελία συνοδευόταν απ' τη μουσική της λύρας και διακρίνεται στην ελεγεία, τον ίαμβο και το μέλος. Η ελεγεία είναι ποίημα που αποτελείται από δίστιχες στροφές και η ονομασία του οφείλεται στο ότι ο δεύτερος στίχος λεγόταν έλεγος, δηλαδή θρησκευτικό άσμα. Η ελεγεία θεωρείται γέφυρα, που χρησίμεψε για το πέρασμα απ' την επική στη λυρική ποίηση. Ένα άλλο είδος της λυρικής ποίησης ήταν το μέλος. Όταν προοριζόταν να ψάλλεται από ένα μόνο πρόσωπο λεγόταν απλά μέλος, ενώ όταν έψελναν πολλά πρόσωπα (χορός) λεγόταν χορικό μέλος. Η μελική ποίηση είναι έργο των Αιολέων, η χορική μελική ποίηση των Δωριέων. Κυριότεροι δημιουργοί του αιολικού μέλους ήταν ο Τέρπανδρος, ο Αλκαίος και η Σαπφώ. Ο Τέρπανδρος καθόρισε επίσης τις τρεις αρμονίες: τη φρυγική, τη λυδική και τη δωρική.

Η δωρική ή χορική ποίηση έχει τις ρίζες της στις θρησκευτικές τελετές και διακρίνεται σε πολλά είδη. Τα προσόδια είχαν προορισμό τους βωμούς. Ο διθύραμβος ψελνόταν προς τιμή του Διόνυσου. Ο παιάνας ήταν εμβατήριο μάχης ή επιτραπέζιο άσμα που έψελναν προς τιμή του Απόλλωνα ή της Άρτεμης. Το υπόρχημα ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Τα παρθένια έψελναν χοροί παρθένων και οι θρήνοι προορίζονταν για τους νεκρούς. Αργότερα, και συγκεκριμένα στους αλεξανδρινούς χρόνους, διακρίθηκε η σύνθεση επιγραμμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται για τη λεπτότητα της κρίσης, την ειρωνεία τους, τη χάρη της γλώσσας και του ρυθμού. Τα επιγράμματα με ακρίβεια και ζωηρότητα παρουσιάζουν μικρές σκηνές απ' την καθημερινή ζωή. Την ίδια περίοδο ανθίζει και η βουκολική ποίηση, που τα θέματά της τα παίρνει απ' την ποιμενική ζωή και την αγροτική γενικά.

Τα βουκολικά γράφτηκαν σε δωρική διάλεκτο και δακτυλικό εξάμετρο. Αν δούμε την πορεία της πνευματικής εξέλιξης απ' την κλασική εποχή μέχρι τη βυζαντινή και προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σύγκριση αυτών των δύο περιόδων, θα διαπιστώσουμε ότι η αρχαία ποίηση μοιάζει σαν μια βουνίσια χώρα, με πανύψηλες κορυφές κι ανοιχτούς ορίζοντες, που τη διασχίζουν ορμητικά ποτάμια και τη στολίζουν ανθισμένα λιβάδια, ενώ η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή μοιάζει με το μονότονο κάμπο που δεν τον διακόπτει κανένα ύψωμα και τον διασχίζουν μονάχα μερικά ποταμάκια, που πηγάζουν απ' την προηγούμενη χώρα και χάνονται μέσα σε αφιλόξενες στέπες. Εξάλλου, απ' τη βυζαντινή λογοτεχνία λείπει η οργανική ενότητα και η ενιαία ανάπτυξη όλων των λογοτεχνικών ειδών, στοιχεία που κάνουν μοναδική την αρχαία πνευματική παραγωγή, γιατί ο βυζαντινός πολιτισμός προήλθε απ' τη μακροχρόνια ανάμειξη τριών ετερογενών στοιχείων, του ελληνοχριστιανικού, του ρωμαϊκού και των ανατολικών επιδράσεων. Το μόνο είδος της ποίησης που καλλιεργήθηκε στην περίοδο αυτή είναι η εκκλησιαστική. Η εξωτερική μορφή της στηρίζεται στο ρυθμό και τον τόνο και όχι στην ανταλλαγή των βραχέων και μακρών φωνηέντων της κλασικής ποίησης.

Θρίαμβος της αξίας και της δημιουργικής δύναμης του ανθρώπου και μιας νέας, πιο ελεύθερης φιλοσοφίας, είναι η Αναγέννηση. Η Αναγέννηση είναι ο αιώνας μιας μεγάλης σειράς σπουδαίων λογοτεχνών, καλλιτεχνών, ιστορικών επιστημόνων, που το σύνολό τους αποτελεί το χρυσό αιώνα του νέου πολιτισμού. Εδώ οι διανοούμενοι έχουν τη γνώμη ότι η ποίηση είναι διπλή μίμηση, της φύσης και των καλών συγγραφέων, δηλ. ακολουθούν τα διδάγματα που είχε δώσει ο Οράτιος με την "Ποιητική".

Στα έργα της νεοελληνικής ποίησης, διηγούνται τους ηρωικούς αγώνες των Βυζαντινών προς τους μουσουλμάνους και τους Σαρακηνούς. Έτσι δημιουργήθηκε ολόκληρος κύκλος δημοτικών τραγουδιών, ο λεγόμενος ακριτικός κύκλος. Τ' όνομά του οφείλει στους Ακρίτες, τους στρατιώτες που είχαν σκοπό να φρουρούν τα σύνορα του κράτους. Στον κύκλο αυτό φανερώνεται ο θαυμασμός του λαού για τα κατορθώματα των ηρωικών πολεμιστών και παρουσιάζεται όλο το ηρωικό και πολεμικό πνεύμα τον Βυζαντίου στην πιο δοξασμένη περίοδο της ιστορικής του ζωής. Παράλληλα με τον κύκλο αυτό γράφονται στη δημοτική γλώσσα και διάφορες ερωτικές ιστορίες, μυθιστορήματα και διδακτικά ποιήματα. Άλλα είδη, που ανθίζουν στους 17ο-18ο αιώνες, είναι οι διάφοροι θρήνοι, ποιήματα που αναφέρονταν σε καταστροφές πόλεων ή χωριών, η ποίηση που έχει θέμα την ξενιτιά, η βουκολική, η επικολυρική ποίηση, όπως ο "Ερωτόκριτος".

Σημαντική θέση στη νέα ελληνική λογοτεχνία κατέχει η δημοτική ποίηση, που εκφράζει με θαυμάσιο τρόπο τα συναισθήματα του λαού και δίνει τέλεια εικόνα της εξέλιξης της γλώσσας. Τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια παρουσιάζουν μοναδική λεπτότητα στην έκφραση, αφάνταστο πλούτο εικόνων, ρωμαλέα ποιητική διάθεση και μεγάλο συναισθηματικό θησαυρό. Η σύγχρονη ποίηση είναι ένα λιβάδι που φυτρώνουν μέσα του χιλίων ειδών λουλούδια. Υπάρχουν αρωματικά αλλά και άοσμα, πολύχρωμα αλλά και μονόχρωμα, βελουδένια στην αφή αλλά και αγκαθωτά. Στη νεότερη παγκόσμια ποίηση ξεχώρισαν τα ρεύματα του ρομαντισμού, του σουρεαλισμού και του φουτουρισμού.

Η ποίηση, όπως και κάθε πνευματικό έργο ενός ανθρώπου ή λαού, μας δίνει την εικόνα του πνευματικού βίου του ανθρώπου ή του λαού, τα χαρίσματα και τα ελαττώματά τους, τις αρετές, τα πάθη και τα μίση τους, τη μεγαλοσύνη και την ευτυχία τους, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες, τις προοπτικές για το μέλλον. Η πνευματική κληρονομιά ενός λαού αφήνει πάντα φωτεινά ίχνη, που δείχνουν στις γενιές το δρόμο που χάραξε την ιστορική πορεία του. Παράλληλα επηρεάζει και τους δρόμους που θ' ακολουθήσει ένα έθνος για την πραγματοποίηση των μεγάλων του έργων, στην κοινωνική αλλαγή και της ιστορικής του αποστολής. Βλέπε το εξαιρετικά ενδιαφέρον λήμμα νεώτερη ποίηση (μοντέρνα), για περισσότερες πληροφορίες στο θέμα.

Λάλον ύδωρ (της ποιήτριας Β. Γαβριελάτου)

Μούπαν τα λόγια ετούτα τα πικρά

" Η ποίηση στην εποχή μας δεν περνάει"

δεν έχει δίοδο, οι θύρες του ουρανού

γι' αυτήν κλειστές."

Όμως εγώ δεν πίστεψα ποτέ, ποτέ

πως δεν θα κελαηδούν τα πουλιά το Μάη,

πως δεν θα υπάρχουνε πηγές λαλέουσες

πολλές και λάλον ύδωρ που θα οδεύουν

εκθαμβωτικά μέσα στο κόρφο αυτής της Γης

και μέσ' τα καλντερίμια!!

Ποιητικά είδη

Λυρική

Με τη στενή σημασία της είναι η ποίηση που συνδυάζεται με τη μουσική ή συγχρόνως με τη μουσική και το χορό, ενώ με την ευρύτερη σημασία της είναι η ποίηση που εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα. Στους αρχαίους Έλληνες. Η λ.π. αναπτύχθηκε αργότερα από την επική, προήλθε όμως από παλαιότατα δημοτικά άσματα. Ήδη στον Όμηρο υπάρχουν μαρτυρίες για ορισμένα λυρικά μοτίβα, όπως είναι ο "Παιάνας" (τραγούδι υμνητικό του Απόλλωνα), ο "Υμέναιος" (γαμήλιο άσμα), ο "Θρήνος" (μοιρολόι για τους νεκρούς). Ως έντεχνο όμως είδος η λ.π. άρχισε να αναφαίνεται από τα μέσα του 8ου αι., δηλ. πολύ αργότερα από την επική, στην Ιωνία και έφτασε στη μεγάλη της ακμή τον 5ο αι. π.Χ., οπότε διαδόθηκε σ` ολόκληρη την Ελλάδα.

Η λ.π., ανάλογα με το περιεχόμενο και τη μορφή με την οποία εκφράζεται, διακρίνεται σε τέσσερα κύρια είδη: α) Ελεγειακή: είναι δημιούργημα των Ιώνων και εμφανίζεται το 700-600 π.Χ. Είναι άσμα που εκφράζει κάθε δυνατή συγκίνηση και εκπροσωπείται από τους Καλλίνο, Αρχίλοχο, Μίμνερμο, Σόλωνα, Ξενοφάνη, Θέογνη κ.ά. β) Ιαμβική: δημιούργημα και αυτή των Ιώνων, σύγχρονο με την ελεγεία. Έχει ως βάση το σκώμμα και ασχολείται με κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Εκπρόσωποι: Σιμωνίδης ο Αμοργίνος κ.ά. γ) Μελική: καλλιεργήθηκε από τους Αιολείς και μ` αυτήν τραγούδησαν το κρασί, την καλοζωία και τον έρωτα. Εκπρόσωποι: Αλκαίος, Σαπφώ, Ανακρέοντας, δ) Χορική: καλλιεργήθηκε από τους Δωριείς (Τέρπανδρος, Αλκμάν, Στησίχορος κ.ά.), αποτελεί συνδυασμό ποίησης, μουσικής και χορού, εκφράζει συνθετότερα συναισθήματα και έχει ομαδικό χαρακτήρα.

Στους άλλους λαούς. Στους Ρωμαίους η λ.π. δεν παρουσίασε αυτόνομη εξέλιξη. Όπως όλα τα γραμματειακά είδη, έτσι και αυτό αναπτύχθηκε κάτω από την ελληνική επίδραση. Ιδιόμορφο λυρικό είδος που καλλιεργήθηκε από τους Λατίνους ποιητές ήταν η σάτιρα. Αντίθετα, σημαντική ήταν η ανάπτυξη της λ.π. στους ανατολικούς λαούς. Οι Ινδοί έγραφαν θρησκευτικούς ύμνους στην αρχή και μετά γνωμικά, ηθικά, ερωτικά κ.ά. ποιήματα (5ος αι. μ.Χ.). Οι Κινέζοι από το 1500 π.Χ. έχουν λαϊκά ερωτικά, ηθικά κ.ά. ποιήματα. Η ιαπωνική λ.π. έχει χαρακτήρα φυσιολατρικό, η περσική διδακτικό, γνωμικό και ερωτικό, η αιγυπτιακή θρησκευτικό, ερωτικό και συμποτικό, η εβραϊκή θρησκευτικό (ψαλμοί του Δαβίδ κ.λ.π.), διδακτικό (Παροιμίες Σολομώντα), ερωτικό (Άσμα Ασμάτων) κ.λ.π.

Κατά το μεσαίωνα λυρική ποίηση ανέπτυξαν οι μωαμεθανοί με τη μορφή τραγουδιών ερωτικών, σκωπτικών, γνωμικών, πολεμικών κ.λ.π. Οι Βυζαντινοί ως φυσικοί συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων προσάρμοσαν τη λ.π. κυρίως σε μορφές που εξυπηρετούσαν τη λατρεία. Παράλληλα όμως ασχολούνταν και με κοσμικά θέματα, δηλ. ιστορικά, μυθολογικά, σκωπτικά, επιτύμβια κ.ά. Στη Δύση καλλιεργήθηκε η θρησκευτική, πολεμική και ερωτική ποίηση.

Νεότερη Ελλάδα

Οι εθνικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη της λ.π. Γι` αυτό είναι χτυπητή η απουσία των προϊόντων της. Μόνο στην ενετοκρατούμενη Κρήτη έχουμε κάποιες παρουσίες, όπως του Λεονάρδου Δελαπόρτα (14ος - 15ος αι.), του Ι. Πλουσιαδηνού (14ος αι.) και του Μαρίνου Φαλιέρου (16ος αι.). Το είδος γνώρισε μεγάλη ακμή κυρίως μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Ανάμεσα στους ποιητές που διακρίθηκαν ιδιαίτερα είναι οι: Σολωμός, Παλαμάς, Καβάφης, Γρυπάρης, Μαβίλης, Χατζόπουλος και πολλοί άλλοι. Λυρικά ποιήματα είναι και αρκετά δημοτικά τραγούδια (της αγάπης, μοιρολόγια κ.ά.).

