Σπάρτη
Από την Live-Pedia.gr
| Πρωτεύουσες |
|---|
| των Νομών |
| Θράκη |
|
|
| Μακεδονία |
|
| Ήπειρος |
|
|
| Θεσσαλία |
|
|
| Στερεά Ελλάδα |
|
|
| Πελοπόννησος |
|
|
| Κρήτη |
|
|
| Νήσοι Αιγαίου |
|
|
| Νήσοι Ιονίου |
|
|
(Κωνσταντίνος Καβάφης )
Πόλη της Πελοποννήσου με πληθυσμό 14.084 κατ., στο κέντρο της Λακωνίας, διάσημη κατά την αρχαιότητα. Στην ίδια θέση χτισμένη και η σημερινή Σπάρτη. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα· στα δυτικά υψώνεται ο Ταΰγετος, στα ανατολικά ο Πάρωνας, στα βόρεια τα Μενελάια και πλούσια κοιλάδα, που διασχίζει ο Ευρώτας.
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ιστορία
Η ιστορία της Σ. αρχίζει περίπου από τους μυκηναϊκούς χρόνους. Σύμφωνα με την παράδοση την πόλη έχτισε ο Λακεδαίμονας, γιος του Δία και της Ταϋγέτης. Το όνομά της το οφείλει στη γυναίκα του Λακεδαίμονα και κόρη του Ευρώτα, Σπάρτη. Κατά το 10ο αι. π.Χ. κατέβηκαν οι Δωριείς με αρχηγούς τους Ηρακλείδες Προκλή και Ευρυσθένη, υπέταξαν τους ντόπιους και ονομάστηκαν Σπαρτιάτες. Μερικοί από τους ντόπιους θέλησαν να αποτινάξουν το ζυγό, αλλά νικήθηκαν και υποδουλώθηκαν· αυτοί ονομάστηκαν Είλωτες. Έτσι διαμορφώθηκαν στη Σ. τρεις τάξεις κατοίκων:
Οι Δωριείς ή κύριοι
Ήταν οι κατακτητές και για μοναδική τους ασχολία είχαν τα στρατιωτικά
Οι Λακεδαιμόνιοι ή περίοικοι Αχαιοί
Αυτοί που πρόβαλαν μικρότερη αντίσταση στους κατακτητές, εγκαταστημένοι στα ορεινά κράσπεδα της χώρας· αποτέλεσαν την τάξη των μικροϊδιοκτητών και επαγγελματιών· διατήρησαν την προσωπική τους ελευθερία, αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Οι Είλωτες
Ήταν οι δούλοι των Σπαρτιατών· κατά την περίοδο της ειρήνης εργάζονταν οικογενειακώς στα χωράφια των κυρίων τους με αμοιβή κάποιο ποσοστό από τα εισοδήματα, ενώ στους πολέμους ασκούσαν βοηθητικές υπηρεσίες. Το μίσος που οι περίοικοι και οι Είλωτες ένιωθαν για τους κατακτητές τους, υποχρέωνε τους Σπαρτιάτες να κρατούν διαρκώς τα όπλα στα χέρια και να δίνουν εντύπωση στρατού στρατοπεδευμένου σε εχθρικό τόπο. Γι` αυτό ιδεώδες των Σπαρτιατών ήταν να γίνουν καλοί πολεμιστές.
