Ψυχολογία

Από την Live-Pedia.gr

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ψυχολογία

Psychology

Είναι μία Επιστήμη.

Πίνακας περιεχομένων

Ορισμός

1. Ορισμός της ψυχολογίας.

Η ψυχολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την ψυχή και μάλιστα την ανθρώπινη ψυχή. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει την ψυχολογία ως την πλέον όμορφη, πολύτιμη και ουσιαστική γνώση, γιατί οδηγεί στην κατανόηση της αλήθειας γενικότερα. Είναι όμως πολύ δύσκολη γνώση, γιατί η ουσία της ψυχής είναι δυσερμήνευτη.

Υποκείμενο Ψυχολογίας

2. Υποκείμενο της ψυχολογίας.

Επειδή ακριβώς υπάρχει δυσκολία στον προσδιορισμό της φύσης της ψυχής, η ψυχολογική έρευνα στράφηκε προς τις εκδηλώσεις της ψυχής. Προσπαθεί να περιγράψει και να ερμηνεύσει την ψυχική ζωή, τα ψυχικά φαινόμενα ή γεγονότα. Σε κάθε στιγμή κάθε άνθρωπος δρα και αντιδρά, αποφασίζει και πράττει, χαίρεται ή λυπάται, επιθυμεί ή αποφεύγει κάτι. Με μια λέξη: Εκδηλώνεται, συμπεριφέρεται, ενεργεί. Οι ψυχικές αυτές ενέργειες είναι το περιεχόμενο, ο κύκλος των φαινομένων που εξετάζει η ψυχολογία.

Είδη Ψυχολογίας

3. Διαίρεση της ψυχολογίας.

Η ψυχή, ο εσωτερικός εαυτός μας, είναι μια πραγματικότητα που βρίσκεται πλησίον, "μέσα" στον άνθρωπο. Ωστόσο είναι η πιο σκοτεινή και απόμακρη. Το εγγύτερο και αμεσότερο, με το οποίο ασχολείται η ψυχολογία, δηλ. η ψυχή, είναι συγχρόνως και το πιο δυσνόητο και ανεξερεύνητο.


Θεωρητική Ψυχολογία

  • Η φιλοσοφική ή θεωρητική ψυχολογία (psychologia rationalis) επί αιώνες αγωνιζόταν να αποδείξει την ύπαρξη της ψυχής. Δεν ξεκινούσε από τις ψυχικές εκδηλώσεις, που είναι κάτι χειροπιαστό, αλλά από την πηγή τους, δηλ. την ψυχή. Προσπαθούσε να προσδιορίσει τη φύση της ψυχής, την ουσία και την εσωτερική της ενέργεια να δείξει την τύχη της μετά θάνατο, να θεμελιώσει την ελευθερία και την αθανασία της, να αποσαφηνίσει τη σχέση της με το σώμα, να απαντήσει στο ερώτημα: τι είναι ύλη και τι πνεύμα και ποια η ποιοτική διαφορά μεταξύ τους. Η θεωρητική ψυχολογία έχει καθαρά μεταφυσικό χαρακτήρα. Είναι φιλοσοφική, θεωρητική επιστήμη.

Εμπειρική Ψυχολογία

  • Η εμπειρική ψυχολογία (psychologia empirica) αντίθετα, δηλ. η σύγχρονη ψυχολογία ερευνά τα ψυχικά φαινόμενα και με τη βοήθεια των μεθόδων των θετικών επιστημών τα περιγράφει και τα ερμηνεύει. Δεν απορρίπτει την ύπαρξη ψυχής, αλλά κατ' αρχήν αποφεύγει τις θεωρητικές αναζητήσεις. Η εμπειρική ψυχολογία έχει θετικό χαρακτήρα με φυσικομαθηματική απόκλιση.

Αντικείμενο Ψυχολογίας

4. Έργο της ψυχολογίας.

Η ψυχολογία, τώρα, ως σύγχρονη επιστήμη είναι η συστηματική διδασκαλία και γνώση για την ψυχική ζωή, για τα ψυχικά γεγονότα. Έργο της και σκοπός είναι:

  • να παρατηρήσει και με κάθε δυνατή ακρίβεια να περιγράψει τα ψυχικά φαινόμενα και να καθορίσει την πορεία τους,
  • ν' αναλύσει τα σύνθετα σε απλά και να τα κατατάξει σε κατηγορίες,
  • ν' αναζητήσει την αιτία που τα προκαλεί και
  • να βρει νόμους ή τρόπους, τύπους ή κανόνες που τα διέπουν. Με μια λέξη: Η ψυχολογία έχει έργο της την ερμηνεία των ψυχικών γεγονότων.

Προεπιστημονική Ψυχολογία

5. Η προεπιστημονική ψυχολογία.