Βουκολική

Λαϊκά αυτοσχέδια τραγούδια των βουκόλων (βοσκών), έντεχνη ποίηση εμπνευσμένη από τις ποιμενικές ασχολίες και την ήρεμη ποιμενική και αγροτική ζωή. Από τους αρχαίους Έλληνες πρώτοι οι Δωριείς ασχολήθηκαν με το ποιητικό αυτό είδος, για να υμνήσουν τις αγροτικές θεότητες. Κυριαρχεί η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της αγροτικής ζωής, που κυλά ανάμεσα σε χλοερά λιβάδια, καταπράσινα χωριά και γάργαρα νερά. Κέντρα της ποίησης αυτής ήταν η Λακωνία, η Σικελία και η Ν Ιταλία. Το ποίημα του Στησίχορου "Δάφνις" είναι το αρχαιότερο βουκολικό που έχουμε.

Εκεί όμως που η β.π. γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της ήταν η Αλεξάνδρεια. Στη μεγαλούπολη εκείνη των Πτολεμαίων ο πολιτισμός, η πολυτελής και αβρή ζωή δημιούργησαν κάποιο κορεσμό και οι κάτοικοί της ζητούσαν μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της πόλης να δροσίζονται με τη δροσερή αύρα της αγροτικής ζωής, την οποία η β.π. τους παρείχε πλούσια. Το είδος τελειοποίησε ο Θεόκριτος ο Συρακούσιος, ο οποίος είχε ως πρότυπά του τον Ευριπίδη, το Σώφρονα το μιμογράφο και τη δημοτική ποίηση, και είχε κατανείμει τη ζωή του ανάμεσα στην πατρίδα του και την Αλεξάνδρεια. Η ποίηση του Θεόκριτου για τις πολλές της αρετές βρήκε πολλούς θαυμαστές και μιμητές, από τους οποίους σπουδαιότεροι είναι ο Βίωνας (έγραψε 10 ειδύλλια), ο Μόσχος (τέσσερα) και από τους Ρωμαίους ο Βιργίλιος. Άλλοι Ρωμαίοι βουκολικοί ποιητές ήταν ο Μ. Βαλέριος Μεσάλας, ο Καλπούρνιος, ο Νεμεσιανός κ.ά.

Γνωμική

Σύντομα ρητά, που μας συμβουλεύουν τι να κάνουμε σε κάθε περίσταση της ζωής μας. Είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσουμε από τις παροιμίες. Από τα πεζά γνωμικά προχώρησαν οι αρχαίοι στη δημιουργία της γ.π. Τα έμμετρα γνωμικά προτιμούνται, γιατί είναι πιο εύκολα στην απομνημόνευση. Στα γνωμικά ποιήματα βρίσκουμε διατυπωμένη έμμετρα τη λαϊκή φιλοσοφία, όπου η ιδέα του θανάτου γίνεται κίνητρο για την απόλαυση της ζωής. Περισσότερο όμως στη γ.π. επικρατεί η απαισιόδοξη αντίληψη της ζωής:

Δεν ηύρα φίλο μπιστικό, μηδ` αδερφό καλλιάν του

σαν το σπαθάκι μ` αδερφό, σαν το πουγκί μου φίλο

(Ν. Πολίτη "Εκλογαί")

"Εγκαρτέρηση, υπομονή, σύνεση, φρόνηση, επιτηδειότητα, αποφυγή φιλοδοξίας είναι οι συστάσεις που βγαίνουν από το γνωμικό ελληνικό τραγούδι, ταιριαστά με το σύνολο της ψυχολογίας του" (Δημαρά: Ιστορία Λογοτεχνίας). Η γ.π. περιλαμβάνει και πολλά εργατικά, σατιρικά και περιγελαστικά ποιήματα.

Πρώτα σπέρματα γνωμικής ποίησης βρίσκουμε στον Όμηρο ("Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης") και στον Ησίοδο (έργον ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ` όνειδος"). Η τάση αυτή προς τη γνωμική έκφραση κατέληξε στα αποφθέγματα των επτά σοφών: "Μηδέν άγαν". Γνωμικοί ποιητές στην αρχαιότητα υπήρξαν ο Θέογνης, που έγραψε 1390 στίχους με ελεγείες ηθικού περιεχομένου, ο Φωκυλίδης, ο Ιππώνακτας, ο Σόλωνας. Γνωμικοί στίχοι απαντούνται στον Πίνδαρο, στο Σοφοκλή, στον Ευριπίδη, στο Μένανδρο, στους ρήτορες και τους ιστορικούς. Γνωμικοί ποιητές στην τουρκοκρατία είναι οι: Στέφανος Σαχλίκης, από το Ηράκλειο Κρήτης, στο τέλος του 15ου και στις αρχές του 16ου αι., ο Μπεργαδής γύρω στα 1500. Γνωμικοί στίχοι υπάρχουν στη "Θυσία του Αβραάμ" (1635) και στον "Ερωτόκριτο" (1669).

"Κι όπου κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο

κάνει και κλαίσι και γελού τα μάτια των ανθρώπων".

ή "με τον καιρό τα δύσκολα και τα βαριά λαφραίνουν"

ή "πολλές βολές η μαστοριά ενίκησε τη φύση".

Το 18ο αι. επικρατεί στην ποίησή μας ο διδακτισμός και το γνωμικό στοιχείο αρχίζει να ανανεώνεται (Λιβέριος Κωλέττης, Αντων. Στρατηγός, Ιωαν. Ρίζος Μανέ, Δράκος Σούτσος, Καισάριος Δαπόντες).

"το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνην"

ή "θάλασσα δε, πυρ και γυνή, στον κόσμο κακά τρία"

ή "διότι κάθε περισσό φέρνει την αηδία"

(Καισάριος Δαπόντες)

Διδακτική

Η ποίηση που, εκτός από την αισθητική απόλαυση, επιδιώκει και πρακτικό σκοπό, δηλ. τη διδασκαλία. Για την επίτευξη του σκοπού της αυτού χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο, όπως είναι ο μύθος, τα παραδείγματα, τα ηθικά και θρησκευτικά παραγγέλματα κ.λ.π., με τα οποία είναι δυνατό να εξευγενιστεί η ανθρώπινη ζωή. Ο πρώτος που καλλιέργησε τη δ.π. είναι ο Ησίοδος, ο οποίος με το κλασικό του ποίημα "Έργα και Ημέραι" δίνει συμβουλές για την εργασία, την οποία θεωρεί ως το μόνο δρόμο που οδηγεί τον άνθρωπο στην ευδαιμονία. Απευθύνει το λόγο στον αδερφό του Πέρση, επιδιώκοντας να τον αποτρέψει από την οκνηρία και να τον ωθήσει στην εργασία. Το είδος αυτό της ποίησης ευδοκίμησε κατά την αρχαιότητα, την ελληνική και τη ρωμαϊκή, επίσης στο Βυζάντιο, στην τουρκοκρατία και στη νεότερη Ελλάδα. Αλλά και στην Ευρώπη και την Αμερική βρήκε μιμητές. Σήμερα έχει ατονήσει και ελάχιστα ασχολούνται μ` αυτό.

Ι. Κατευθύνσεις της σύγχρονης τέχνης.

Τέχνη και ζωή είναι δύο έννοιες στενά συνδεδεμένες που ωστόσο δεν ταυτίζονται πλήρως. Γιατί η Τέχνη αντλεί βέβαια από τη ζωή και τη ζωή εκφράζει, όμως δεν είναι απλώς μια διήγηση, μια περιγραφή. Η γλαφυρότητα του ύφους και η αφηγηματική άνεση δεν αρκούν για να καταξιώσουν ένα έργο λογοτεχνίας. Απαραίτητο είναι πρώτα απ' όλα το βίωμα. Αλλά πρέπει ακόμη να υπάρχουν ιδέες, να ζούμε τα γεγονότα ή τις καταστάσεις με το μάτι του δημιουργού (αδιάφορο αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε μαζί του) και το σπουδαιότερο η εντύπωση από το έργο να μη διαρκεί όσο το διάβασμα, αλλά να αφήνει κάτι, να ασκεί κάποια επίδραση στον αναγνώστη, να το αναθυμάται αργότερα. Τότε μόνο το λογοτέχνημα, κι αν θέλετε το θέατρο, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, έχουν αλήθεια, επιτελούν ένα έργο κι εκφράζουν το συγγραφέα, τον καλλιτέχνη ή το μουσουργό.

Εκφράζουν δε κατά πρώτο λόγο τη θέση του απέναντι στην εποχή του. Η αληθινή τέχνη αποτελεί τη γνήσια έκφραση της ζωής και ειδικότερα ορισμένης εποχής. Έτσι όταν διαβάσουμε λίγους στίχους του Ομήρου, με τον πλούτο εκείνο των επιθέτων και τα κλέη των σπουδαίων ανδρών, θα μεταφερθούμε νοερά στη λίγο προγενέστερή του ηρωική εποχή των Αχαιών, στο λαμπρό Ίλιον και θα ακούσουμε τον απόηχο από τις κλαγγές των όπλων, από τη φοβερή σύγκρουση που έγινε, όπως θέλει ο ποιητής, "για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη".

Κι όταν ξεφυλλίσουμε λίγες σελίδες από τα δράματα ή τα σονέτα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, θα ζήσουμε σε ένα άλλο κλίμα, εκείνο της Ελισαβετιανής εποχής. Η ιστορία και το επικό στοιχείο είναι δοσμένα από το μεγάλο δημιουργό "από πρώτο χέρι". Όμως τόσο ο Όμηρος όσο και ο Σαίξπηρ δεν περιορίζονται στο ιστορικό πλαίσιό τους, αλλά απεικονίζουν τις ιδέες του καιρού τους. Ο αθάνατος δημιουργός της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" κωδικοποίησε πρώτος αυτός τους ηθικούς, θρησκευτικούς και κοινωνικούς νόμους των Ελλήνων. Δεν περιέγραψε απλώς ηρωικές πράξεις. Έστησε έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών.

Τα έργα του Σαίξπηρ, εξάλλου, όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Γκαίτε, "περιστρέφονται γύρω από ένα κρυφό σημείο, που κανένας φιλόσοφος δεν το είδε και δεν το καθόρισε κι όπου η ιδιομορφία του εγώ, η δήθεν ελευθερία της βουλήσεώς μας, συμπίπτει με την αναγκαία πορεία του συνόλου". Αν τώρα ανατρέξουμε στην πνευματική κληρονομιά του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού θα γνωρίσουμε τη φιλοσοφία του Ιερού μας Αγώνα, θα αισθανθούμε στιγμές ανατάσεως και πατριωτικού μεγαλείου, θα νιώσουμε τον παλμό της μεγάλης ώρας του σηκωμού. Γιατί ο Σολωμός είναι η έκφραση της επαναστατημένης Ελλάδας. Και προπάντων ο οδηγητής του έθνους στη σωστή γλωσσική πορεία και ο κήρυκας της ελληνικής αξιοπρέπειας.

Αργότερα θα έλθει ο Κωστής Παλαμάς, για να δώσει με τα πολυπλουμισμένα ποιητικά σχήματα της εποχής του την εικόνα του κόσμου της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και για να αγωνισθεί για την επιβολή της ζωντανής γλώσσας στη συνείδηση και στη ζωή του Έθνους μας. Ο δημιουργός, συμπεραίνουμε, ο αληθινός καλλιτέχνης ανήκει και εκφράζει την εποχή, τον κόσμο ή το έθνος του. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει τη διάρκεια και την αντοχή του στο χρόνο. Αντίθετα την εξασφαλίζει. Διαβάζοντας, σήμερα, ή ακούγοντας σε ένα αρχαίο θέατρο τον επιγραμματικό λόγο των αρχαίων τραγικών για τις μεγάλες ηθικές αξίες του ανθρώπου, που έμειναν και θα παραμείνουν αναλλοίωτες όσο θα υπάρχει πολιτισμός, όσο οι άνθρωποι θα είναι άνθρωποι, ή τον χαριτωμένο διάλογο του Αριστοφάνη για το αιώνιο θέμα της ειρήνης, δεν αισθανόμαστε πλήρη ταύτιση με τους μακρινούς εκείνους προγόνους μας; Τα ίδια εκείνα θέματα μας απασχολούν και σήμερα, τα ίδια προβλήματα μας βασανίζουν. Μόνο που εκείνοι μιλούν σε μια άλλη γλώσσα, ή για να κυριολεκτήσουμε σε μια άλλη μορφή γλώσσας, εκείνη της εποχής τους. Στιχουργούν και γράφουν στη δική τους γλώσσα, στη δική τους τεχνική. Αυτήν που τους εκφράζει.