Η τοπική παράδοση αποδίδει στο Λυκούργο την οργάνωση του αριστοκρατικού στρατιωτικού καθεστώτος της πόλης, η οποία απέκτησε μεγάλη δύναμη, κυριάρχησε σχεδόν σ` όλη την Πελοπόννησο και αμφισβήτησε την ηγεμονία της Ελλάδας από την Αθήνα. Ο βασιλικός θεσμός διατηρήθηκε και περιερχόταν κληρονομικά σε δύο παλιά βασιλικά γένη Ηρακλειδών, στους Αγιάδες και τους Ευρυποντίδες. Στην αρχή οι βασιλείς είχαν θρησκευτική και στρατιωτική εξουσία. Μετά την καθιέρωση όμως των πέντε εφόρων η εξουσία τους κατάντησε απλό αξίωμα. Όλη η εξουσία ήταν στα χέρια της γερουσίας, που την αποτελούσαν 28 γέροντες, οι οποίοι εκλέγονταν από το λαό· μαζί τους συνεδρίαζαν και οι δύο βασιλείς. Οι πολίτες που είχαν περάσει το 30ό έτος αποτελούσαν τη γενική συνέλευση, που ονομαζόταν Απέλλα· αυτή συνεδρίαζε μία φορά το μήνα και ψήφιζε τις αποφάσεις της γερουσίας. Ο κάθε Σπαρτιάτης έπαιρνε από την πολιτεία έναν κλήρο, τον οποίο δεν είχε δικαίωμα να πουλήσει, αλλά τον παρέδιδε στους είλωτες για καλλιέργεια. Οι κλήροι ήταν 9.000, όσοι και οι Σπαρτιάτες, και έτσι εξασφαλιζόταν η ισότητα μεταξύ των πολιτών. Για τον ίδιο σκοπό απαγορεύτηκε η πολυτέλεια, το εμπόριο, το χρυσό και το ασημένιο νόμισμα· μόνο το βαρύ και σιδερένιο νόμισμα επιτρεπόταν. Οι πολίτες έτρωγαν σε κοινά συσσίτια, όπου επικρατούσε πάντοτε μεγάλη λιτότητα· σε κανένα δεν επιτρεπόταν να μη μετέχει σ` αυτά, ούτε και στους ίδιους τους βασιλείς. Όλοι οι πολίτες υποβάλλονταν σε συνεχείς ασκήσεις, για να γίνουν ανδρείοι στρατιώτες. Οι πέντε έφοροι, οι οποίοι εκλέγονταν από το λαό, έγιναν με τον καιρό οι πραγματικοί κύριοι στη Σπάρτη· και αυτοί οι βασιλείς τους σέβονταν και τους φοβούνταν, γιατί είχαν μεγάλη δύναμη στην πολιτεία. Επιτηρούσαν τη διαγωγή όλων των αρχών, είχαν δικαστική εξουσία και μπορούσαν να δικάζουν και αυτούς τους βασιλείς.Η ανατροφή των νέων απασχολούσε ιδιαίτερα την πολιτεία. Όποιο αρσενικό παιδί γεννιόταν δύσμορφο και όχι τέλειο θανατωνόταν, επειδή δε θα γινόταν καλός στρατιώτης. Τα υγιή παιδιά από τη γέννησή τους ανήκαν στην πολιτεία, η οποία τα εμπιστευόταν στις μητέρες τους μέχρι το 7ο έτος, για να τα αναθρέψουν. Από το 7ό μέχρι το 18ό έτος τα αναλάμβανε η πολιτεία. Κατά το διάστημα αυτό οι νέοι ζούσαν οργανωμένοι σε αγέλες, κάτω από την καθοδήγηση των παιδονόμων, και ασκούνταν στη σκληραγωγία του σώματος, στην πειθαρχία, στην απόκτηση πολεμικών δεξιοτήτων και στη μόρφωση του ήθους. Μάθαιναν ακόμα πολεμικά τραγούδια και τα έπη του Ομήρου. Οι κόρες των Σπαρτιατών ανατρέφονταν επίσης με δημόσια δαπάνη και είχαν την ανδρική περίπου εκγύμναση. Από τα 18 - 20 χρόνια τους οι Σπαρτιάτες γυμνάζονταν μέσα στα όρια της χώρας τους και από το 20ό έτος ανήκαν πια στους πολεμιστές. Κατά το 30ό έτος παντρεύονταν και αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα· κατά το 60ό έληγε το στρατιωτικό τους στάδιο και από τότε καταγίνονταν στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και στην ανατροφή των παιδιών της πολιτείας.