Αυτών των γεγονότων όλοι οι άνθρωποι έχουν άμεση γνώση: των επιθυμιών, των ορμών, των ενδιαφερόντων, των συγκινήσεων, των αποφάσεων, των πράξεων των εσωτερικών συγκρούσεων, των προβλημάτων, των ονείρων και των στόχων τους. Τα ψυχικά γεγονότα των άλλων τα διαπιστώνουν με βάση την προσωπική τους εμπειρία. Η γνώση του εαυτού τους, η αυτογνωσία είναι απαραίτητη για τη γνώση των ψυχικών φαινομένων των άλλων, για την ετερογνωσία. Όσο μάλιστα βαθύτερη είναι η αυτογνωσία, τόσο ασφαλέστερη γίνεται η ετερογνωσία. Πέρα από αυτά όλοι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να παρατηρούν. Μερικοί άλλωστε διαθέτουν μια πολύτιμη έμφυτη εσωτερική προίκα, την ενόραση (intuitio), μια άμεση αντίληψη και μπορούν χωρίς πολλά δεδομένα να σχηματίζουν βέβαιες κρίσεις. Σχεδόν ψυχογραφούν τους άλλους.

Αυτά όλα σημαίνουν ότι όλοι οι άνθρωποι ασκούν ψυχολογία, αφού έχουν κοινή σχεδόν ψυχική ζωή, κοινά περίπου προβλήματα, κοινή ικανότητα παρατήρησης. Η ψυχολογία αυτή είναι προεπιστημονική λαϊκή ανθρωπογνωσία και αποκαλύπτει τη βαθύτερη ουσία και αξία της ψυχολογίας, που δεν είναι έργο των ειδικών μόνο, αλλά υπόθεση κάθε ανθρώπου. Τι χρειάζεται τότε η επιστημονική ψυχολογία; Για να μας προφυλάξει από τα λάθη παρατήρησης και κυρίως από τα λάθη ερμηνείας των παρατηρουμένων. Πολλοί άνθρωποι π.χ. ερμηνεύουν τα κλάματα ως αποτέλεσμα λύπης και το γέλιο ως συνέπεια χαράς. Το παιδικό κλάμα όμως, όπως και το παιδικό γέλιο, έχει αντίθετα κίνητρα. Μερικά παιδιά στην ηλικία των 7 ή 9 χρόνων, όταν χάσουν ότι πολυτιμότερο, τη μητέρα τους ξεσπούν σ' ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Η κοινή παρατήρηση νομίζει ότι είναι αδάκρυτα, άπονα και ανάλγητα αυτά τα παιδιά. Όμως αυτό το κλάμα είναι αποτέλεσμα μεγάλου ψυχικού πόνου, βαθιάς εσωτερικής λύπης και σπαραγμού.

Ψυχικά γεγονότα

6. Ψυχικά και φυσικά γεγονότα.

Η άμεση γνώση, η κατ' ευθείαν πείρα, η βίωση των ψυχικών φαινομένων αποτελεί βασικό γνώρισμά τους, που τα ξεχωρίζει από τα φυσικά γεγονότα. Αυτά υπόκεινται σ' έμμεση παρατήρηση με τις αισθήσεις. Τα ψυχικά όμως φαινόμενα γίνονται άμεσα αντιληπτά. Ένα ψυχικό γεγονός είναι απόλυτα προσωπικό, εσωτερικό και, αν δε το εκφράσω, δεν γίνεται γνωστό στους άλλους. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ομαδικής παρατήρησης. Ένα φυσικό φαινόμενο, αντίθετα, το παρατηρούν πολλοί, όπως μια τρικυμία ή μια θύελλα. Η εικόνα όμως του φαινομένου, οι σκέψεις, οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα που θα γεννηθούν από αυτό είναι διάφορα στον καθένα και πάντως αόρατα.

Τα ψυχικά φαινόμενα, ακόμη, δε γίνονται σε χώρο, δεν έχουν έκταση, ούτε κατέχουν τόπο. Η ψυχή, ο "τόπος των ιδεών", δεν έχει κανένα τόπο η ίδια, είναι όλα και τίποτε, παντού και πουθενά, ξένος ανάμεσα στο σήμερα και το αύριο, αιώνιος οδοιπόρος και "άτοπο". Ενώ, επιπλέον, τα φυσικά φαινόμενα είναι σταθερά τα ψυχικά παρουσιάζουν μεγάλη κινητικότητα, ρευστότητα, μεταβολή. Αυτή μάλιστα η μεταβλητότητα και αστάθεια δυσκολεύει την αντικειμενική μελέτη των ψυχικών γεγονότων. Κοινό γνώρισμα, τέλος, είναι ότι ψυχικά και φυσικά γεγονότα τελούνται μέσα στο χρόνο.

Ψυχολογία και άλλες επιστήμες

7. Η ψυχολογία και οι άλλες επιστήμες.