Εδώ ας σταθούμε για λίγο κι ας εξετάσουμε ένα θέμα που ήδη τίθεται μπρος μας. Αφού οι ιδέες, οι αξίες είναι βασικά οι ίδιες, γιατί η μορφή, η τεχνική ν' αλλάζει από εποχή σε εποχή και η σημερινή ηλεκτρονική μουσική π.χ. να διαφέρει τόσο από τη μορφή της μουσικής των αρχαίων, όπως οι ελάχιστες σχετικές μαρτυρίες μας τη διασώζουν; Μα για τον ίδιο ακριβώς λόγο, που σήμερα δεν φοράμε χλαμύδα ή δεν χρησιμοποιούμε την πυρά για να ζεσταθούμε στις πολυκατοικίες. Η σημερινή γλωσσική και λογοτεχνική φόρμα είναι αποτέλεσμα πολύχρονης πορείας και επεξεργασίας. Ίσως κανείς θα επισήμαινε το φαινόμενο της απώλειας, της φθοράς. Όμως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέλιξης αυτής είναι η απλοποίηση, η συμπύκνωση, η λιτότητα. Με την οποία και μόνο μπορεί να αισθάνεται ο άνθρωπος άνετα στο χάος της εποχής μας και να αναπνέει. Όπως ακριβώς όταν φοράει μια μπλούζα και καταργεί τους φιόγκους, τις γραβάτες, τα μανικετόκουμπα και βρίσκεται πιο κοντά στον εαυτό του. Παρατηρείστε σήμερα μια επίσημη δεξίωση, όπου το πρωτόκολλο δεν το επιβάλλει, ελάχιστοι προσέρχονται με επίσημο ένδυμα. Οι περισσότεροι προτιμούν ένα σκουρόχρωμο κοστούμι. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την τέχνη. Ο σύγχρονος δημιουργός για να μιλήσει στο σύγχρονο, τον κουρασμένο αναγνώστη, μέσα στον πληθωρισμό της εποχής μας, πρέπει να του το πει αυτό που θέλει χωρίς περιττολογίες, χωρίς βερμπαλισμούς. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα τον αγγίξει και ενδεχομένως θα τον κατακτήσει. Έτσι εκείνος που θα επιχειρήσει να γράψει σήμερα ένα λογοτέχνημα στην καθαρεύουσα, ένα ποίημα με ρίμα και την παλιά τεχνουργία, εκείνος που θα ζωγραφίσει έναν πίνακα με την τεχνοτροπία, ας πούμε, της περιόδου του ρομαντισμού, ο γλύπτης που θα δουλέψει με τον τρόπο του κλασικισμού, είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Γιατί τα μέσα αυτά δεν είναι σύγχρονα. Ανήκουν σε άλλες εποχές, εκφράζουν άλλους καιρούς. Ο σύγχρονος πεζογράφος θα επιδιώξει την αφαίρεση, ο καλλιτέχνης θα σπάσει τη φόρμα και θα δουλέψει ελεύθερα, ο ποιητής θα γίνει, αν χρειασθεί, αντιλυρικός, πεζός, αλλά πάντοτε αντιρητορικός.

Για να κατανοήσουμε όμως τις σημερινές τάσεις και κατευθύνσεις της Τέχνης, πρέπει να επιχειρήσουμε μια αναδρομή, για να δούμε πώς η αλλαγή, πώς ο αιώνας μας δημιούργησε τη μορφή αυτή. Ας αρχίσουμε από την Αναγέννηση, που αναβάπτισε τον άνθρωπο στον κλασσικό ουμανισμό. Τι άλλο υπήρξε παρά μια επανάσταση, που διέλυσε τα σκοτάδια του Μεσαίωνα και απελευθέρωσε τον Ευρωπαίο από τα δεσμά της θρησκευτικής δεισιδαιμονίας και από την καταπίεση της Ιεράς Εξετάσεως; Η επανάσταση αυτή ήταν καθολική και άλλαξε τη μορφή του κόσμου και την εικόνα της τέχνης. Ο καλλιτέχνης απολυτρώθηκε από τους περιορισμούς του σκοταδισμού και των προκαταλήψεων και άρχισε να προχωρεί σταθερά στο δρόμο της ελεύθερης δημιουργίας. Μέσα από την Αναγέννηση ξεκίνησε η νεότερη επιστήμη. Η φιλοσοφία ελεύθερη φτερούγισε και οδήγησε στην ακμή του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Ο γαλλικός 18ος αιώνας παρουσιάζεται σαν ένας λαμπρός αστερισμός από λογοτέχνες γεμάτους ανησυχία και επιθετικότητα, αλλά με θέση. Η μαχητικότητα του διαφωτισμού πνίγει τη φωνή της λυρικής και της τραγικής ποιήσεως, όπως και της πρόζας. Η φιλοσοφία, η δημοσιολογία, η κοινωνιολογία, είναι εκείνες που έχουν να επιδείξουν τα πιο διαλεχτά ονόματα. Η μεγάλη Γαλλική Εγκυκλοπαίδεια είναι δημιούργημα της εποχής αυτής. Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα είναι η αντικατάσταση της λατινικής από τις κατά τόπους λατινογενείς γλώσσες. Έτσι το γλωσσικό ζήτημα, τόσο σημαντικό για τη διάδοση των φώτων και την εξάπλωση της παιδείας, βρήκε στην Ευρώπη ιδανική λύση.

Στην Ελλάδα δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν το ίδιο εύκολα. Εδώ δεν είχαμε μια γλώσσα ξένη, αλλά τη γλώσσα των προγόνων και οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πως ήταν δυνατό να αναστηθεί η προγονική δόξα χωρίς την αποκατάσταση της προγονικής γλώσσας. Η τάση καθαρισμού που εκδηλώθηκε, υπήρξε ολέθρια για την παιδεία του τόπου στα μεταγενέστερα χρόνια. Νόθευε την ποιητική και λογοτεχνική γλώσσα, που άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τον 10ο αιώνα με το έπος του Διγενή Ακρίτα, τη γλώσσα του "Ερωτοκρίτου", του Σολωμού και των αγωνιστών, τη γνήσια λαϊκή γλώσσα και έδωσε την εξαμβλωματική καθαρευουσιάνικη ποίηση της πρώτης αθηναϊκής σχολής.

Κουρασμένη από τη φιλοσοφία η ευρωπαϊκή σκέψη, θέλγεται από τις νέες επιστημονικές θεωρίες. Ένα τεράστιο κύμα αμφιβολίας ταράζει την απόλυτη γαλήνη που χαρακτήριζε τον επιστημονισμό τον 19ο αιώνα. Ο ρομαντισμός έρχεται να πιστοποιήσει την αβεβαιότητα. Πρώτα η ποίηση και μετά η νεώτερη σκέψη θα φθάσουν στην άρνηση του επιστημονισμού. Διψασμένη και διχασμένη η ψυχή του ανθρώπου, μέσα από μια κλονισμένη ατμόσφαιρα επιστημονικής αβεβαιότητας, ανακαλύπτει τη φύση σαν αιώνια αξία και σαν μορφή διαρκείας και επιβιώσεως. Αντίθετα προς το ανθρωποκεντρικό ιδεώδες της αρχαιότητας, εκείνο του ανθρώπου του περασμένου αιώνα περιστρέφεται γύρω από τη φύση. Ήδη από τον 18ο αιώνα, οι προρομαντικοί ποιητές της Αγγλίας ανοίγουν νέους προσανατολισμούς και τραβούν σε ανοιχτούς ορίζοντες. Η αίσθηση της φύσης, ο ρεμβασμός, η ονειροπόληση, γνωρίζουν ολοένα ευρύτερη διάδοση. Όμως οι προρομαντικοί δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από την ανανέωση της ουσίας και στην ανανέωση της μορφής της ποιήσεως. Η τελευταία αυτή θα γίνει τυραννική αναζήτηση για τους τεχνίτες του λόγου στον αιώνα του ρομαντισμού. Από το ρομαντισμό άλλωστε ξεκίνησαν οι πιο σημαντικές λογοτεχνκές σχολές και τεχνοτροπίες.

Μια αναρχία παρατηρείται και ένα χάος δημιουργείται με την κρίση που παρουσιάζει η ευρωπαϊκή συνείδηση στην περίοδο του ρομαντισμού, ιδίως με την έλλειψη ισορροπίας στις επιδιώξεις της. Άγονη αντίδραση υπήρξε ο παρνασσισμός που με το ψευδοκλασικό ιδεώδες του προσπάθησε να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους. Αυτό όμως δεν ήταν ανανέωση, αλλά οπισθοδρόμηση, γι' αυτό και δεν ευδοκίμησε. Αντίθετα ο συμβολισμός παραμερίζοντας τα μεγάλα οράματα του ρομαντισμού, αλλά και το εξεζητημένο ύφος με τα σπάνια επίθετα του παρνασσισμού, περιορίσθηκε σε ένα μικρότερο χώρο "ονειροπολώντας ψιθυριστά σε ένα απλό λυκόφως". Η αξία του όμως υπάρχει κατεξοχήν στο καθαρό ποιητικό του ύφος. Δίδαξε μια νέα τεχνική που παρουσίασε μια νέα αισθητική. Η γοητεία του έγκειται στους "μουσικούς κυματισμούς των λεκτικών συμβόλων". Από την άλλη όμως πλευρά στέρησε την ποίηση και το αυθεντικό όραμα της φύσης και είχε πάντοτε το βλέμμα του στην εξωτερική εντύπωση. Δεν εισχώρησε στο εσωτερικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Με τον υπερρεαλισμό, η τέχνη καταργεί κάθε σύνδεσμο με τον αντικειμενικό κόσμο και βυθίζεται στο υποσυνείδητο φθάνοντας συχνά σε αφηρημένη μορφή. Το όνειρο γίνεται παντοδύναμο. Οι υπερρεαλιστές απορρίπτουν τις παραδοσιακές αρχές της μορφής και δημιουργούν έναν καινούργιο κόσμο με την αντιπαράταξη θεμάτων και καταστάσεων που δεν έχουν σχέση. Έτσι κάποτε έφθασαν σε ακρότητες που τελικά καταδίκασαν την ποιητική τους σχολή και δεν άργησαν να βρεθούν μπρος σε αδιέξοδο. Αν επιχειρήσουμε τώρα να εντοπίσουμε του λόγους, εξαιτίας των οποίων δεν επιβίωσαν, τόσο ο συμβολισμός όσο και ο υπερρεαλισμός, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική προσφορά τους και την οπωσδήποτε αποφασιστική συμβολή τους στην ανανέωση και την αποδέσμευση του ποιητικού λόγου και της τέχνης γενικά από προκαθορισμένες φόρμες, θα παρατηρήσουμε ότι και οι δύο αυτές λογοτεχνικές σχολές δεν εμβάθυναν στην πραγματικότητα, δεν εξέφρασαν τη ζωή, αλλά μια τάση της Τέχνης.

Οι καιροί μας σκληροί, δύσκολοι, τραχείς, άλλον τρόπο γραφής επέβαλαν. Έτσι η τέχνη απολυτρώθηκε από κάθε σχήμα και συμβατικότητα, έσπασε τα καλούπια και τις προκατασκευασμένες φόρμες και τράβηξε απόλυτα ελεύθερη, με την άνεση της λυμένης γραβάτας. Αγχώδης, νευρωτική, συχνά κουραστική, ξέφυγε από τη ρουτίνα που την καταδίωκε αιώνες. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία τώρα δημιούργησε πολλούς κινδύνους (μερικοί από αυτούς είναι το παράλογο, η κατάργηση της ίδιας της τέχνης, τα χάππενινγκς (=δρώμενα) στο ζωντανό θέατρο). Κι ακόμη έδωσε την εντύπωση ότι πρόκειται για εύκολη υπόθεση με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας παραλογοτεχνίας. Αυτά όμως είναι περαστικά φαινόμενα και σε τελευταία ανάλυση δεν βλάπτουν. Τα χάππενινγκς, δεν είναι βέβαια τέχνη, αφού ισοπεδώνουν με τη συμμετοχή των θεατών το θέατρο με τη ζωή. Είναι όμως μια προσπάθεια ανανεώσεως. Και η τέχνη, η αληθινή τέχνη, για να ζήσει και να αναπτυχθεί πρέπει να πειραματίζεται, να δοκιμάζει. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα επιτύχει την ανανέωσή της.

Μερικοί είπαν ότι από τη σύγχρονη δημιουργία δεν θα επιβιώσουν παρά ελάχιστες σελίδες ενδεικτικές του ύφους της. Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει ένα μεγάλο κέρδος, γιατί είναι σίγουρο ότι η σύγχρονη τέχνη, γνήσιο παιδί του καιρού μας, απέκτησε πια την ελευθερία της. Ένα μέγιστο αγαθό που είναι βέβαιο ότι αν δεν την οδηγήσει σε μεγάλα επιτεύγματα και αριστουργήματα, τουλάχιστον θα την βοηθήσει να δώσει σωστά τον παλμό, την αγωνία και το κλίμα της νέας εποχής των τεχνολογικών αλμάτων και των διαπλανητικών εξερευνήσεων.

Το πρόσωπο της νέας ποίησης

Άλλοτε την ποίηση την χαρακτηρίζαμε και ως έμμετρο λόγο. Ή μάλλον δεν ήταν δυνατό να νοηθεί ποίηση χωρίς έμμετρο λόγο. Έτσι τη διακρίναμε από την πεζογραφία, που την αναλύαμε ως τον πεζό λόγο και τη χωρίζαμε στα κείμενα πεζογραφικής φαντασίας (διήγημα- νουβέλα- μυθιστόρημα) και σε εκείνα της ταξιδιογραφίας και της κριτικής και δοκιμιογραφίας. Αν ανοίξουμε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο με στοιχεία νεοελληνικής γραμματολογίας και καλολογίας, τους ορισμούς και τις διακρίσεις αυτές θα συναντήσουμε. Έχουμε μπρος μας ένα μεθοδικό βιβλίο, του γυμνασιάρχη Κ.Γ. Παπαγεωργίου. Μας πληροφορεί: "Ο λόγος γενικά διακρίνεται στον προφορικό και στον γραπτό. Ο προφορικός λόγος είναι η καθημερινή και η φυσική μας ομιλία. Ο γραπτός λόγος είναι που διατυπώνεται γραπτά: διαιρείται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  • τον πεζό λόγο ή την πεζογραφία (πρόζα) και
  • τον έμμετρο λόγο ή την ποίηση.

Η πεζογραφία (πρόζα) μοιάζει με τον προφορικό λόγο, την καθημερινή ομιλία, ενώ ο έμμετρος λόγος (ποίηση) παρουσιάζει στίχους, ομοιοκαταληξίες, μέτρα και ρυθμούς".

Μάταια θα επιχειρήσουμε να εντάξουμε στον ορισμό αυτό τη νέα ποίηση. Είδαμε ήδη πώς η σύγχρονη τέχνη έσπασε τα δεσμά που αιώνες πριν την κρατούσαν καθηλωμένη σε ορισμένα αμετακίνητα σχήματα και μορφές, πώς ανέτρεψε κάθε μανιέρα και ελεύθερη πια μπόρεσε να πιάσει τον παλμό της εποχής μας και να εκφράσει τον άνθρωπο του καιρού μας. Τούτο έγινε ιδιαίτερα αισθητό στον ποιητικό λόγο, όπου η ρίμα και το μέτρο δυνάστευαν ουσιαστικά την εξωτερίκευση των εσωτερικών ανησυχιών και των ψυχικών αντιδράσεων του ποιητή. Τη νέα αυτή ποίηση, τη γνήσια ποίηση του αιώνα μας αδυνατούν να αγκαλιάσουν οι παραπάνω ορισμοί. Και ίσως διερωτηθεί κανείς: Πώς είναι τότε δυνατό να είναι ποίηση, αυτή όταν δεν πληρεί τους στοιχειώδεις όρους του ορισμού; Για να τον προλάβουμε θα ανατρέξουμε και πάλι στο απώτατο παρελθόν, για να δούμε πώς η ποίηση εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες ως τις μέρες μας. Ο ποιητικός λόγος εμφανίσθηκε στα πανάρχαια χρόνια με τη μορφή πένθιμων τραγουδιών, τραγουδιών του υμέναιου και θρησκευτικών τραγουδιών. Αργότερα αναπτύχθηκε η επική ποίηση, η οποία αφηγείται πράξεις και κατορθώματα ηρώων και συνδέεται άμεσα με τη θρησκεία, καθώς οι θεότητες παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην όλη εξέλιξη των γεγονότων ή πρωταγωνιστούν σ' αυτά.