Εκτός από τον πόλεμο και τις ασκήσεις ο Σπαρτιάτης μόνες ασχολίες είχε το κυνήγι και τη συνομιλία στους δημόσιους τόπους, όπου συνηθίζονταν τα λίγα και φρόνιμα λόγια, και αυτό ονομαζόταν λακωνισμός. Απαγορεύονταν τα ταξίδια έξω από τη Σπάρτη, για να μη διατρέχει κίνδυνο εκφυλισμού η σπαρτιατική ζωή από τη μίμηση ξένων συστημάτων. Γενικά με τη σπαρτιατική αγωγή εξαφανιζόταν η προσωπικότητα μέσα στο σύνολο, προς χάρη του οποίου έπρεπε να ζει κανείς και να πεθαίνει.
Μεσσηνιακοί πόλεμοι
Με τέτοια πολιτική οργάνωση και στρατιωτική εκπαίδευση οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν γρήγορα να επιβληθούν σ` ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο. Οι πρώτοι πόλεμοί τους ήταν πόλεμοι επεκτατικοί. Πολέμησαν κατά του Άργους και της Αρκαδίας. Οι σημαντικότεροι όμως πόλεμοί τους υπήρξαν οι λεγόμενοι Μεσσηνιακοί. Κατά τον Α΄ Μεσσηνιακό πόλεμο (743 - 724 π.Χ.) νίκησαν οι Σπαρτιάτες και μοίρασαν τη μεσσηνιακή πεδιάδα στους ακτήμονες πολίτες τους, ενώ τους Μεσσήνιους τους έκαναν είλωτες. Αργότερα οι Μεσσήνιοι επαναστάτησαν και άρχισε ο Β΄ Μεσσηνιακός πόλεμος (645 - 628 π.Χ.), που κατέληξε στην πλήρη διάλυση του κράτους τους. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στην Κάτω Ιταλία και όσοι έμειναν έγιναν είλωτες. Άλλους Πελοποννήσιους, όπως τους Τεγεάτες, τους υποχρέωσαν οι Σπαρτιάτες να υπογράψουν συνθήκες συμμαχίας και έτσι προς το τέλος του 6ου αι. π.Χ. ιδρύθηκε στρατιωτική συμμαχία όλων σχεδόν των πόλεων της Πελοποννήσου, εκτός του Άργους και της Αχαΐας, της οποίας την αρχηγία είχε η Σ. Έτσι η Σ. έγινε η πρώτη σπουδαία στρατιωτική δύναμη, έκανε επεμβάσεις ακόμα και έξω από την Ελλάδα και είχε θαυμαστές ξένους ηγεμόνες, όπως τον Κροίσο της Λυδίας και τον Άμαση της Αιγύπτου.
Περσικοί πόλεμοι
Κατά το Β΄ Περσικό πόλεμο (490 π.Χ.), όταν οι Πέρσες αποβιβάστηκαν στο Μαραθώνα, η Σ. υποσχέθηκε να στείλει στράτευμα προς ενίσχυση των Αθηναίων· αλλά θρησκευτικό έθιμο απαγόρευε στους μαχητές της να εκστρατεύσουν προτού γίνει πανσέληνος. Γι` αυτό, όταν τέλος έφτασαν 2.000 Σπαρτιάτες στην Αθήνα ύστερα από τριήμερη πορεία, πληροφορήθηκαν ότι την προηγούμενη ημέρα είχε λήξει η μάχη με νίκη των Αθηναίων. Εκεί όμως που διακρίθηκαν οι Σπαρτιάτες ήταν ο Γ΄ Περσικός πόλεμος (480 - 479 π.Χ.). Τριακόσιοι άνδρες με αρχηγό το Λεωνίδα έπεσαν υπερασπίζοντας τις Θερμοπύλες. Μετά πήραν μέρος στη νικηφόρα ναυμαχία της Σαλαμίνας, στη μάχη των Πλαταιών και στη ναυμαχία της Μυκάλης. Έτσι συντέλεσαν στη συντριβή των Περσών και την ελευθερία της Ελλάδας.
Πελοποννησιακός πόλεμος
Ένα από τα αποτελέσματα των ελληνικών νικών κατά τους Περσικούς πολέμους ήταν και η πρόκληση ανταγωνισμού επικράτησης μεταξύ των ελληνικών πόλεων, από τον οποίο προήλθαν πολλές συμφορές στον Ελληνισμό.