Η σπουδαιότητα της ψυχολογίας είναι αναντίρρητη. Θαυμάσια είναι τα αποτελέσματα από την εφαρμογή των πορισμάτων της, που βοηθούν και πολλές άλλες επιστήμες: Είναι γνωστή η εξάρτηση της ψυχολογίας από τη φιλοσοφία. Υπάρχουν σήμερα κατευθύνσεις, τάσεις, Σχολές, οι οποίες καλλιεργούν την ψυχολογία ανεξάρτητα από την εμπειρία και το πείραμα και συμπληρώνουν έτσι όσα προσπαθεί να γνωρίσει η φιλοσοφία.

Η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα βοηθάει επίσης την ανάπτυξη επιστημονικών κλάδων μέσα στην περιοχή των φυσικών επιστημών. Για τη βιοχημεία, ζωολογία, βιοφυσική, την κυβερνητική και πληροφοριολογία αποτελεί η ψυχολογία βάση καλύτερης ερμηνείας των φαινομένων που ανήκουν στον κύκλο της καθεμιά από αυτές.

Πολύτιμη είναι η συμβολή της ψυχολογίας για την παιδαγωγική. Αν ο παιδαγωγός δε γνωρίζει την ψυχή των παιδιών, δεν μπορεί να ασκήσει το έργο του. Υπάρχει μάλιστα και κλάδος παιδαγωγικής ψυχολογίας. Αλλά και την πρόοδο της ιατρικής διευκολύνει. Ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική δε νοούνται χωρίς την ψυχολογία. Τις κοινωνικές επιστήμες βοηθάει επίσης. Άλλωστε υπάρχει και κλάδος κοινωνικής ψυχολογίας, που διερευνά τη συμπεριφορά του ατόμου μέσα σ' ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο σύνολο ανθρώπων.

Αλλά και τον ιστορικό και το γλωσσολόγο, ως ψυχολογία της γλώσσας, και τον οικονομολόγο και το λαογράφο βοηθάει η ψυχολογία, γιατί τους οδηγεί σε μια βαθύτερη κατανόηση και ερμηνεία των φαινομένων. Τέλος η "εισβολή" της ψυχολογίας στη βιομηχανία και τον στρατό, στο νομικό χώρο, ως ψυχολογία του δικαίου, δικαστική και εγκληματιών ψυχολογία δίνουν το μέτρο της σπουδαιότητάς της και ως θεωρητικής και ως εφαρμοσμένης, πρακτικής επιστήμης. Έστω και αν η ψυχολογία είχε μοναδικό έργο ν' ασκεί ψυχική υγιεινή ή να βοηθάει στην επιλογή των κατάλληλων ατόμων για την κατάλληλη θέση, ή να προσανατολίζει επαγγελματικά τον άνθρωπο (αφού, τι πιο τραγικό από το να μη μάθει ποτέ κανείς για ποιο επάγγελμα ήταν πλασμένος;), θα επιτελούσε πράγματι μεγαλειώδες όσο και δύσκολο έργο.

Κλάδοι Ψυχολογίας

ΙΙ. ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Η μεγάλη ανάπτυξη της ψυχολογίας κατά τα τελευταία έτη οδήγησε στη δημιουργία πολλών κλάδων εξειδίκευσης. Οι σπουδαιότεροι είναι οι εξής:


1. Η ψυχολογία των φυτών.

Ο Αριστοτέλης ομιλεί ήδη για ψυχικό βίο των φυτών και διασώζει τη γνώμη του Αναξαγόρα, του Δημόκριτου και του Εμπεδοκλή, που πίστευαν ότι "τα φυτά έχουν νου και γνώση". Αν γνώρισμα της ψυχής είναι η κίνηση, η μεταβολή, η ανάπτυξη, η ωρίμανση, τότε κάποια αισθητική ψυχική ζωή ατελής είναι δυνατό να αποδοθεί και στα φυτά. Σε μερικά από αυτά η απαλή μουσική συντελεί στο ν' απλώνουν τα φύλλα τους! Το ηλιοτρόπιο παρακολουθεί την κίνηση του ήλιου!

2. Η Ψυχολογία των ζώων.

Κανένας δεν αμφισβητεί σήμερα την ψυχική ζωή των ζώων: τα "συναισθήματά" τους, τις έμφυτες τάσεις τους, τις "γνώσεις" τους. Αισθάνονται, αντιλαμβάνονται, έχουν μνήμη, νοούν. Ακόμη και η γλώσσα και η επικοινωνία είναι πολύ αναπτυγμένη σε μερικά είδη ζώων. Παράδειγμα οι μέλισσες. Ακόμη τα ζώα γνωρίζουν. Μόνο που δεν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν! Δεν έχουν επίγνωση, συνείδηση ότι γνωρίζουν και κυριαρχούνται από τα ένστικτα. Η ψυχολογία των ζώων σήμερα με τρόπο αυστηρά επιστημονικό προχωρεί στην εξίχνευση της ψυχικής τους ζωής και προσπαθεί να βρει ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο. Ήδη ο Πλωτίνος (204-269 μ.Χ.) έγραψε μια εργασία που έχει τίτλο: "τι το ζώον και τι ο άνθρωπος"! Δείγμα, τέλος, της μεγάλης προόδου, που γνωρίζει σήμερα η ψυχολογία των ζώων είναι ότι η βιονειρική, ένας κλάδος της ψυχολογίας του Ασυνειδήτου, απέδειξε ότι τα ζώα ονειρεύονται!.