Προηγήθηκε μάλιστα η εμφάνιση της ποιήσεως από εκείνη της πεζογραφίας. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο. Η διάδοση των επών γινόταν μόνο προφορικά (όπως είναι γνωστό καταγράφηκαν μόλις επί Πεισιστράτου) και τούτο γινόταν δυνατό μόνο με ορισμένη τεχνική. Έρευνες του Αμερικανού Milman Parry στη Γιουγκοσλαβία όπου οι αοιδοί και σήμερα ακόμη με ορισμένη τεχνική αποστηθίζουν μεγάλα ποιήματα, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ανάλογη τεχνική υπήρχε και για τα ομηρικά ποιήματα. Χρησιμοποιώντας ο αθάνατος δημιουργός τους ένα κοσμητικό επίθετο, το οποίο συνοδεύεται σταθερά από ένα κύριο όνομα ή ουσιαστικό, δημιουργεί μια μετρική και νοηματική ενότητα, που την εφαρμόζει συχνά με τον ίδιο τρόπο. Με τον τρόπο αυτό προχωρεί στη δημιουργία των στίχων, όπου τον διευκολύνουν οι στερεότυποι στίχοι και τα ημιστίχια. Έτσι η φιλολογική επιστήμη εξηγεί σήμερα την προφορική παράδοση των επών, πριν την καταγραφή τους.

Τα ομηρικά έπη, όπως και όλη η επική ποίηση των αρχαίων έχουν συντεθεί στο δακτυλικό ή ηρωικό εξάμετρο. Αυτό αποτελείται από έξι πόδες, από τους οποίους ο τελευταίος είναι ελλιπής κατά μία συλλαβή και γι' αυτό ο εξάμετρος στίχος είναι καταπληκτικός. Οι πόδες του αποτελούνται από μία μακρά συλλαβή και δύο βραχείες ή από δύο μακρές. Ο πρώτος τύπος λέγεται δάκτυλος και ο δεύτερος σπονδείος. Ο έκτος πόδας του στίχου έχει την τελευταία συλλαβή αδιάφορη, δηλαδή μακρά ή βραχεία. Και ο δάκτυλος και ο σπονδείος είναι τετράσημοι πόδες, έχουν δηλαδή τέσσερις χρόνους, γιατί θεωρητικά μια μακρά συλλαβή ισοδυναμεί με δύο βραχείες. Κάθε λέξη ανάλογα με τον αριθμό και την ποσότητα των συλλαβών της τείνει να καταλάβει ορισμένη θέση στον στίχο, ώστε να δημιουργήσει τους κατάλληλους συνδυασμούς μακρών και βραχειών συλλαβών, που επιτρέπουν την ομαλή σύνθεση του στίχου σύμφωνα με τους κανόνες του ελληνικού λόγου. Έτσι η επική ποίηση χαρακτηρίζεται βασικά από τον έμμετρο λόγο.

Έπειτα αναπτύχθηκε η λυρική ποίηση, η οποία εκφράζει κυρίως τον υποκειμενικό κόσμο του ποιητή. Η λυρική ποίηση εκφράζεται με διάφορα ποιητικά είδη: το διθύραμβο, τον ίαμβο, την ωδή, τον παιάνα κλπ. Η δραματική ποίηση προήλθε από τη συνένωση του έπους και της λυρικής ποίησης. Είδη της είναι η τραγωδία, η κωμωδία, το σατυρικό δράμα, ο μιμίαμβος και το ειδύλλιο. Το βασικό γνώρισμα της αρχαίας ποίησης, η διάκριση των φωνηέντων σε βραχέα και μακρά, άρχισε σιγά-σιγά να εξαφανίζεται στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. και στους πρώτους αιώνες μ.Χ. Από τότε η αλλαγή αυτή γενικεύθηκε και η αίσθηση της προσωδιακής προφοράς περιορίσθηκε αργά, αλλά σταθερά. Βάση της μετρικής γίνεται τώρα ο τόνος, η κανονική εναλλαγή τονιζομένων και ατόνων συλλαβών. Η προσωδία παραχωρεί τη θέση της στον τονισμό. Ίχνη της νέας στιχουργίας βρίσκουμε στον 4ο αιώνα. Είναι μερικοί στίχοι του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Η ζωντανή ποίηση χρειάζεται και ζωντανούς ρυθμούς, αυτούς τους βρήκε στον πολιτικό δεκαπεντασύλλαβο. Πότε ακριβώς καθιερώθηκαν δεν είναι γνωστό. Θετικές ενδείξεις έχουμε στον 10ο αιώνα.

Είναι οι στίχοι που ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος περιέλαβε στο έργο του "Περί της βασιλείου τάξεως":

Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν ανδραγαθίαν εκ του Θεού βασιλεύσι Ρωμαίων και νίκην Θεοδώρητον κατά των πολεμίων.

Πάντως δεκαπεντασύλλαβο βρίσκουμε ήδη στο κοντάκιο "Εις τα Άγια Φώτα" του Ρωμανού του Μελωδού (τέλη πέμπτου-αρχές έκτου αιώνα). Στο κοντάκιο αυτό ο πρώτος στίχος κάθε στροφής είναι δεκαπεντασύλλαβος. Πρέπει να λεχθεί ότι οι Βυζαντινοί από φύση συντηρητικοί, δεν υιοθέτησαν εύκολα τα νέα μέτρα και διατήρησαν την αρχαία προσωδία. Όπως παρατηρεί ο Κρουμπάχερ: "Οι απονεκρωθέντες τύποι της απηρχαιωμένης μετρικής δεν άφηνον να αναλάμψη ελευθέρως το πυρ του αισθήματος". Έτσι οι αρχαιολάτρες λόγιοι του Βυζαντίου ονόμασαν τον δεκαπεντασύλλαβο "πολιτικό", για να τον υποτιμήσουν, γιατί με την ονομασία αυτή αποκαλούσαν καθετί το φθηνό, το κοινό, το άξιο περιφρονήσεως. Όμως ο νέος στίχος επιβλήθηκε τελικά και έγινε ο εθνικός στίχος των Νεοελλήνων. Πώς όμως κατορθώθηκε η μετατροπή της προσωδιακής τεχνουργίας σε τονική; Την απάντηση μας τη δίνει στο "Περί γνησίας Προφοράς" έργο του ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων: "Διότι τίποτ' άλλο δεν είναι αυτοί οι πολιτικοί στίχοι ειμή πολλών Ομηρικών και άλλων παλαιών επών απομιμήματα, κατά μόνους τους τόνους εκφωνουμένων, χωρίς του μακρού και του βραχέος χρόνου την διάκρισιν".

Κάτι ανάλογο έγραψε και ο Ηλίας Βουτιερίδης: "Η τονική στιχουργία δεν βασίζεται καθόλου επάνω στην τεχνική της αρχαίας, αλλά είναι γέννημα φυσικό της αλλαγής των φωνητικών όρων της γλώσσας και της γενικής γλωσσικής αλλαγής". Για μεγαλύτερη επιβλητικότητα και μεγαλοπρέπεια ο νεοελληνικός στίχος δέχθηκε ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία, όπως είναι η ομοιοκαταληξία, η παρήχηση και η μιμητική αρμονία. Την ομοιοκαταληξία (ρίμα) χρησιμοποιούσαν οι λαϊκοί στιχουργοί (ριμαδόροι), γιατί τους διευκόλυνε στο να συγκρατούν τις στιχοπλοκίες τους. Με τον καιρό η ομοιοκαταληξία έγινε βασικό γνώρισμα της καλής ποιητικής τέχνης! Την αρχή της θα αναζητήσουμε στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, στον Συνέσιο τον Κυρηναίο, στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, στον "Ακάθιστο Ύμνο". Από την εκκλησιαστική ποίηση περνά στην κοσμική κι ως τον 18ο αιώνα διατηρεί ζευγαρωτή μορφή, με εξαίρεση τα κυπριώτικα ερωτικά τραγούδια του 16ου αιώνα, που παρουσιάζουν τεχνικότερη ομοιοκαταληξία λόγω ξένης επιδράσεως. Στα μεταγενέστερα χρόνια η ομοιοκαταληξία υπήρξε σύνηθες γνώρισμα της νεοελληνικής ποίησης. Δεν έλειψαν όμως και οι αντιδράσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αδαμάντιος Κοραής έγραψε ότι η "οργή των Μουσών" έστειλε την ομοιοκαταληξία στην ποίησή μας, ότι είναι βάρβαρη και ότι "κόλλησε σαν ψώρα" στους Έλληνες. Εξάλλου ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων τη χαρακτήρισε ως "νεώτερον άρτυμα όχι πολύ νόστιμον". Ωστόσο η ομοιοκαταληξία έγινε κανόνας και αισθητική γραμμή.

Ο Παναγιώτης Σούτσος έγραφε:

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΜΟΥ ("Η κιθάρα")

Ξαπλωμένος υποκάτω σ' ένα δένδρο μυρωδάτο
Εκοιμήθηκα εις κλίνην από δάφνην και μυρσίνην,
Είδα όνειρον ωραίον με ροδόκρινον στεφάνι
Ο καλός μας Ανακρέων εις τον ύπνον μου εφάνη

Αυτό ήταν το ποιητικό πρότυπο. Αδυνατούσε όμως να εκφράσει τον αιώνα των κοσμογονικών εξελίξεων. Έτσι σιγά-σιγά χάθηκε και άφησε την ποίηση ελεύθερη να ανταποκριθεί στα αιτήματα της σύγχρονης εποχής και να μιλήσει χωρίς καμιά δέσμευση, χωρίς κανένα περιορισμό. Αυτό όμως οδήγησε στην παρεξήγηση ότι η ποίηση είναι εύκολη υπόθεση και αφού μετρικοί κανόνες δεν υπάρχουν, αραδιάζουμε ότι μας έλθει στην τύχη και γράφουμε ποιήματα! Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η σύγχρονη ποίηση είναι πιο δύσκολη από την παλιά. Δεν έχει βέβαια μετρικούς περιορισμούς, έχει ωστόσο κι αυτή τους κανόνες, την αρμονία, τη μουσικότητα κάποτε, το σαρκασμό ή την ειρωνεία, έχει τα σύμβολα, τους πυρήνες, το δικό της ύφος και σε τούτο διαφέρει από τον πεζό λόγο. Το πρόσωπο της ποιήσεως άλλαξε, δεν καταργήθηκε. Μεταβλήθηκε η αισθητική, ο ποιητής όμως, όπως ο αρχαίος, όπως ο Βυζαντινός ομότεχνός του, "ποιεί", δημιουργεί ένα έργο τέχνης. Και για να το κατορθώσει, ασκείται, σπουδάζει, καλλιεργεί τα εκφραστικά του μέσα.

Την εποχή μας διακρίνουν βασικά τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα: η απλότητα, η λιτότητα και η συμπύκνωση. Άλλοτε σε όλους τους τομείς της ζωής και της Τέχνης αρεσκόμασταν στο πλούσιο, στο υπερφορτωμένο, στο άφθονο. Ασκητική η εποχή μας; Μάλλον πιο θετική και ίσως αρκετά κουρασμένη. Παρατηρεί κανείς, αίφνης, τη σημερινή αρχιτεκτονική. Ποια ήταν η αισθητική πριν τον πόλεμο; Πολλά φτιασίδια, κορεσμός, πολλά διακοσμητικά. Το ίδιο ακριβώς και απαράλλαχτο φαινόμενο παρατηρείται και στους άλλους τομείς. Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη όλων των πραγμάτων. Στην παλαιογραφία, π.χ. όσο πιο πριν ανατρέξουμε, τόσο οι αντιγραφείς των χειρογράφων είναι πιο καλλιγράφοι, χωρίς κενά. Στα νεότερα χρόνια τα πάντα αντικαταστάθηκαν με συντομογραφίες. Έτσι και η ποίηση. Έχασε τα αλλοτινά χαρακτηριστικά της. Έπαψε στην ουσία να είναι έμμετρος λόγος. Έχασε τη ρίμα, δεν έχει καλούπια. Το είπε ωραία, "λυρικά", ο Σεφέρης: Ο λόγος μας εβάρυνε κι έπρεπε να τον απλουστεύσωμε. Προσοχή: Να τον απλουστεύσουμε, όχι να πεζολογήσουμε. Η σύγχρονη ποίηση είναι συμπυκνωμένη, χωρίς φτιασίδια, χωρίς ρητορισμούς. Αλλά δεν είναι πεζολογία, προς τι τότε να "ποιηθεί"; Γράφεται απλώς.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο ορισμός της σύγχρονης ή όπως λέγεται, της μοντέρνας ή νεότερης ποίησης; Η απάντηση δεν είναι και τόσο εύκολη. Ο κάθε σύγχρονος ποιητής έχει τη δική του ποιητική. Οφείλει όμως να συνθέτει με ειρμό. Κι ακόμη να μη γράφει για να μη τον καταλαβαίνει κανείς. Να δίνει ευκαιρίες για προεκτάσεις. Να συμπίπτει. Να εκφράζει τη ζωή, να τη σχολιάζει, να την υπομνηματίζει. Να έχει βιώματα και να μην είναι εγκεφαλικός. Και το σπουδαιότερο: η ποίησή του να μην είναι αυτοσκοπός. Να μη γράφει για να πει ότι είναι ποιητής. Αλλά από εσωτερική ανάγκη. Με όλες τις απλουστεύσεις, σε όλες τις εποχές, οι προϋποθέσεις της πραγματικής ποίησης δεν αλλάζουν. Γι' αυτό σήμερα διαβάζοντας Αισχύλο εκτιμούμε τη μεγάλη ποιητική του αξία. Διαβάζοντας τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό ή τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη θαυμάζουμε το τάλαντό τους. Η κενότητα, η ανυπαρξία δεν καλύπτονται με καμιά απλούστευση.