Όταν οι Ίωνες ζήτησαν από τη Σ. ενίσχυση για να εγκατασταθούν στις πόλεις τους, εκείνη αρνήθηκε, γιατί θεωρούσε το κράτος της Πελοποννήσου αρκετή δύναμη για τον εαυτό της. Η Αθήνα όμως επιζήτησε και πέτυχε να γίνει αρχηγός μιας μεγάλης συμμαχίας, της οποίας σκοπός ήταν η συνέχιση των αγώνων για την απελευθέρωση των Ιώνων από τον περσικό ζυγό. Έτσι οι Ίωνες και οι άλλοι σύμμαχοι πρόσφεραν άνδρες και χρήμα στους Αθηναίους προς το σκοπό αυτό και προς αντιμετώπιση μελλοντικού περσικού κινδύνου. Με τον τρόπο αυτό η Σ. απομονώθηκε και έβλεπε με ζηλοτυπία την πρόοδο των Αθηναίων. Γι` αυτό καιροφυλακτούσε να ωφεληθεί από τα σφάλματά τους και τη δυσαρέσκεια που με τον καιρό είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στους συμμάχους τους από την άδικη και σκληρή μεταχείριση, που υπέφεραν κάτω από τον αθηναϊκό ζυγό. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις της εποχής εκείνης θα αργούσε ίσως να εκδηλωθεί, αν οι Κορίνθιοι δεν έπαιρναν τα όπλα κατά των Κερκυραίων εξαιτίας της Επιδάμνου. Τότε η Σ. πήρε μέρος στον πόλεμο ως σύμμαχος των Κορίνθιων και η Αθήνα των Κερκυραίων. Στην αρχή ο αγώνας περιοριζόταν σε αμοιβαίες λεηλασίες, αλλά γρήγορα εξελίχτηκε σε γενικό εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, γιατί γύρω από την Αθήνα και τη Σ. συσπειρώθηκαν και οι άλλες πόλεις. Ο πόλεμος κράτησε 27 χρόνια (431 - 404 π.Χ.) και διαιρείται χαρακτηριστικά σε τρεις περιόδους: 1) Το Δεκαετή ή Αρχιδάμειο πόλεμο (431 - 421 π.Χ.), 2) το Σικελικό πόλεμο (415 - 413 π.Χ.) και 3) το Δεκελεικό πόλεμο (413 - 404 π.Χ.). Νικήτρια αναδείχτηκε η Σ., η οποία ανέλαβε την ηγεμονία της Ελλάδας, ενώ η Αθήνα ταπεινωμένη δέχτηκε με καρτερία το χτύπημα, που βύθισε την ίδια και τον ελληνισμό σε παρακμή.
Η ηγεμονία της Σπάρτης δεν κράτησε πολύ. Το 371 π.Χ. νικήθηκε από τους Θηβαίους στη μάχη των Λεύκτρων και αυτό σήμανε σοβαρό κλονισμό της ηγεμονίας της και αρχή της παρακμής της. Ακολούθησε η ηγεμονία των Θηβαίων, μέχρι τη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.), όπου και οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να κλείσουν ειρήνη μετά το θάνατο του Επαμεινώνδα.
Η εμφάνιση των Μακεδόνων και η ανάμειξή τους στις υποθέσεις της Ελλάδας, καθώς και η ενίσχυση των Αρκάδων και των Μεσσήνιων, εξασθένισαν ακόμα περισσότερο τη Σ. και αχρήστεψαν τους νόμους του Λυκούργου. Μάταια οι Σπαρτιάτες βασιλείς Άγης Δ΄ και Κλεομένης Γ΄ προσπάθησαν κατά τον 3ο αι. π.Χ. να επιβάλουν μεταρρυθμίσεις στη Σ., που θα έδιναν τη δυνατότητα για ανανέωση και άντληση νέων δυνάμεων· οι προσπάθειές τους πνίγηκαν στο αίμα από τους εφόρους. Η καταδίκη της Σ. είχε υπογραφεί. Ο Κλεομένης Γ΄ (235 - 219 π.Χ.), παρά τις προσπάθειές του, δεν μπόρεσε να δώσει την παλιά δύναμη στην πόλη. Και όταν αυτή νικήθηκε από τον ενωμένο στρατό της Αχαϊκής Συμπολιτείας ("Κοινό των Αχαιών") και των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 - 21), έχασε όλες τις κατακτήσεις της, κυριεύτηκε από τους αντιπάλους της και καταργήθηκε το προοδευτικό καθεστώς που είχε επιβάλει ο Κλεομένης.