3. Η ψυχολογία του ανθρώπου.


Κυρίως όμως η ψυχολογία ασχολείται με την ψυχική ζωή των ανθρώπων. Ο ψυχικός βίος του ανθρώπου είναι συνήθως κανονικός, ομαλός, ισορροπημένος ή μη κανονικός, ανώμαλος και ανισόρροπος. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση εμφανίζονται διαταραχές και ασθένειες ψυχικές. Έτσι ψυχολογία του κανονικού ψυχικού βίου ονομάζεται εκείνη, που σαν αποστολή της έχει να μελετήσει φαινόμενα ομαλής ψυχικής εξέλιξης, ενώ η ψυχολογία του ανώμαλου ψυχικού βίου ερευνά τις εκτροπές από την κανονική ψυχική ανάπτυξη και ανιχνεύει τα αίτια της εσωτερικής διαταραχής με σκοπό τη θεραπεία.

Πέρα από αυτά η ψυχολογία του ανθρώπου μπορεί να μελετά τις ψυχικές εκδηλώσεις του ανθρώπου ως ατόμου είτε ως μέλους κάποιας κοινωνικής ή εθνικής ομάδας. Κλάδοι της ψυχολογίας του ανθρώπου ως ατόμου είναι:

Η Γενική ψυχολογία, η οποία εξετάζει εκείνες τις εκδηλώσεις του ατόμου, που είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους, όπως τα συναισθήματα, τη βούληση, τη διανόηση. Η ψυχολογία αυτή αποτελεί τη βάση για κάθε άλλο κλάδο.


Η Ειδική ή Εξελικτική ψυχολογία, η οποία παρακολουθεί την εξέλιξη, την πορεία της ψυχικής ζωής του ανθρώπου από τη γέννηση ως το θάνατό του. Η ανθρώπινη ψυχή, δηλ. οι δυνάμεις της δεν είναι έτοιμες, ώριμες, αποτελεσμένες, αλλά συνεχώς ωριμάζουν, αναπτύσσονται, κινούνται δυναμικά προς ένα σημείο ανθρώπινης πλήρωσης, τελείωσης. Αυτή τη δυναμική, διαλεκτική εξέλιξη και εξελικτική διαδικασία ερευνά η εξελικτική ή ειδική ψυχολογία. Πολλοί ειδικοί την χαρακτηρίζουν ως ψυχολογία της προσωπικότητας.


Οι επιμέρους κλάδοι της είναι:


  • η ψυχολογία του παιδιού,
  • η ψυχολογία του εφήβου,


  • η ψυχολογία του ώριμου και
  • η ψυχολογία της γεροντικής ηλικίας,


Η Ψυχολογία των Ατομικών διαφορών ή η Διαφορική ψυχολογία είναι ο τρίτος κλάδος της Ψυχολογίας του ανθρώπου ως ατόμου. Μελετά, αντίθετα προς τη γενική ψυχολογία, τις ψυχικές διαφορές ανάμεσα στα άτομα, τα κατατάσσει σε κατηγορίες, τύπους, ομάδες και επιχειρεί να βρει και να υπογραμμίσει τις διαφορές ανάμεσα στα φύλα και τις φυλές.



Η ψυχολογία του ανθρώπου ως ατόμου συμπληρώνεται από εκείνη της ομάδας.

Η ψυχολογία αυτή διακρίνεται:


  • σε Εθνολογική Ψυχολογία,
  • Κοινωνική,
  • Ψυχολογία επαγγελμάτων και
  • Ψυχολογία της μάζας.

Ένας ακόμη κλάδος της ψυχολογίας του ανθρώπου είναι η ψυχολογία του βάθους, η οποία ερευνά όχι ψυχικά φαινόμενα συνειδητά, αλλά μη συνειδητά, αποκλεισμένα από τη συνείδηση και τη βούληση γεγονότα και κίνητρα τέτοια, που, καθώς δρουν και ζητούν δρόμους να εκδηλωθούν, καθορίζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Η ψυχολογία του βάθους είναι τρόπος, μέθοδος διάγνωσης της ψυχικής ζωής και θεραπείας των ψυχικών διαταραχών με την ψυχανάλυση. Η παραψυχολογία, τέλος, ανήκει στην ψυχολογία του ανθρώπου.