Μιλώντας για τη σύγχρονη ποίηση, πρέπει ακόμη να πούμε ότι στην εξέλιξή της έπαιξε σπουδαίο ρόλο η αυτόματη γραφή. Η αυθορμησία, που έδωσε στον ποιητή τη δυνατότητα να φθάσει στην απόλυτη ειλικρίνεια, ν' αποκαλύψει το αληθινό του πρόσωπο, να κατακτήσει την πλήρη ελευθερία, εκφράζοντας ότι βαθύτερο κρύβεται στο υποσυνείδητό του. (Την πρώτη εμπειρία της αυτόματης γραφής δοκίμασε ο Αντρέ Μπρετόν στο "Υπερρεαλιστικό Μανιφέστο του").

"Λογικευμένη" η υπερρεαλιστική διάθεση, περνάει μέσα από το προσωπικό βίωμα, την εμπειρία, τις πνευματικές καταβολές, την προσωπική φιλοσοφία, για να κατασταλάξει στη σύγχρονη ποίηση. Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Αντρέας Καραντώνης: "Ο ποιητής, σε όποια εποχή κι αν ανήκει, όποια σχολή κι όποιο δόγμα κι αν ακολουθεί, είναι καταρχήν ένα ξεχωριστό άτομο, έχει ένα προσωπικό ύφος και με αυτό το ύφος δοκιμάζει να εκφράσει την ατομικότητά του, συνοψισμένη πολλές φορές σε ένα μήνυμα, σε έναν ήχο, σε μια κραυγή, σε ένα χρώμα, αλλά που ακούονται ή βλέπονται από μας σαν κάτι διαφορετικό από όλα τα άλλα παρόμοια. Ο ποιητής στέκεται και λειτουργεί ατόφιος, ολόκληρος, μέσα στον γύρω κόσμο. Οπλισμένος με την πείρα των άλλων, φέρνει και τη δική του και την προσφέρει στο κοινό κεφάλαιο. Αλλά καθώς φέρνει την πείρα του δημιουργεί και το έργο του. Και μέσα εκεί εναποθέτει μοιραία, έναν κόσμο αισθημάτων, στάσεων, στοχασμών και ευαισθησιών, που αποτελούν το νευρικό πλέγμα του λόγου του και του ύφους του... Έμπνευση, θέμα, εσωτερικό πλέγμα, λογική και υπέρλογη πραγματικότητα, είναι αξεδιάλυτα συνταιριασμένα μέσα σε μια ροή λόγου ελεύθερα στιχουργημένου, δίχως στίξη, κινούμενου δίχως σταθερούς κανόνες τονισμού, αρμονίας, επανάληψης ενός λόγου πνιγμένου κάτω από ένα πλήθος εικόνων που διαδέχεται η μία την άλλη, ασύνδετα, απροσδόκητα, όπως στο όνειρο που βλέπουμε κοιμισμένοι ή που πλάθουμε ξυπνητοί". (Α. Καραντώνη: Εισαγωγή στη Νεώτερη Ποίηση, "Γαλαξίας", 1971, σσ. 109-110).

Αυτό ακριβώς είναι η μοντέρνα ποίηση, ένα όνειρο, που όταν φύγει και χαθεί αφήνει πίσω τη γεύση του. Ένας ανεμοστρόβιλος, που όταν περάσει, εγκαταλείπει εδώ κι εκεί κομμάτια ενός συνόλου, που αντίθετα με ότι συνέβαινε στην παραδοσιακή τέχνη, είναι αδύνατο (και άσκοπο) να μετρηθεί σαν λεπτομερειακό σύνολο, αλλά σαν γενικό σύνολο με δυνατούς πυρήνες. Μοιάζει η μοντέρνα ποίηση, με μια συμφωνική συναυλία, που ο ακροατής πιάνει τα μοτίβα, αγγίζει το σύνολο, το πνεύμα και το χαρακτήρα του έργου, αλλά δεν είναι να το παρακολουθήσει στην κάθε του λεπτομέρεια. Ένα όνειρο, λοιπόν, είναι η σύγχρονη ποίηση, που οδηγεί από τη φύση της σε μια προσπάθεια μαντικής: "Ανάμεσα από τις εικόνες του" , σημειώνει ο Καραντώνης, "και μαζί με τις εικόνες, ακούονται φράσεις σαν συνθήματα, σαν χρησμοί, σαν στιγμιαίες εξομολογήσεις, σαν μισοαποκαλύψεις μυστικών, που καλά-καλά δεν τα ξέρει μήτε κι αυτός ο ποιητής, που όμως συνταράζουν το λόγο του και του δίνουν το ύφος της ονειρικής μαντείας. Στη νέα ποίηση η Πυθία, ξανάβρε πολλά από τα χαμένα της δικαιώματα, κι ίσως αυτό να είναι από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις του νεότερου ποιητικού λόγου. Ένα μοντέρνο ποίημα, όποιο κι αν είναι το ειδικό του περιεχόμενο, μας κάνει να περπατάμε σαν μέσα σ' ένα απεριόριστο όνειρο. Αυτή είναι η υπέρτατη γοητεία, αυτή είναι η ουσιαστική λογική, αυτή είναι η τελική αισθητική σκοπιμότητα της νέας ποίησης. Άλλοτε γύρευε να μας γοητέψει με τη λεκτική αρμονία, με τις συνηχήσεις, με το ρυθμό, με το αίσθημα, με τη συγκίνηση, με το βάθος των μουσικών ιδεών. Τώρα, χωρίς να παραγνωρίζει τις δοκιμασμένες μεθόδους, κοιτάζει πώς να μας κάνει να ονειρευτούμε, τινάζοντας μπροστά μας πρωτοθώρητες εικόνες που γοργά γλιστρούν μπρος από τα μάτια της φαντασίας μας και που όλες μαζί δημιουργούν τη λυρική ψευδαίσθηση ενός άλλου κόσμου, πιο ελεύθερου, πιο πλούσιου σε συνδυασμούς, αλλά και μαζί βαθύτερα πιο ανθρώπινου από τον "καταγεγραμμένο" και ξεδιαλυμένο δικό μας- δηλαδή από τον κόσμο που είναι η περιοχή της πρόζας, η περιοχή που με μύριους τρόπους ξεφαντώνει η λογική και το πεπερασμένο και αλυσοδεμένο, στη συμβατική ψυχολογία και στις κοινωνικές αξιώσεις, αίσθημα".

Όλα τα παλαιότερα ρεύματα, ο συμβολισμός, περισσότερο ο υπερρεαλισμός, ακόμη κι ο ρομαντισμός σε μικρό βαθμό, άφησαν τα σημάδια τους στο σύγχρονο ποιητικό λόγο, που, στις καλύτερες, στις γνήσιες στιγμές του, μπορεί να μην είναι έμμετρη ποίηση, αλλά είναι οπωσδήποτε ποίηση, ένα αρμονικό συνταίριασμα από πολύχρωμες ψηφίδες όλων των ειδών, ένα γερά δεμένο μωσαϊκό, που η ιδιαιτερότητα, η αξία και η προσφορά του έγκειται στη συμπύκνωση, εκμετάλλευση και αξιοποίηση της αναμφίβολα αξιόλογης πείρας μέσα από την καυτή πραγματικότητα του σημερινού, του δικού μας παρόντος.

ΙΙΙ. Πάουντ - Έλιοτ- Σεφέρης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Έσδρα Πάουντ (1885-1972), ο "πιο σημαντικός ζωντανός ποιητής της αγγλικής γλώσσας", καθώς τον είχε αποκαλέσει, όσο ζούσε, ο μεγάλος Άγγλος ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ, υπήρξε ο αρχηγέτης της μοντέρνας ποίησης.

Ο Έσδρα Λούμις Πάουντ γεννήθηκε στο Αϊντάχο στις 30 Οκτωβρίου 1885. Ο πατέρας του ήταν κλασσικός τύπος ληστή του Φαρ Ουέστ κι αυτό έκανε τον Έσδρα αληθινά υπερήφανο. Φαινόμενο φιλομάθειας, μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας στα 15 του χρόνια. Σπούδασε συγκριτική φιλολογία και λατινογενείς γλώσσες. Πριν γίνει 17 χρονών, οι δάσκαλοί του τον ξεχώρισαν και του επέτρεψαν να μελετάει μόνος του, για να μην καθυστερεί με τους υπόλοιπους μαθητές. Τρία χρόνια αργότερα, το 1905, γίνεται φροντιστής με καθηγητικές αρμοδιότητες στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Τύπος μποέμ, δεν μπορεί να προσαρμοσθεί με τις πανεπιστημιακές αρμοδιότητες. Έτσι εγκαταλείπει την Αμερική και το 1908 αποβιβάζεται στο Γιβραλτάρ με 80 δολάρια στην τσέπη. Τον ίδιο χρόνο επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Βενετία και τυπώνει στην πόλη αυτή την πρώτη του ποιητική συλλογή "Με σβησμένα κεριά". Λίγους μήνες αργότερα εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου μένει ως το 1920. Εκεί τυπώνει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, τα "Πρόσωπα" (Personae, 1909) και πραγματοποιεί μια πολύ επιτυχή εμφάνιση στους αγγλικούς φιλολογικούς κύκλους.

Ο Σκοτ Τζαίημς διαβλέπει το ρόλο που θα παίξει στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και επισημαίνει την αξία του. "Στην αρχή αυτά τα ποιήματα, γράφει, και η μετρική τους μοιάζει τρελή και ρητορική, μια απλή επίδειξη δυνάμεως και πάθους χωρίς ομορφιά. Αλλά αν δει κανείς το βάθος θα ανακαλύψει ότι αυτά τα περίεργα μέτρα έχουν τους δικούς τους νόμους και τη δική τους τάξη". Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ο Πάουντ τυπώνει τις "Αγαλλιάσεις" που γίνονται κι αυτές με ενθουσιασμό δεκτές από την κριτική. Στο Λονδίνο κυκλοφορεί τα "Καντσόνι" του (1911), τις "Ριπόστες" (1912), την "Κατάι", τα "Λούστρα" (1916) και τη συλλογή "Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ" (1920), όπου το ύφος του έχει πια αποκρυσταλλωθεί.

Το 1920 έφυγε για τη Γαλλία και έμεινε στο Παρίσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Μετά πήγε στην Ιταλία, όπου έμεινε ως την πτώση του Μουσολίνι. Στα 1946-1947 κρατούμενος σε ένα αμερικάνικο στρατόπεδο κοντά στην Πίζα, με τα "Πιζάνικα Κάντος" αναγνωρίζει τα λάθη του. "Λάθη ανθρώπινα", καθώς τα λέγει. Αταίριαστα όμως στον μεγάλο δημιουργό που ποδηγέτησε ολόκληρη γενιά Αγγλοσαξόνων ποιητών. (Ο Πάουντ είχε υποστηρίξει με πάθος τον Ιταλικό Φασισμό). Πληθωρικός λογοτέχνης ο Πάουντ έχει να παρουσιάσει μεταφράσεις, μελέτες, πλατύ πρωτότυπο έργο. Τα "Κάντος" που καλύπτουν την ποιητική του παραγωγή από το 1925 ως το 1950 (έφθασαν τα 109) είναι το αριστούργημά του. Ο Έλιοτ τα θεωρεί ως το πιο σπουδαίο έργο του Πάουντ και πραγματικά πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα ποιήματα, που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ο ίδιος ο δημιουργός του το είχε ονομάσει "ένα ποίημα κάποιου μάκρους". Το δούλευε χρόνια ολόκληρα και οδήγησε μ' αυτό την ποίηση σε ένα ελεύθερο κανάλι, που αρδευόταν από ότι υψηλό έχει να παρουσιάσει ο πολιτισμός της γης. Με το έπος αυτό του σημερινού ανθρώπου, χωρίς μύθο, χωρίς υπόθεση, έτεινε στην παρουσίαση μιας ποιητικής σύνθεσης, που αντλούσε τα συστατικά της από τις μεγάλες πολιτιστικές περιόδους της Γης (Κίνα του Κομφουκίου, Ιταλία της Αναγέννησης, Αμερική της Ανεξαρτησίας των Τζέφφερσον και Άνταμς) και ανίχνευε τις αιτίες που τις καταστρέφουν. (Η αρπακτική διάθεση των μικρών, αλλά ισχυρών, οι μικροφιλοδοξίες, η απληστία καταστρέφουν εκείνο που έστησαν οι μεγάλοι πολιτισμοί). Με το παλιό αυτό υλικό δημιουργήθηκε η νέα "μυθολογία" του Πάουντ, η απαρχή της νέας ποιήσεως.