Ρωμαϊκή περίοδος
Κατά τη ρωμαϊκή κατοχή της Ελλάδας, η Σ. ευνοήθηκε με μερικά προνόμια, αλλά ποτέ πια δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την παλιά της δύναμη και ακμή. Αντίθετα χτυπήθηκε από θεομηνίες, όπως ο σεισμός του 375 μ.Χ., και επιδρομές, όπως των Βησιγότθων το 396 μ.Χ., οι οποίοι με αρχηγό τους τον Αλάριχο λεηλάτησαν την πόλη. Έτσι ολοκληρώθηκε η καταστροφή της.
Βυζαντινή περίοδος
Νέα μεγάλη καταστροφή έπαθε η Σ. κατά τον 9ο αι. μ.Χ. από τις επιδρομές των Σλάβων και οι κάτοικοί της έφυγαν στα βουνά της Μάνης, για να σωθούν. Οι Βυζαντινοί φρόντισαν να ξανακατοικηθεί, αλλά δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί και παρέμεινε ένα απλό χωριό κοντά στο δυνατό Μιστρά. Η ίδρυση του Μιστρά το 1248 από το Γουλιέλμο Βιλαρδουίνο οδήγησε στην τέλεια αφάνεια τη Σ. Γιατί ο Μιστράς παρουσίασε μεγάλη ακμή και πρόοδο στα επόμενα χρόνια και αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια της αρχαίας Σ. Αργότερα η Σ. έπεσε στα χέρια των Φράγκων, των Ενετών και, ύστερα από πολλές καταλήψεις και ανακαταλήψεις, βρέθηκε οριστικά στα χέρια των Τούρκων, το 1715.
Η νεότερη Σπάρτη
Στη θέση της αρχαίας Σ. ιδρύθηκε το 1834 η νεότερη από το βασιλιά Όθωνα· ακριβώς στη θέση όπου βρέθηκαν τα ερείπια του συνοικισμού Μεσόα. Οι Βαβαροί μάλιστα πολεοδόμοι, ακολουθώντας τις υποδείξεις του Όθωνα, χάρισαν στην πόλη τέλεια ρυμοτομία, υποδειγματική για τα χρόνια εκείνα. Τους ευθείς δρόμους, τις πλατείες και τις λεωφόρους της τις ζηλεύουν ακόμα και σήμερα όλες οι πόλεις της Ελλάδας.
Η Σ. σήμερα αποτελεί πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου και του νομού Λακωνίας, έχει 14.084 κατοίκους (1996) και υψόμετρο 214 μ. Αποτελεί το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νομού, καθώς και σπουδαίο τουριστικό κέντρο χάρη στο γειτονικό θρυλικό Μιστρά και στην αίγλη της αρχαίας της ιστορίας. Επίνειό της είναι το Γύθειο. Έχει καλό συγκοινωνιακό δίκτυο και πολλούς αυτοκινητόδρομους, οι οποίοι εξυπηρετούν το εμπόριο και τον τουρισμό της. Είναι επίσης πλούσια και σε γεωργικά προϊόντα. Περίφημος είναι ο μητροπολιτικός ναός της, καθώς και ο ναός του Αγίου Νίκωνος. Άλλα αξιοθέατα της πόλης είναι το χάλκινο άγαλμα του Λυκούργου στην πλατεία, μπροστά από τη μητρόπολη, και ένα θαυμάσια διατηρημένο δάπεδο του 3ου αι. π.Χ., που απεικονίζει την αρπαγή της Ευρώπης από το Δία. Ίχνη σπιτιών της αρχαιότητας έχουν αποκαλυφτεί σε πολλά από τα σπίτια της σημερινής πόλης.