Η Παραψυχολογία ή Μεταψυχική

Ασχολείται με ψυχικά φαινόμενα που παρατηρούνται στον άνθρωπο. Όμως τα φαινόμενα αυτά δεν είναι συνήθη και τα εμφανίζουν μερικοί κατά εξαίρεση. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν έντονη προαίσθηση και πρόγνωση. Ο Σωκράτης ομολογούσε ότι άκουε την αποτρεπτική "φωνή του δαιμονίου", παρουσίαζε δηλ. μια σπάνια μαντική, ψυχική εκδήλωση άγνωστη στους πολλούς. Τα ιερά πρόσωπα των μαντείων διέθεταν υπερφυσικές δυνάμεις. Ακόμη και ο Αριστοτέλης παίρνει θετική θέση απέναντι στο "μαντεύεσθαι". Περίφημα και σεβαστά ήταν τα μαντεία στους αρχαίους. Με την εμφάνιση του χριστιανισμού η πίστη στο μυστήριο και στο θαύμα συνεχίζεται. Οι θεραπείες προσκυνητών ήταν κάτι πολύ διαδομένο.

Η παραψυχολογία μελετά αυτές τις ασυνήθιστες ψυχικές εκδηλώσεις, αλλά έως τώρα δεν κατόρθωσε να δώσει πλήρη επιστημονική ερμηνεία γι' αυτές. Μερικά τέτοια φαινόμενα παραψυχικά ή μεταψυχικά είναι: ΕΗ μεταβίβαση σκέψης, η τηλεγνωσία, η τηλεπάθεια, ο υπνωτισμός, η νοομαντεία, η βασκανία ως μορφή τηλεπάθειας, η ακαΐα, η ραβδοσκοπία, η τηλεκινησία, η πυροβασία, η υποβολή, ο πνευματισμός, η επικοινωνία με τους νεκρούς κ.ά. Η παραψυχολογία αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό, καθώς μάλιστα γίνεται προσπάθεια οι "μαντικές" ή "υπερφυσικές" ψυχικές δυνάμεις ορισμένων ατόμων να χρησιμοποιηθούν στον τομέα της πολιτικής.

4. Η Συγκριτική Ψυχολογία.

Το έργο της είναι να συγκρίνει τα πορίσματα της ψυχολογίας του ανθρώπου με εκείνα της ψυχολογίας των ζώων, με σκοπό να διαπιστωθούν οι ποσοτικές και ποιοτικές, διαφορές ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχική ζωή και εκείνη του ζώου. Η συνείδηση σαν η ύψιστη γνωστική δύναμη, η οποία διαποτίζει όλες τις άλλες είναι το οριακό σημείο που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο: Ο Λόγος, ο Νους ή το Πνεύμα είναι φως αποκλειστικά ανθρώπινο.

ΙΙΙ. ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Κάθε επιστήμη για να φέρει σε πέρας το έργο της, χρειάζεται ορισμένες μεθόδους. Μέθοδος είναι ο δρόμος που ανοίγει ή ακολουθεί ο ερευνητής, για να φτάσει στην αλήθεια εκείνου που ζητεί. Είναι ο τρόπος, η τεχνική έρευνας.

Η ψυχολογία, για να ερμηνεύσει τα ψυχικά φαινόμενα, χρησιμοποιεί και κύριες και βοηθητικές μεθόδους, πέρα βέβαια από τις μεθόδους των θεωρητικών επιστημών: την ανάλυση και σύνθεση, την επαγωγή και παραγωγή, την αναλογία και αναγωγή, την ιστορική-γενετική ή συλλογιστική μέθοδο. Οι κύριες μέθοδοι είναι: η παρατήρηση, το πείραμα, η ερμηνεία της έκφρασης, τα κριτήρια και η συνέντευξη. Οι βοηθητικές μέθοδοι είναι: η μέτρηση και η στατιστική.

1. Η παρατήρηση.

Είναι η προσεκτική εξέταση και ακριβής αντίληψη ενός φαινομένου. Στηρίζεται στην ικανότητα που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο - όχι βέβαια στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση - να παρατηρεί, δηλ. στην παρατηρητικότητα. Η παρατήρηση λειτουργεί σαν αυτοπαρατηρησία ή ενδοσκόπηση, όταν το παρατηρούμενο ψυχικό γεγονός συμβαίνει στην ίδια την ψυχή εκείνου που παρατηρεί, ή σαν ετεροπαρατηρησία ή εκτοσκόπηση, όταν γίνεται στην ψυχή κάποιου άλλου. Όμως και όταν ασκεί κανείς ετεροπαρατηρησία, όταν δηλ. παρατηρεί τις εκδηλώσεις κάποιου άλλου προσώπου, προβαίνει σε μια ψυχική μετάθεση, σε μια ενσυναίσθηση ή εμβίωση της ψυχικής κατάστασης του άλλου, σε μια ψυχική ταύτιση. Προϋπόθεση, επομένως, για να γνωρίσει τον άλλο και την ψυχική του κατάσταση είναι η γνώση, η βιωματική εμπειρία της προσωπικής του εσωτερικής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοπαρατηρησία αποτελεί τη θεμελιώδη και αναντικατάστατη μέθοδο έρευνας των ψυχικών φαινομένων, παρά τις επιφυλάξεις ως προς την αντικειμενικότητά της, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ο άνθρωπος είναι συναισθηματικά φορτισμένος, ταραγμένος, συγκινημένος ή απογοητευμένος.