Ένα ψηφιδωτό είναι τα "Κάντος" από τους μεγάλους πολιτισμούς της Ελλάδας, της Κίνας, της Ευρώπης. Μια ανισομερής, μα μελετημένη σύνθεση που έχει αποτελεσθεί από γεγονότα, τα οποία άγγιξαν την ποιητική ευαισθησία του Πάουντ. Ο Γιώργος Σεφέρης μας έδωσε μια επιτυχημένη ανάλυση των "Κάντος": "Ο αναγνώστης γυρίζοντας τις σελίδες, ζαλίζεται παρατηρώντας ένα σωρό παρεμβολές ξένων κειμένων, περιστατικών ή στιχομυθιών - πολλές φορές σε ξένες γλώσσες - προσώπων γνωστών από την ιστορία ή ολότελα άγνωστων, που δεν μπορεί να εξηγήσει την απροσδόκητη παρουσία τους, τοπίων που μεταφέρουν την κλασσική εποχή στην Αναγέννηση, στους καιρούς μας ή το αντίθετο. Δυσκολεύεται να κάνει την ανάλυση του κειμένου που έχει μπροστά του και που είναι, νομίζω, άσκοπο να την επιχειρήσει προτού εξοικειωθεί με το κλίμα της ποίησης αυτής. Ίσως είναι καλύτερο να έχει υπόψη του, στην αρχή, ότι ο Pound μεταχειρίζεται την ποιητική μεταφορά, με την κυριολεκτική της σημασία, σαν μια μεταφορά που μεταφέρει στ' αλήθεια μέσα στο έργο του όλα όσα μπόρεσαν να μαζέψουν οι αντένες ενός πνεύματος αδηφάγου, που έχει προσεταιριστεί ένα μεγάλο πλήθος από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την τωρινή ζωή μας, είτε είναι κείμενα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, είτε ο μεσαίωνας, είτε η Αναγέννηση, είτε η προδαντική ποίηση των προβηγκιανών. Και τα μεταφέρει με οδηγό, σχεδόν αποκλειστικά, το αίσθημα της ρηματικής λειτουργίας ανήσυχο, ατίθασο, δεσποτικό, που δεν παραδέχεται κανένα σχεδόν προδιαγραμμένο διάκοσμο, καμιά διάταξη και καμιά άλλη ιεραρχία, εκτός από την ιεραρχία, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, ενός ρυθμικού παλμού". (Βλ. Γ. Σεφέρη, Νέα Γράμματα, Απρίλης-Ιούνιος 1939).

Ο ίδιος κορυφαίος ποιητής μας έχει μεταφράσει στις "Αντιγραφές" του μερικά από τα "Κάντος". Ένα απόσπασμα από τη μετάφραση του πρώτου: Αλλά ήλθε πρώτος ο Ελπήνωρ, ο φίλος μας Ελπήνωρ,
Άθαφτος, απορριγμένος πάνω στη μεγάλη γης,
Κουφάρι που τ' αφήσαμε στο σπίτι της Κίρκης,
Άκλαυτο κι ασαβάνωτο, τα βάσανα μας κέντριζαν γι' αλλού.</p><p>Αξιολύπητο πνεύμα. Και φώναξα μιλώντας βιαστικά:
"Ελπήνωρ, πώς έφτασες στο σκοτεινό τούτο ακρογιάλι;
Πεζοδρόμος ήρθες ξεπερνώντας τους θαλασσινούς;
Και αυτός βαριά μιλώντας:
"Τύχη κακιά και το πολύ κρασί. Γλίστρησα στο μέγαρο της Κίρκης.
Κατεβαίνοντας την αψηλή σκάλα αφύλαχτος
Έπεσα πάνω στον τοίχο,
Τσάκισα το κόκαλο του αυχένα, κ' η ψυχή γύρεψε τον Άδη.</p><p>Μα εσύ, Βασιλιά, παρακαλώ θυμήσου με,
άκλαυτον, άθαφτο,
Σώριασε τ' άρματά μου,
φτιάξε μου τάφο στην ακρογιαλιά, και γράψε:
"Ένας άμοιρος άνθρωπος και μ' όνομα μελλούμενο".
Και στήσε το κουπί μου που έλαμνα μαζί με τους συντρόφους".

Με το έργο αυτό ο Πάουντ άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίηση και δίδαξε εκείνους που έκαναν την επανάσταση στην τέχνη. Αυτός καθοδηγούσε τον Τ.Σ. Έλιοτ στους μορφικούς του πειραματισμούς, ώσπου να φθάσει στο "Γερόντιον", το πρώτο ποίημά του με καθαρά ελιοτικό χαρακτήρα. Αυτός τον βοήθησε να "βγάλει" τελικά την "Έρημη Χώρα" (1922), το μεγάλο του ποίημα, "που δεν έβγαινε", διορθώνοντας και κόβοντας αρκετούς στίχους. Τελευταία, μάλιστα, κυκλοφόρησε στην Αμερική ένας τόμος με το αρχικό κείμενο του Έλιοτ και τις διορθώσεις του Πάουντ. Ο ίδιος εξέδωσε τον τεράστιο "Οδυσσέα" (Ulysses) του Τζαίημς Τζόυς (James Joyce), του άλλου μεγάλου σύγχρονου ποιητή της Ευρώπης, που δεν έβρισκε εκδότη. Ο ποιητής των "Κάντος" έστρεψε το ενδιαφέρον του Γέητς (W.B. Yeats) στα νέα εκφραστικά μέσα. Ο Πάουντ τέλος βοήθησε τη γενιά του μεσοπολέμου να βρει το δρόμο της.

Ο Χεμινγουαίη, ο Ουίλλιαμς κι άλλοι ακόμη τον αναγνώριζαν ως δάσκαλό τους. "Η καλλιτεχνική αξία των "Κάντος", παρατηρεί ο Erwin Laaths, "έχει αναγνωρισθεί κι απ' τους εχθρούς του ακόμα, που σκεπτόμενοι με τα στενά πλαίσια των πολιτικών συνθημάτων, τον κατηγόρησαν ως φερέφωνο του φασισμού. Η τελευταία όμως λέξη για τον Πάουντ δεν θα ειπωθεί απ' τους συγχρόνους του, φίλους ή εχθρούς, όπως άλλωστε και για το νεότερο συμπατριώτη του, τον Έλιοτ, που το πρώτο ποίημά του "Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ" οφείλει στον Έσδρα Πάουντ την οριστική του έκδοση".

Για να φθάσει όμως ο Πάουντ στα αποτελέσματα που πέτυχε, ασκήθηκε σκληρά. Μετέφρασε αρχαία τραγωδία, κινέζικη ποίηση, μεσαιωνικά ευρωπαϊκά έργα. Ο ίδιος προσπάθησε από τους πρώτους να γνωρίσει συστηματικά στο αγγλόφωνο κοινό γάλλους ποιητές της εποχής του συμβολισμού. Το 1910 δημοσίευσε το "Πνεύμα της μυθιστορίας", μελέτη για τη λογοτεχνία της Αναγεννήσεως. Το 1934 το "Αλφάβητο της Μελέτης" και 4 χρόνια αργότερα το"Culture". Από το υπόλοιπό του έργο ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της λογοτεχνίας έχουν τα γράμματά του. Κατά κανόνα οι μεγάλοι ποιητές έχουν να παρουσιάσουν κι αξιόλογη πρόζα, που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ποιητική τους. Παραδείγματα ο Έλιοτ, ο δικός μας Σεφέρης. Το ίδιο κι ο Έσδρας Πάουντ. Όμως εκείνο που οφείλουμε νηφάλια και αντικειμενικά, χωρίς προκατάληψη, να του αναγνωρίσουμε είναι το προβάδισμα στην ανανέωση του νεότερου ποιητικού λόγου, ο ελεύθερος αγέρας που εμφύσησε στη σύγχρονη ποίηση.

Όμως αν ο Πάουντ υπήρξε ο αρχηγέτης, ο Άγγλος ποιητής Τόμας Στηρνς Έλιοτ (1888-1966), ήταν εκείνος που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή από κάθε άλλον στην εξέλιξη της μοντέρνας ποίησης. Ιδιαίτερα η δική μας σύγχρονη ποίηση είναι βαθιά επηρεασμένη από το μεγάλο αυτό ποιητή του αιώνα μας, που προερχόταν από μια οικογένεια της Νέας Αγγλίας που είχε μεταναστεύσει τον 17ο αιώνα από ένα χωριό του Σάμερσετ, το Ήστ Κόκερ, στη Μασσαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Έλιοτ γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1888 στο Σαιντ Λούις του Μιζούρι. Σπούδασε φιλολογία και ήδη το 1912 έγινε υφηγητής της φιλοσοφίας. Αργότερα παρακολούθησε σπουδές στη Σορβόννη και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γαλλική ποίηση που άσκησε επίδραση στο έργο του. Μετά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία και πέρασε στη βρετανική πρωτεύουσα ολόκληρη τη ζωή του. Το 1928 έγινε Βρετανός υπήκοος. Ο Έλιοτ δεν υπήρξε μόνο ποιητής, αλλά και εξαίρετος δοκιμιογράφος. Κατά καιρούς συνεργάσθηκε ενεργά ως αρχισυντάκτης σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, όπου δημοσίευσε σημαντικότατες μελέτες. Το 1920 εξέδωσε έναν τόμο με τον τίτλο "Ιερό Δάσος", όπου περιέλαβε πολλές από τις μελέτες αυτές. Ποιήματα άρχισε να δημοσιεύει από μαθητής γυμνασίου. Η καταξίωσή του ήλθε το 1919 όταν ο εκδοτικός οίκος Χόγκαρθ εξέδωσε σε 200 αντίτυπα τα"Ποιήματά" του. Δύο χρόνια πριν (1915) ποιήματά του είχαν τυπωθεί στην"Καθολική Ανθολογία" του Πάουντ. Εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του στον ποιητή που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα, του αφιέρωσε το 1922 την "Έρημη χώρα", το δημοφιλέστερο ασφαλώς έργο του, που του προσεπόρισε τεράστια φήμη σε ολόκληρο τον κόσμο και άσκησε τεράστια επίδραση στη νεότερη ποίηση. Στην "Έρημη χώρα" ο Έλιοτ κατέχεται από ένα έντονο αίσθημα φθοράς και εκφράζει την απογοήτευσή του από την αποσύνθεση των αξιών και το γέρασμα του κόσμου.

Καθώς σημειώνει ο μεταφραστής του Γιώργος Σεφέρης:

"Τα ποιήματά του, ως το τέλος του πολέμου, είτε γελοιογραφούν την αγιάτρευτη μετριότητα ορισμένων χυδαίων τύπων, όπως ο Σουήνη, είτε στρέφονται ανέλπιδα προς μια ολοκλήρωση ζωής χαμένης για πάντα, είτε συναντούν το σκέλεθρο στην άκρη των αισθήσεων, κινούνται - ανεξάρτητα από τη γενίκευση που δέχεται η καλλιτεχνική έκφραση - μέσα στον κύκλο ενός ατομικού δράματος. Η ειρήνη έδωσε στον κόσμο να κοιτάξει βαθύτερα την απελπισία του. Στη Γαλλία, όπου το πνεύμα συνηθίζει να κρατά μια κάποια υπερήφανη ανεξαρτησία, είχε κιόλας ξεσπάσει, στο διανοητικό επίπεδο, η απόλυτη άρνηση. Στην Αγγλία ήταν ίσως οι συνθήκες πιο πρόσφορες για να διατυπωθεί η μεταπολεμική απόγνωση με τρόπο αμεσότερα ανθρώπινο. Ο θάνατος δεν είναι πια για τον Έλιοτ ένα προσωπικό συναίσθημα σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι όλα τα θνησιμαία που τον περιστοιχίζουν "ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός". Με το "Γερόντιον", με την "Έρημη χώρα", με τους "Κούφιουςανθρώπους", με τον "Σουήνηαγωνιστή", τη γραμμή των ποιημάτων που καταλήγει στις "ΔυσκολίεςΠολιτευομένου", ο Έλιοτ έδωσε όσο κανένας άλλος, αν όχι το έπος μιας εποχής, καθώς έγραψαν, τουλάχιστο το έπος ενός βασικού συναισθήματος μιας στιγμής της ιστορίας, ενός συναισθήματος που το νιώσαμε όλοι μας, είτε θέλουμε να ζήσουμε τώρα, είτε θέλουμε να πεθάνουμε. Αν δεν έκανε τίποτε άλλο, έκανε τουλάχιστο τούτο: έκοψε πίσω του μερικά γιοφύρια. Τη στιγμή που η αποσύνθεση απλωνότανε τριγύρω του, το ένιωσε και το φώναξε. Μετά τον Έλιοτ μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω προς ορισμένα πράγματα σαπισμένα. Και ο τόπος της απομόνωσης έχει γίνει άθλια στενός. Δεν είναι λίγο. Είπανε εναντίον του πως αφήνει τον αναγνώστη μέσα στη στεγνή, στέρφα και άνυδρη "Έρημηχώρα" μόνο, χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Αυτό θα ήταν αλήθεια αν ο Έλιοτ δεν είχε δημιουργήσει ποίηση. Και η ποίηση όσο απελπισμένη κι αν είναι, μας σώζει πάντα, με κάποιον τρόπο, από την ταραχή των παθών".

Από το 1925 ο Έλιοτ, επί 40 χρόνια συνεργάσθηκε με τον εκδοτικό οίκο Φαίημπερ και βοήθησε από τη θέση εκείνη πάμπολλους νέους ποιητές. Παράλληλα συνέχισε την προσωπική του προσφορά, εκτείνοντας τα ενδιαφέροντά του εκτός από το δοκίμιο, στο θέατρο. Μόχθησε πολύ ο Έλιοτ για την επιβίωση του ποιητικού δράματος. Το πρώτο ολοκληρωμένο θεατρικό του έργο υπήρξε το "Φονικό στη Μητρόπολη" ("Murder in the Cathedral"), 1935, που ο Σεφέρης μετέφρασε ως "Φονικό στην Εκκλησιά". Όπως παρατηρεί στο μικρό πρόλογο, που προέταξε στη μετάφρασή του ο δικός μας ποιητής, το "Φονικό στην Εκκλησιά" είναι έργο σύγχρονο με το πρώτο από τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" του, το "Burnt Norton" (1935), αν προσέξει κανείς τα δύο κείμενα, δεν θα δυσκολευτεί να παρατηρήσει πόσο είναι συγγενικά. Έτσι μόνο γι' αυτό - αν το κοιτάξει κανείς σαν ένα ξεκίνημα για τα "Κουαρτέτα" - μπορούμε να πούμε ότι σημειώνει έναν αξιοπρόσεχτο σταθμό στην ποιητική δημιουργία του" .

Η μεταφορά του θεατρικού έργου έγινε στη γλώσσα μας με αληθινή μαστοριά από τον Σεφέρη κι ο υψηλός λόγος του Έλιοτ δεν προδόθηκε: Όμως για το κάθε δεινό, την κάθε ιεροσυλία, το κακούργημα, το άδικο, την καταπίεση, την αδιαφορία, την εκμετάλλευση, την κόψη του τσεκουριού, σεις κι εσείς κι εσείς πρέπει να πληρώσετε. Το ίδιο κι εσείς.