Αρχαιολογικοί χώροι
Η Σ. σε αντίθεση με την Αθήνα ελάχιστα αρχαιολογικά ευρήματα έχει να μας παρουσιάσει, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές, που έγιναν μέσα και έξω από την πόλη το 1905. Κι έτσι επαληθεύτηκε η προφητική παρατήρηση του Θουκυδίδη, σχετικά με τη μελλοντική φήμη της, γράφοντας στην ιστορία του τα εξής: "Αν κάποια μέρα καταστρεφόταν η Λακεδαιμονία και έμεναν μόνο τα ιερά και τα θεμέλια των δημόσιων οικοδομημάτων, οι μεταγενέστεροι θα αμφέβαλαν, αν η δύναμή της ανταποκρινόταν στη φήμη της". Τείχη π.χ. δεν έχει να μας δείξει η αρχαία Σπάρτη· στην περίοδο της ακμής της τείχη της θεωρούσε τα στήθη των πολεμιστών της. Αυτά που σώζονται στα βόρεια της σημερινής πόλης είναι μεταγενέστερα. Καθώς για αποκλειστική σχεδόν απασχόλησή τους οι Σπαρτιάτες είχαν τα στρατιωτικά, δεν ασχολήθηκαν ούτε και με την τέχνη, όσο οι Αθηναίοι. Τα ακίνητα και τα κινητά αρχαιολογικά της ευρήματα κατά συνέπεια είναι τόσο φτωχά που θα αδικούσαν πραγματικά τη φήμη της, αν δεν είχαμε άλλες πηγές, που να βεβαιώνουν για τη δύναμη και την ακμή της.
Από τα ακίνητα αρχαιολογικά ευρήματα επισημαίνουμε τα εξής: Ο "Τάφος του Λεωνίδα"· έτσι χαρακτηρίζονται τα ερείπια ενός κτίσματος, που στην πραγματικότητα ανήκουν σε κάποιο μικρό ναό. Ο πραγματικός τάφος του λέγεται ότι βρισκόταν κοντά στην ακρόπολη, απέναντι από το θέατρο. Στη νότια πύλη του τείχους σώζονται ερείπια στοάς των ρωμαϊκών χρόνων, ενώ προς τα Δ ερείπια βυζαντινού τείχους. Από την ίδια την ακρόπολη ελάχιστα ίχνη σώζονται, γιατί οι πέτρες της χρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμο του τείχους. Την ίδια καταστροφή έπαθε και το θέατρο του 2ου και 1ου αι. π.Χ. Μόνο οι πελώριοι ογκόλιθοί του σώζονται· τα μάρμαρά του μεταφέρθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στον απέναντι Μιστρά ως οικοδομικά υλικά. Αλλοιώσεις έπαθε και η σκηνή του με προσθήκη ρωμαϊκών κτισμάτων· αλλά και ολόκληρο το θέατρο έπαθε ζημιές με τη μετατροπή του σε βυζαντινό οχυρό. Κατά τον Παυσανία, προς τα Β του θεάτρου ήταν χτισμένος ο ναός της "Χαλκιοίκου Αθηνάς". Το όνομά του το οφείλει στην επένδυση του εσωτερικού των τοίχων του με χάλκινα ελάσματα, τα οποία είχε διακοσμήσει με παραστάσεις ο Λακεδαιμόνιος καλλιτέχνης Γιτιάδας. Ο ναός αυτός έγινε περίφημος από τον εγκλεισμό του στρατηγού Παυσανία (467 π.Χ.) μέσα σ` αυτόν, όταν προσπαθούσε να εξασφαλίσει άσυλο και να αποφύγει την τιμωρία, μετά την κατηγορία ότι ήταν προδότης της πατρίδας του. Οι Σπαρτιάτες όμως έχτισαν όλα τα ανοίγματα του ναού, για να μη δραπετεύσει και ο Παυσανίας πέθανε μέσα σ` αυτόν από πείνα και δίψα. Κοντά στη σημερινή γέφυρα του Ευρώτα υπάρχουν ίχνη από βυζαντινή γέφυρα με τόξα.