2. Το πείραμα.

Είναι η μέθοδος, με την οποία σκόπιμα και κάτω από τεχνητούς ή και φυσικούς όρους προκαλείται ένα ψυχικό φαινόμενο. Το φαινόμενο αυτό είναι δυνατό να επαναληφθεί κάτω από τους ίδιους όρους, προκειμένου να μελετηθεί και να ερευνηθεί καλύτερα. Ένα πείραμα γίνεται κυρίως με όργανα και χωρίς όργανα. Όργανα ψυχολογικού πειράματος είναι τα αισθησιόμετρα, οι θερμογνώμονες, τα οσφρησιόμετρα, τα αλγησιόμετρα κ.α. Πειράματα διεξάγονται και με τα κριτήρια (tests). Η χρήση όμως των κριτηρίων διαδόθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρούνται αυτά ιδιαίτερη και ανεξάρτητη μέθοδος. Βέβαια τόσο στο πείραμα, όσο και σε όλες τις μεθόδους η παρατήρηση ασκεί αποφασιστικό ρόλο. Ασφαλώς ο ψυχολόγος πρέπει να γνωρίζει ότι οι ψυχικές δυνάμεις και λειτουργίες είναι ποιότητες και δύσκολα μετατρέπονται σε ποσότητες, καθώς μάλιστα ο εσωτερικός, ψυχικός βίος είναι ασταμάτητη ροή και κίνηση.

3. Η ερμηνεία της έκφρασης.

Η μέθοδος αυτή δημιουργεί μια φυσική προσπέλαση στην ψυχή του ανθρώπου. Ο ερευνητής παρακολουθεί, αξιολογεί και ερμηνεύει την έκφρασή του. Έκφραση είναι οι φυσιογνωμικές κινήσεις: μορφασμοί, χειρονομίες, ομιλία, οι ψυχογνωστικές εκδηλώσεις: τρόπος βάδισης, κίνηση του σώματος, ενέργειες και πράξεις, οι γραφολογικές επιδόσεις: ιχνογραφήματα, ζωγραφική, τρόπος και είδος γραφής, αυτοβιογραφικά σημειώματα, ημερολόγια, επιστολές, ποιήματα και διηγήματα. Με μια λέξη η μέθοδος αυτή μελετά όλους τους τρόπους, με τους οποίους εκφράζεται η ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας της ψυχής και φανερώνεται η εξελικτική βαθμίδα, όπου το άτομο βρίσκεται. Ας σημειωθεί ότι από τη μελέτη της γραφής ειδικά η χαρακτηρολογία είναι δυνατό να φθάσει στα ψυχικά αποτυπώματα του ανθρώπου και να προσδιορίσει με ακρίβεια σε ποιον ανήκει ένα κείμενο ή μια υπογραφή.

4. Τα κριτήρια (tests).

Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιεί έτοιμα, τυποποιημένα ερωτηματολόγια και βαθμολογεί τις απαντήσεις που δίνονται. Τα κριτήρια είναι σύνθετα και απλά. Με τα σύνθετα ερευνώνται πολλές πλευρές της ανθρώπινης προσωπικότητας, π.χ. η ευαισθησία και η βούληση, η συναισθηματική και γνωστική κατάσταση, τ' απλά κριτήρια μελετούν ένα γνώρισμα ή μια ιδιότητα του ανθρώπου, π.χ. την αξιοπιστία ή την αφοσίωση. Ειδικά η εξέταση του χαρακτήρα του ανθρώπου γίνεται με τα λεγόμενα κριτήρια εκδίπλωσης, ενώ για τη μέτρηση της ευφυΐας καταρτίστηκαν οι κλίμακες νοημοσύνης. Με τα ερωτηματολόγια αξιολογούνται επίσης η αντίληψη, η αισθησιοκινητικότητα, η γλωσσική ικανότητα, η κοινωνικότητα, η προσοχή, η μνήμη, τα ενδιαφέροντα και γενικά όλες οι πτυχές του ψυχικού βίου. Βέβαια ο βαθμός πιστότητας εξαρτάται από τη δεξιοτεχνία και την επιστημονική συγκρότηση του ερευνητή, αλλά κυρίως από την ειλικρίνεια, με την οποία θ' απαντήσουν οι εξεταζόμενοι. Ας σημειωθεί ακόμη ότι χρειάζεται μεγάλη επιφυλακτικότητα ως προς τ' αποτελέσματα των κριτηρίων. Δεν είναι σπάνιο το γεγονός η εφαρμογή των αυτών κλιμάκων να δώσει "πηλίκα νοημοσύνης" εντελώς διάφορα.

5. Η συνέντευξη.