Άλλα θεατρικά έργα του Έλιοτ είναι το "Κοκτέιλ Πάρτυ" (Τ.Σ. Έλιοτ: Κοκτέιλ Πάρτυ, μετάφραση Μανώλη και Διονυσία Σκουλούδη, Αθήνα 1965), η "Οικογενειακή Συγκέντρωση", "Ο Βράχος" (Τ.Σ. Έλιοτ: Δέκα χορικά απ' το Βράχο, Εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Ε.Ν. Μόσχου, Αθήνα 1969),"Ο υπάλληλος εμπιστοσύνης" και"Ο γηραιός πολιτικός".

Οπωσδήποτε η αρχαία ελληνική τραγωδία άσκησε γόνιμη επίδραση στο θέατρο του Έλιοτ, όπως και η βαθιά χριστιανική του πίστη, που διαποτίζει εκτός από τα "Τέσσερα κουαρτέτα", την "Τετάρτη των τεφρών".

"Και στα ποιητικά αυτά έργα του Έλιοτ", γράφει ο Ε.Ν. Μόσχος, "συναντούμε το ίδιο γνώριμο ύφος του, την ίδια λιτότητα, τον ίδιο προβληματισμό, πάνω στα θεμελιακά ανθρώπινα προβλήματα.

Αλλά εδώ η αντιμετώπισή τους είναι διαφορετική. Είναι η Χριστιανική Πίστη και Ελπίδα, που δίνει στις ιδέες του και στους στοχασμούς του, μια καινούργια διάσταση.

Στην "Τετάρτη των Τεφρών"βλέπουμε τον ποιητή, που τον απασχολεί το πρόβλημα του χρόνου και της ματαιότητας, να οδηγείται, με μια μυστικιστική διάθεση, γιομάτη μεταμέλεια, εγκαρτέρηση και ταπεινοφροσύνη, στην αγκαλιά του Θεού. Το ίδιο και στα "Τέσσερα Κουαρτέτα", έργο λυρικότερο και με έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις και πάλι, γύρω από το πρόβλημα του χρόνου, δεσπόζει η παρουσία του Άχρονου, που εξουσιάζει και πάνω στη ροή του χρόνου και λυτρώνει τον ποιητή και που αυτός ο Άχρονος, δεν είναι άλλος από το Σαρκωμένο Λόγο".

Όταν πέθανε ο Έλιοτ έγραψαν :

"Από τις εξωλογοτεχνικές επιδράσεις που συνέβαλαν πολύ στην ποιητική εξέλιξη του Έλιοτ, πρώτη πρέπει να θεωρηθεί η θρησκεία. Η εξονυχιστικότητα, το ηθικό γούστο και η πνευματική αυστηρότητα που αποτελούσαν κληρονομιά των προγόνων του της Νέας Αγγλίας, σε συνδυασμό με την αγγλικανική παράδοση κατεύθυναν την ποίησή του ακόμη μακρύτερα προς τη διερεύνηση του πνεύματος και την αναζήτηση πνευματικών αξιών. Από την "Έρημη χώρα"και τους "Ρηχούςανθρώπους" ως το "ΤαξίδιτωνΜάγων", την "ΤετάρτητωνΤεφρών" και τα "Τέσσερακουαρτέτα" υπάρχει μια σταθερή γραμμή εξελίξεως όσον αφορά στη θετική επεξεργασία της θρησκευτικής εμπειρίας".

Μεγάλη επιρροή πάνω στον Έλιοτ άσκησαν οι Γάλλοι συμβολιστές. Το λυρισμό όμως εκείνων τον μετέτρεψε σε δραματική ποίηση.

"Ο άνθρωπος", έχει πει ο Καραντώνης, "ακόμα κι ο καλλιτέχνης, δεν μπορεί να ζήσει έξω από την αμεσότητα του κόσμου, και μάλιστα ενός κόσμου με την πείρα, τον πλούτο, τις αντιθέσεις, το μεγαλείο, την τραγικότητα, τις επιτεύξεις και τις δυνατότητες του σημερινού. Γι' αυτό και η ποίηση, μετά την ουρανοσκόπηση που έκαμε με το συμβολισμό, έπειτα από τα ωραία φτερουγίσματά της προς τα ύψη της καθαρής μορφής, προς την ουτοπική αναζήτηση της ουσίας της, αφού μας έδειξε να λαμποκοπάν σιμά στον ήλιο στίχοι - κρύσταλλα πολυεδρικά, έπεσε με το κεφάλι στη λασπωμένη γη, σα λαβωμένο πουλί, διψώντας για νερό, για χώμα, για αίμα, για ψωμί - ακόμα και για εφημερίδα".

Το πνεύμα αυτό εξέφρασε ο Έλιοτ και με το λιτό και αδρό ποιητικό του λόγο άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίηση του καιρού του. Άσκησε γι' αυτό τεράστια επίδραση στους νέους συμπατριώτες του ποιητές, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Στην Ελλάδα ο Γιώργος Σεφέρης μεταφύτευσε με ιδιαίτερη επιτυχία τον ελιοτισμό και κατόρθωσε την ανανέωση της ελληνικής ποίησης που ουσιαστικά έφθινε.

Ένα χρόνο πριν από την έκδοση της "Στροφής" του Σεφέρη (1931), το 1930, ο Θεόδωρος (Ντορής) Ντόρρος αφομοιώνοντας τα κηρύγματα του Μπρετόν και του Ελυάρ, κυκλοφόρησε στο Παρίσι την ποιητική συλλογή "Στου γλυτωμού το χάζι", που είναι η πρώτη με "μοντέρνους" στίχους στη γλώσσα μας. "Όλα καινούργια", λέγει ο Ντόρρος, "τόσο που θα 'ρθει κάτι άλλο πιο καινούργιο κι απ' αυτά".

Το 1933 με τα "Ποιήματα" και ένα χρόνο αργότερα με τα"Ποιήματα, ΙΙ τετράδιο" ο Ν. Ράντος ακολουθώντας τα σύγχρονα ρεύματα του καιρού του έδωσε στίχους που ανήκουν στη"μοντέρνα" ποίηση. Κατά καιρούς δημοσίευσε ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. (Εδώ ας αναφερθεί κι ο υπερρεαλιστής των αλεξανδρινών Γραμμάτων Ηλίας Χατζηλίας).

Αλλά και ο Σεφέρης, όπως ο Έλιοτ, δέχθηκε πολλαπλές επιρροές. Ήταν οι ίδιοι οι Γάλλοι συμβολιστές, ήταν οι αρχαίοι του πρόγονοι, ήταν το κλίμα που ετοίμασαν στον τόπο του ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ακόμη και ο Σικελιανός.

Απέβαλε γρήγορα την ποιητική επίδραση του Παλαμά, που επισημαίνεται στο νεανικό "Ερωτικό λόγο" του και πραγματοποίησε αληθινή στροφή στην ποίησή μας. Κι όλ' αυτά πέρα από τη δυναμική προσωπικότητα, τις οδυνηρές εμπειρίες και προπάντων την τραγική αίσθηση που τον συνόδευε από την καταστροφή της μικρασιατικής του πατρίδας. Ανάγκη όμως να μιλήσουμε για καθένα από αυτά ξεχωριστά.

Ο ίδιος ο Σεφέρης έχει γράψει στο "Γράμμα σ' ένα ξένο φίλο" (Άγκυρα 15 Απριλίου 1948) για τη σχέση του Έλιοτ με την ελληνική ποίηση: "Υπάρχουν κριτικοί στον τόπο μας που λένε πως στα λίγα ποιήματα που έχω γράψει, διακρίνουν την επίδραση του Έλιοτ, πράγμα που δεν με παραξενεύει πολύ γιατί δεν πιστεύω να υπάρχει παρθενογέννηση στην τέχνη. Ο κάθε άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τα πράγματα που έχει αφομοιώσει. Αλλά ακριβώς επειδή η αφομοίωση είναι το πράγμα που έχει σημασία, είναι πολύ δύσκολο να μιλούμε γι' αυτές τις σκοτεινές λειτουργίες".

Στο ίδιο πολύτιμο κείμενο ο Σεφέρης τονίζει: "Με την ποίηση του Έλιοτ έζησα συχνά ανάμεσα στα 1932 και στα τελευταία χρόνια, και, μαζί με τα πολλά που του χρωστώ, δεν είναι η μικρότερη οφειλή μου τα μονοπάτια που μου έδειξε για να γνωρίσω καλύτερα την αγγλική λογοτεχνία και την αγγλική γλώσσα: δώρο σπουδαίο για ένα αυτοδίδακτο, σαν εμένα σ' αυτά τα πράγματα"

"Υπήρχε όμως και μια άλλη παλιά γνωριμία μου που μ' έκανε να αισθάνομαι μια ιδιαίτερη οικειότητα με τον Έλιοτ. Ένας Γάλλος που αγάπησα πολύ μόλις έφτασα φοιτητής στο Παρίσι, καθώς τέλειωνε ο πρώτος μεγάλος πόλεμος: ο Jules Laforgue... Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος. Τότε γνώρισα τον Laforgue... M' άρεσαν οι τρόποι του. Ξαφνιαζόμουνα που τον αγνοούσαν ή τον περιφρονούσαν στη Γαλλία. Δεν ήταν της μόδας. Ο Rimbaud και ο Lautreamont τον είχαν συνθλίψει... Ήξερα απ' έξω σχεδόν όλους τους στίχους του"

Και για τον Κ.Π. Καβάφη μας μιλάει εδώ ο Σεφέρης και "τεκμηριώνει" όσα παρατηρήσαμε παραπάνω για το ποιητικό κλίμα μέσα από το οποίο ξεπήδησε:

"Πάρε για παράδειγμα την "Έρημη χώρα". Νομίζω πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θετικά ή αρνητικά, έμμεσα ή άμεσα, το συναίσθημα Έρημη Χώρα, ας το ονομάσουμε έτσι για συντομία, διατρέχει όλη την ποιητική έκφραση των καιρών μας. Ο άνθρωπος που θα μπορούσαμε να πούμε πως διατύπωσε αυτό το συναίσθημα στην Ελλάδα, είναι ένας γέρος, πήγαινα να πω Γερόντιον, που μεταφέρει μέσα του έμφυτα μια κολοσσιαία σε βάθος και σε όγκο παράδοση. Αλλά δεν έχει καμιά αναμορφωτική ροπή. Το αντίθετο έχει μια φανερή απέχθεια για κάθε αναμορφωτή. Γράφει σαν να μας λέει: οι άνθρωποι είναι τέτοιοι που είναι, ας πάνε εκεί που τους πρέπει, δεν είναι δική μου δουλειά να τους διορθώσω. Είναι ένας μυθολόγος με μιαν "ιστορική αίσθηση" (θέλω να πω τέτοια που την περιγράφει ο Έλιοτ) καταπληκτική"

Το γράμμα αυτό, που περιλήφθηκε και στις "Δοκιμές" του Σεφέρη δημοσιεύθηκε στον τόμο τον αφιερωμένο στα 60 χρόνια του Έλιοτ.

Τόσο ο Έλιοτ, όσο και ο Καβάφης, ακόμη κι ο Σεφέρης, δέχθηκαν την επίδραση του γαλλικού συμβολισμού. Ο Τίμος Μαλάνος έγραψε πως "δική τους τεχνική του στίχου θα δοκιμάσει και θ' αναπτύξει ο Καβάφης. Σε δικό τους εργαστήρι θα μαθητεύσει ο Έλιοτ... Από την εποχή του Μαλαρμέ ως τα σήμερα, μια παράδοση ερμητισμού έχει δημιουργηθεί και από τότε η προτίμηση του σκοτεινού και του δύσκολου όλο και πιο επίμονα καλλιεργείται. Ο Σεφέρης, που έχει φοιτήσει και στου Βαλερί (Γάλλος συμβολιστής ποιητής (1871-1945), ο αρχηγός της "καθαρής ποίησης"), αλλά και στου Έλιοτ το εργαστήρι, σπουδάζοντας σ' αυτά μέσα και θαυμάζοντας, θα γίνει ο απολογητής και σε μας των δύσκολων τρόπων".

Αλλά και με τον μεγαλοφάνταστο ποιητή μας Άγγελο Σικελιανό έχει πνευματική συγγένεια ο Σεφέρης κι ας διαφέρουν στο ύφος και στην ποιητική. Αυτό φαίνεται καθαρά από τις παρακάτω πυκνές γραμμές του, όπου διαπιστώνει κανείς τη βαθύτατα ελληνική ταυτότητα των δύο ποιητών:

"Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων. Υπάρχει στο Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός" (Γ. Σεφέρη : Εκλογή. όπ. παρ., σελ. 72).

Ακόμη πρέπει να ειπωθεί ότι μετά τον πόλεμο η ποίηση του Σικελιανού έγινε πιο λιτή και συμπορεύθηκε με τη σύγχρονη ποίηση καθώς τη συγκίνησε η περιπέτεια του ανθρώπου. Τα δεινά του απασχόλησαν σε πολλούς στίχους του τον μεγάλο ποιητή και η στυφή τους γεύση πέρασε σε σημαντικότατες συνθέσεις του.

Αναφέρθηκε και ο τραγικός "αυτόχειρ της Πρέβεζας", ο ποιητής του μεσοπολέμου Κ.Γ. Καρυωτάκης.

Η μελέτη της ποιητικής πορείας του Σεφέρη επισημαίνει και δική του παρουσία στον περίγυρο του ποιητή του "Μυθιστορήματος".

Σημειώνει ο Μαλάνος: "Για μένα - μου έγραφε [ο Σεφέρης] - η τέχνη είναι μια επιμιξία με τους άλλους".

Αν όμως παραδεχτούμε, ότι και στη δική του περίπτωση αυτό αληθεύει, θα έπρεπε να διασαφηνίσουμε πως μονάχα από εδώ κι εμπρός αληθεύει. Τουλάχιστο πριν από το "Μυθιστόρημα", δεν φαίνεται να είχε μια τέτοια αντίληψη για την τέχνη, μολονότι και μεταξύ των παλαιότερων ποιημάτων υπάρχει ένα - το "Γράμμα του Μαθιού Πασχάλη" γραμμένο λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, που θα μπορούσε ίσως, με λίγη καλή προαίρεση, να θεωρηθεί ως η πρώτη απόπειρα της ποίησής του ν' αντικρύσει συγκεκριμένες εικόνες του γύρω της κόσμου. Εντούτοις φανερό είναι πως, όταν το έγραφε, δεν είχε ακόμη βγει, όσο θα έπρεπε, από το εγώ του. Να, γιατί, πεισιθάνατο στη διάθεση και το αίσθημα, θυμίζει απλώς επιβίωση. Ο Καρυωτάκης είναι παρών:

Βερίνα, μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί
κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα
Α! να βρισκόμουν ξυλάρμενος χαμένος στον Ειρηνικόν Ωκεανό
μόνος με τη θάλασσα και τον αγέρα
μόνος και χωρίς ασύρματο ούτε δύναμη για να παλαίψω με τα στοιχεία".