Σημαντικό εύρημα θεωρούνται τα ερείπια του ναού της "Ορθίας Αρτέμιδος". Βρίσκονται στα νότια της γέφυρας του Ευρώτα, στη θέση του Λιμναίου, που ήταν ένας από τους 4 οικισμούς οι οποίοι ενσωματώθηκαν στη Δωρική Σπάρτη (οι άλλοι τρεις ήταν: Λιτάνη, Μεσόα και Κυνόσουρα). Αποτελούνται από μικρό ναό του 2ου π.Χ. αι. και από ρωμαϊκό αμφιθέατρο. Εκεί γίνονταν οι ανθρωποθυσίες προς τιμή της θεάς, οι οποίες αργότερα αντικαταστάθηκαν από τον "αγώνα καρτερίας", δηλ. η μαστίγωση των νέων σε βαθμό που να ματώνει το κορμί τους, για να συνηθίζουν να υποφέρουν τον πόνο.
Τα κινητά αρχαιολογικά ευρήματα είναι συγκεντρωμένα στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Στον κήπο του μουσείου υπάρχει μία υπαίθρια συλλογή, που την αποτελούν κίονες μονόλιθοι, σαρκοφάγοι, επιτύμβια ανάγλυφα και γενικά ογκώδη ευρήματα. Θαυμάσια είναι τα αγάλματα της κεντρικής αλέας. Μέσα στις αίθουσες είναι συγκεντρωμένα πολυάριθμα μικρότερα ευρήματα τοποθετημένα σε προθήκες ή εκτεθειμένα στον ελεύθερο χώρο των αιθουσών. Αφθονούν τα μολύβδινα αναθήματα από το ιερό της "Ορθίας Αρτέμιδος", καθώς και οι πήλινες αναθηματικές μάσκες, τις οποίες φορούσαν οι χορευτές κατά τις τελετές της θεάς. Από τα παλαιότερα ελληνικά έργα τέχνης είναι ένα πορτρέτο και ένα χάλκινο γυναικείο άγαλμα ντυμένο. Άφθονα είναι και τα χάλκινα μικροπλαστικά έργα, χαρακτηριστικά της σπαρτιατικής τέχνης. Από τα ανάγλυφα ξεχωρίζουν των Διόσκουρων (6ος αι. π.Χ.) και από τις κεφαλές του Ερμή του Αλκαμένους, της Ολυμπίας Ήρας και μία εικονιστική από την εποχή του Μ. Αλέξανδρου. Περίφημα επίσης είναι το ανάγλυφο του Διόνυσου και το άγαλμα της θεάς Υγείας. Στις προθήκες σώζονται πολυάριθμα πήλινα αγγεία και σε μία από τις αίθουσες κυριαρχούν τα έξοχα αρχιτεκτονικά γλυπτά από το Αμυκλαίο. Αξιόλογο είναι και ένα πιθάρι με ανάγλυφες παραστάσεις. Από την αναφορά αυτή στα αρχαιολογικά ευρήματα της Σ. φαίνεται πόσο φτωχή υπήρξε η ηρωική αυτή πόλη της αρχαιότητας από την άποψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς επίσης και ο λιτός και αυστηρός χαρακτήρας της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής των κατοίκων της. Συγχρόνως αποκαλύπτεται η αγεφύρωτη αντίθεσή της προς τη μεγάλη της αντίζηλο και ανταγωνίστρια Αθήνα. Αντίθεση θεμελιωμένη σε εντελώς διαφορετική πολιτική και κοινωνική οργάνωση, σε διαφορετικό τρόπο ζωής και διαφορετικά ιδεώδη και ιδανικά.
| LivePedia.gr |
|
H LivePedia.gr
είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη
στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της. Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να
διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν. |