Είναι ο διάλογος, η συζήτηση, η προγραμματισμένη ή μη συνάντηση δύο ή περισσότερων ατόμων μέσα σε μια ατμόσφαιρα ελεύθερη και ευχάριστη, ώστε η επικοινωνία να γίνεται "επί ίσοις όροις". Με τη συνομιλία επιδιώκεται η ανίχνευση των ψυχικών γεγονότων. Σήμερα ακμάζει σαν ιδιαίτερος κλάδος η "Ψυχολογία του διαλόγου" (Gesprachspsychologie). Η συνέντευξη ως μέθοδος έρευνας προϋποθέτει από την πλευρά του ψυχολόγου γυμνασμένο στοχασμό, λεπτή ικανότητα ενδοσκόπησης και εκτοσκόπησης, βαθιά αυτοσυνειδησία, ποικίλες εσωτερικές εμπειρίες, πλούσια εσωτερική ζωή. Το έργο του διαλεκτικού είναι λεπτό, γιατί, χωρίς να "συντρίψει" την αντίληψη του συνομιλητή, πρέπει να προσφέρει απόψεις γόνιμες και συγχρόνως να διαγνώσει την ψυχική κατάστασή του.

Ειδικότερα η συνέντευξη χρειάζεται:


  • Κατανόηση και επιείκεια: είναι ύψιστες "παιδευτικές πράξεις".
  • Υπομονή, νηφαλιότητα και ψυχική μετάθεση: Όροι αναγκαίοι για την επιτυχή συνέντευξη.
  • Ευλύγιστη στάση και αντικειμενικότητα: η προσέγγιση θα γίνει προς την πλευρά του συνομιλητή και η αξιολόγηση θα είναι απαλλαγμένη από συναισθηματικές καταστάσεις.

Είναι, επιπλέον, μέσα στην τεχνική της συνέντευξης η οικοδόμηση φιλικών σχέσεων, ο ήπιος τόνος, η ευχάριστη υποδοχή του συνομιλητή μέσα σ' ένα φιλόξενο διαρρυθμισμένο χώρο, η συνέπεια στην τήρηση του χρόνου συνάντησης, οι εύστοχες παρεμβάσεις, οι κατάλληλες, απλές και σαφείς ερωτήσεις, η διακριτικότητα στη μεταχείριση του άλλου, η προσοχή στην καταγραφή τυχόν παρατηρήσεων, ώστε να μη διακόπτεται ο ειρμός των σκέψεων και γενικά ο ευγενικός τρόπος συνεννόησης και κατανόησης.


Τα είδη συνέντευξης προσδιορίζονται από το σκοπό, για τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Η ιερά εξομολόγηση π.χ. αποτελεί μορφή συνέντευξης.

Τα κυριότερα είδη είναι:


  • Η συνέντευξη ψυχοθεραπείας, η ψυχανάλυση. Φιλοδοξεί να ξαναδώσει στον άνθρωπο τη γαλήνη της ψυχής και την αισιοδοξία της ζωής. Γι' αυτό με ερωτήσεις-ερεθισμούς βοηθείται ο πάσχων να θυμηθεί και να εννοήσει τις αφορμές του ψυχικού του πόνου, τους εσωτερικούς ταραξίες, τα μέχρι τότε ασυνείδητα κίνητρα και έτσι να λυτρωθεί.
  • Η συνέντευξη επιλογής των κατάλληλων προσώπων για την επάνδρωση ειδικών θέσεων "καίριων" ή για την κατάληψη άλλων επιζητεί να ζυγίσει με ακρίβεια τις σωματικές δεξιότητες και κυρίως τις ψυχικές ικανότητες του ανθρώπου.
  • Η συνέντευξη προσανατολισμού αποβλέπει στην κατεύθυνση και βοήθεια του ανθρώπου, ώστε το άτομο ν' ακολουθήσει το επάγγελμα που ανταποκρίνεται στην κλίση και τα ενδιαφέροντά του. Διαφορετικά η απόδοσή του θα είναι χαμηλή και η προσωπικότητά του θα μείνει ανολοκλήρωτη. Είναι αληθινή δυστυχία να εκλέγει κάποιος το επάγγελμά του από άγνοια, από πίεση των εξωτερικών αναγκών, από εμπνεύσεις της στιγμής ή με υπόδειξη των γονέων και των φίλων του.
  • Η συνέντευξη σφυγμομέτρησης, με την οποία εξακριβώνεται η βούληση της κοινής γνώμης. Η επιτυχία της εξαρτάται από το φάσμα των ερωτώμενων, που θα διαλάβει. Οι ερωτήσεις δηλ. πρέπει ν' απευθύνονται σε πολλά άτομα με διάφορη ηλικία, καταγωγή, πνευματικό επίπεδο νοοτροπία, μόρφωση, ιδεολογία, οικονομική κατάσταση, αντιλήψεις. Εκτός από τα κύρια είδη συνέντευξης υπάρχουν και εκείνες που γίνονται μέσα σε ειδικότερους χώρους εργασίας και αφορούν σε προαγωγές, μεταθέσεις, προσλήψεις, απολύσεις, παραιτήσεις και άδειες. Τέλος υπάρχουν τύποι- έντυπα συνέντευξης, που καταρτίστηκαν σε διάφορες χώρες.