Όμως πεισιθάνατο δεν μπορούμε να πούμε το Σεφέρη. Είναι ορθή η παρατήρηση του Καραντώνη: "Πεισιθάνατους ποιητές χάρηκε πολλούς ο τόπος αυτός. Ακόμα κι ο χθεσινός μας Καρυωτάκης τα λυρικά του λουλούδια στεφάνι τα έπλεξε και τα κρέμασε μελαγχολικά στην πύλη του θανάτου. Όμως ο Σεφέρης δεν είναι πεισιθάνατος ποιητής. Γι' αυτόν, ο θάνατος δεν είναι αναγκαίο ιδεώδες και φυσική λύση των παθών, όπως στους ρομαντικούς, αλλά ένα προανάκρουσμα και μια εισαγωγή στα έρημα εδάφη, στα υποστρώματα και στις νεκροθάλασσες του κατεστραμμένου κόσμου που με τόση αναγλυφικότητα μας παράστησε τις στυγνές μορφές του" .

Ο Σεφέρης παίρνει δικαιωματικά μια πρώτη θέση στον νεοελληνικό Παρνασσό. Με πλούσια εγκυκλοπαιδική μόρφωση και εποπτεία, ο ποιητής που θα αξιωθεί να χαρίσει για πρώτη φορά το διεθνές βραβείο της λογοτεχνίας στη χώρα μας (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963), έφερε στην ποίησή μας έναν αέρα ευρωπαϊκό.

Δεν είναι όμως αυτή μόνο η συμβολή του. Ο Σεφέρης, μικρασιάτης την καταγωγή, έφερνε μέσα του την τραγική αίσθηση της φυλής. Η καταστροφή της "γλυκειάς" πατρίδας του της Σμύρνης άσκησε μεγάλη επίδραση στην ψυχοσύνθεσή του, όπως ο ίδιος επανειλημμένα παραδέχθηκε. Η μικρασιατική συμφορά γενικεύεται στην ποίηση του Σεφέρη και γίνεται η τραγική μοίρα ολόκληρης της ελληνικής φυλής από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Ο Σεφέρης έχει έντονη ελληνική συνείδηση, όπως και ο Σολωμός, όπως και ο Παλαμάς. Παράλληλα οι ευαίσθητες κεραίες του έχουν πιάσει τα μηνύματα των νέων καιρών και η ποίησή του εκφράζει, κάτω από τις αρχαϊκές συχνά εικόνες της, το σύγχρονο παλμό. Στη σεφερική ποίηση σημαντικό ρόλο παίζει η θάλασσα. Το υγρό στοιχείο που συμβολίζει την ενότητα του ελληνικού χώρου. Γενικά η Ελλάδα κυριαρχεί στους στίχους του και ότι την αντιπροσωπεύει. Η ελληνικότητα του ποιητή εκτός από το περιεχόμενο, επεκτείνεται και στα εκφραστικά του μέσα. Ο στίχος του αδρός, καθαρός, έχει μια δωρική λιτότητα. Περιεχόμενο και έκφραση βρίσκονται σε τέλεια αρμονική αντιστοιχία.

Το Γιώργο Σεφέρη ακολουθεί μια ομάδα ποιητών που δέχθηκε στα πρώτα της βήματα την επίδραση του υπερρεαλισμού και των Ευρωπαϊκών ρευμάτων. Από αυτούς ο Νίκος Εγγονόπουλος ("Μην ομιλείτε εις τον οδηγό", 1938, "Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής", 1939, "Επτά ποιήματα", 1944, "Μπολιβάρ", 1944, "Η επιστροφή των πουλιών", 1946, "Ελευσίς", 1948, "Εν ανθηρώ λόγω", 1957) έμεινε πιστός στον υπερρεαλισμό ως το τέλος, ενώ ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975), πέρασε από το στάδιο της "αυτόματης γραφής" ("Υψικάμινος", 1935) σε λυρικότερες συνθέσεις που διακρίνει έντονος ερωτισμός.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περίπτωση του Οδυσσέα Ελύτη, άλλου ποιητή που ιδιαίτερα έλκεται από το υγρό στοιχείο. Οι στίχοι του δροσεροί και ήρεμοι είναι γεμάτοι ελληνική φωτεινότητα και γαλήνη. Το αλβανικό έπος τον οπλίζει με πλούσια εμπειρία και τον φέρνει κοντύτερα στον τόπο και τους ανθρώπους του. Μια νέα ελληνική ενόραση θα φανερωθεί στο "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" (1945), που θα γίνει το έπος του νεότερου Ελληνισμού. Η ανοδική πορεία του Ελύτη συνεχίζεται με το περίφημο "Άξιον εστί" (1961), όπου οι δυνατότητες και οι αρετές του ποιητή, που είναι κι αυτός ποτισμένος από βαθιά ελληνικότητα, εκδηλώνεται στο ζενίθ τους. Ακολουθεί μια σειρά συνθέσεων όπου ο Ελύτης διαρκώς πειραματίζεται και ανανεώνεται πάνω σε ένα ποιητικό καμβά, που τον στολίζει με τα πλούσια μοτίβα της ευαισθησίας, του λυρισμού και της φυσιολατρικής του ροπής.

Η θάλασσα πλημμυρίζει την ποίηση δύο ακόμη ποιητών της περιόδου αυτής, του Νίκου Καββαδία και του Δ.Ι.Αντωνίου. Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) δεν ήταν επαγγελματίας λόγιος. Δεν κυνηγούσε τη χάρτινη δόξα, τις αγγελίες των εφημερίδων, τις κριτικές των φημισμένων.

Έγραψε ότι έγραψε ("Μαραμπού", 1933, "Πούσι", 1947, "Τραβέρσο", 1975, το 1954 έβγαλε κι ένα μυθιστόρημα θαλασσινό, τη "Βάρδια"), από ψυχική ανάγκη εξωτερικεύοντας εσωτερικούς κραδασμούς. Κάνοντας το κέφι του. Κι έδωσε αλήθειες. Κι έκανε ποίηση. Στην ποίηση αυτή χαίρεται κανείς τον καλλιτέχνη και απολαμβάνει όλο τον ψυχικό πλούτο και τον εξωτικό κόσμο του Καββαδία, χωρίς να σκοντάφτει πουθενά σε ανάξιες συνθέσεις, σε αποτυχημένες προσπάθειες. Βέβαια δεν έχουμε εδώ μια βαρύγδουπη και ερμητική ποίηση για αναλύσεις και ποικίλες ερμηνείες. Έχουμε όμως ένα φιλοσοφημένο λόγο, έχουμε βαθιά ανθρωπιά, έχουμε μια ιδιαιτερότητα. Η ποίηση του Καββαδία δεν ξεχωρίζει μόνο ανάμεσα στη θαλασσινή μας φιλολογία. Και στο σύγχρονο ποιητικό λόγο κατέχει εξέχουσα θέση. Χωρίς λεκτικό φόρτο και λυρικά ψιμύθια, έχει μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα που κατακτούν όποιον έλθει σε επαφή μαζί της. Έχει πάνω απ' όλα αλήθεια, που δίνεται με ολοένα πιο λιτά μέσα.

Το υγρό στοιχείο κυριαρχεί πέρα για πέρα στην ποίηση του Δ.Ι. Αντωνίου ("Ποιήματα", 1939, "Της Μουσικής", 1944, "Ινδίες", 1967 κλπ.). Ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Αντωνίου διαγράφει τον ίδιο πάντα κύκλο, επαναλαμβάνει το ίδιο πάντα μοτίβο: επιστροφή στη θάλασσα, την πλανεύτρα, στην τρικυμία και τη γαλήνη, που θα σε αλαφρώσουν από το άγχος που σε κατέχει:

Σκέφτεσαι
η πλώρη είναι για ένα τόπο που ζούνε κ' εκεί τα παραμύθια
ας είναι βλογημένη η άσκηση κι όσα εστερήθης,
κερδίζοντας την κυρίαρχη τέχνη να σε υπακούη ένα καράβι.

Ο Σεφέρης μας δίνει την πληροφορία: ο Αντωνίου έγραφε τους στίχους του πάνω σε άπειρα κουτιά σιγαρέττων, που ονόμαζε:"Οι μποτίλιες μου μέσα στο πέλαγο" .

Τα ψυχικά βιώματα που έπαιρνε από μια διαρκή πάλη, από το νοσταλγικό γυρισμό στην παντοδύναμη θάλασσα. Ακόμη πρέπει να λεχθεί ότι και ο Αντωνίου δέχθηκε την επίδραση του υπερρεαλισμού στο ξεκίνημά του.

Αξιόλογη ποιητική προσφορά έχουν να παρουσιάσουν ο πρόωρα χαμένος Γ. Σαραντάρης, ο λεπταίσθητος Αλ. Μάτσας, που έδωσε και θέατρο, και μια σειρά από ποιητές της Θεσσαλονίκης, όπως ο Γ. Θέμελης, ο Γ.Θ. Βαφόπουλος, η Ζωή Καρέλλη κ.ά.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Γιάννης Ρίτσος, πολιτικά στρατευμένοι, έχουν δώσει ωστόσο λυρικότατες, βαθιά ανθρώπινες και σταθερά κοινωνικές ποιητικές συνθέσεις που τους εξασφάλισαν ένα πυκνό πλήθος θαυμαστών. Τόσο ο Βρεττάκος όσο και ο Ρίτσος είναι ποιητές με όλη τη σημασία του όρου και από τους πιο εξέχοντες της γενιάς τους. Χρησιμοποίησαν σύγχρονα εκφραστικά μέσα και συμπορεύθηκαν με τους ανανεωτές του ποιητικού μας λόγου.

Ιδιαίτερα αισθητός είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποιητικής δημιουργίας του παλαιότερου Κώστα Βάρναλη (1884-1974), που υπήρξε ο πρόγονος όλων αυτών των ποιητών. Το έργο του έχει μουσικότητα, διονυσιακή διάθεση και είναι σταθερά προσανατολισμένο στα προβλήματα του ανθρώπου ("Κηρήθρες", 1905, "Το φως που καίει", 1922, "Σκλάβοι πολιορκημένοι", 1927 κ.ά.).

Παρά τη στράτευσή του, ο Κώστας Βάρναλης δεν πρόδωσε σε καμιά περίπτωση την ποίηση. Γιατί οι στίχοι του εξέφραζαν το ιδεολογικό του πιστεύω και την ακλόνητη προσήλωσή του στις ανθρώπινες αξίες.

Αντίθετα το θρησκευτικό αίσθημα διαποτίζει την ποίηση του Τάκη Παπατσώνη. Το καθολικό δόγμα ιδιαίτερα επέδρασε στο έργο του ως προς τη χρησιμοποίηση συμβόλων που πάρθηκαν από τη λειτουργική των Δυτικών. Όμως η αξία της ποιήσεώς του έγκειται στην ανανεωμένη εκφραστική του και τον πρώιμο "μοντερνισμό" του, που του εξασφάλισε δίκαια μια εξέχουσα θέση στην πρωτοπορία του σύγχρονου ποιητικού λόγου.

Μετά τον πόλεμο φάνηκαν πολλοί νέοι ποιητές που συνέχισαν την παράδοση του "μοντέρνου" στίχου αναζητώντας καινούργιες εμπνεύσεις και νέα οράματα. Ενδεικτικά απλώς, χωρίς να επιχειρείται η μείωση άλλων, αναφέρονται τα ονόματα του Ν.Δ. Καρούζου, του Γ. Κότσιρα, του Κρ. Αθανασούλη, του Μ. Δημάκη, του Γ. Γεραλή, του Άρη Δικταίου, του Μ. Σαχτούρη κ.ά.

Ιδιαίτερα ο Δ.Π. Παπαδίτσας έδωσε με την ποίησή του έναν ανανεωμένο υπερρεαλισμό. Έναν νεοϋπερρεαλισμό, που εκτός από τη μυστικιστική του περιδίνιση και την προχωρημένη εκφραστική, διακρίνεται για τη συγκόλληση της αρχαιοελληνικής παραδόσεως με το παρόν. Η ποίηση του Παπαδίτσα μοιάζει μ' έναν ερμητικό στρόβιλο, που περνώντας αφήνει απαστράπτοντα στοιχεία, που συμπυκνώνουν μια ευρηματική και πλούσια φαντασία. Σημασία δεν έχει η πλήρης κατανόηση του ποιητικού λόγου, αλλά η επιβολή του πάνω μας και η γεύση που αφήνει. Με την ποίηση του είδους αυτού συμβαίνει ότι και με τη μουσική. Τη δέχεσαι όπως την ακούς. Έτσι μας κατακτά και μας επιβάλλεται. Όπως ο ίδιος ο Παπαδίτσας γράφει: "Αποκαλυπτική υψηλών νοημάτων, ανεβάζει τον άνθρωπο από το χαμερπές αδιέξοδο, το άγχος και την απόγνωση του πνεύματος στην ενόραση του θείου, που είναι και το βαθύτερο αίτημα της ύπαρξης, μα και η μεγάλη έκπληξη".

Και μετά τους ποιητές αυτούς εμφανίσθηκαν νεότεροι που χρησιμοποίησαν κι αυτοί τη "μοντέρνα" έκφραση ανανεώνοντας και πλουτίζοντάς την. Είναι πια γεγονός ότι η "μοντέρνα" ποίηση επικράτησε στον τόπο μας χαρίζοντας στους ποιητές μας ένα μεγάλο αγαθό: την απόλυτη ελευθερία, που είναι και η υψηλότερη κατάκτηση της τέχνης.


Εικόνα:Lp-stamp-line.gif
LivePedia.gr :: Η Ελληνική Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.