Στις παραπάνω πέντε κύριες μεθόδους προστέθηκαν τελευταία οι κλινικές μέθοδοι.


Στις βοηθητικές ή δευτερεύουσες ανήκουν η μέτρηση και η στατιστική.


  • Η μέτρηση είναι καθαρά ποσοτική μέθοδος, δανεισμένη από το μαθηματικό χώρο.
  • Η στατιστική ανήκει στην ίδια κατηγορία με τη μέτρηση, σκοπεύει στην εξαγωγή των μέσων όρων και οπωσδήποτε βοηθάει το έργο της ψυχολογίας.

IV. Τα θεμέλια του κοινού ψυχικού βίου


Οι άνθρωποι δε διαφέρουν μεταξύ τους μόνο, αλλά και μοιάζουν, δηλ. έχουν κοινές ψυχικές εκδηλώσεις: "Κάθε άνθρωπος από μια ορισμένη σκοπιά είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι, όπως μερικοί άνθρωποι και όπως κανένας άλλος άνθρωπος". Οι κοινές ψυχικές εκδηλώσεις πηγάζουν από ένα κοινό εσωτερικό υπόστρωμα και καλλιεργούνται από όμοιες ή παρόμοιες επιδράσεις του φυσικού, κοινωνικού, πνευματικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Οι κοινές αυτές ψυχικές εκδηλώσεις έχουν η καθεμιά ή και πολλές μαζί ένα ιδιαίτερο χρώμα. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στον Πλάτωνα ήδη (427-347 π.Χ.) να διαιρέσει τις ψυχικές δυνάμεις σε τρεις κατηγορίες:


  • Θυμοειδές, δηλ. συναισθηματικό μέρος της ψυχής.
  • Επιθυμητικόν δηλ. βουλητικό μέρος της ψυχής.
  • Λογιστικόν δηλ. διανοητικό ή γνωστικό μέρος της ψυχής.

Η διαίρεση αυτή εξακολουθεί να ισχύει έως σήμερα. Η ψυχή βέβαια είναι αδιαίρετη και ενιαία και ακατάτμητη. Σε κάθε πράξη, θέληση, γνώση ή συναίσθημα όλη η ψυχή (Συναισθηματικό - Βουλητικό - Γνωστικό) είναι παρούσα. Απλώς κυριαρχεί μία ψυχική δύναμη και ακολουθούν οι άλλες ως βοηθητικές. Η συμμετοχή μας π.χ. στον πόνο του συνανθρώπου μας ξυπνά εντονότερο το συναισθηματικό μέρος της ψυχής που, μαζί με το βουλητικό και γνωστικό, καθορίζει τη συμπεριφορά μας και ιεραρχεί τα συναισθήματά μας και τις σκέψεις μας. Από τα συναισθήματα προηγείται το συναίσθημα της λύπης, που εκδηλώνεται επίσης κατά διάφορους τρόπους ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής.


Και οι τρεις αυτές δυνάμεις έχουν τις ρίζες τους σ' ένα βαθύτερο ακόμη στρώμα. Είναι το στρώμα των ορμών, των εσωτερικών παρωθήσεων, των ψυχικών επιταγών, των θεμελιακών αναγκών, που μας παρορμούν για δράση, για ενδιαφέρον, για συμπάθεια και αλληλεγγύη, για φαγητό, ποτό, ύπνο, ανάπαυση ή για μάθηση, καλλιέργεια, εκπλήρωση των επιθυμιών μας, των ορέξεων οι οποίες διασφαλίζουν τη ζωή μας. Είναι το Ορεκτικόν όπως ονόμασε τα θεμέλια του ψυχικού μας βίου ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης (384-324 π.Χ.).

Το Ορεκτικόν

Η ορμή, η "όρεξις" είναι στροφή της ψυχής προς κάτι, είναι λόγος προστακτικός για κάτι. Το πλήθος των ορμών είναι αδύνατο να προσδιοριστεί και η ποικιλία της υφής της. Ο γνωστός ψυχολόγος L. Bernard συγκέντρωσε τις αναφερόμενες σε διάφορους συγγραφείς ορμές και τις απαρίθμησε σε 5684! Γνώρισμα κοινό των ορμών είναι ο δυναμισμός, η σκοπιμότητα, η τάση για ικανοποίηση.

Σε αρχικό στάδιο οι ορμές αυτές είναι:


  • Ακούσιες κινήσεις, που υπαγορεύονται όχι από εξωτερικούς ερεθισμούς, αλλά από εσωτερικά κίνητρα και οργανικές ανάγκες. Οι ακούσιες κινήσεις (όπως η τάση του βρέφους να κλείνει το κεφάλι προς τα εμπρός, τα χέρια και τα πόδια και να θέλει να πάρει τη στάση που είχε πριν γεννηθεί) είναι συνέχεια των ωστικών κινήσεων του εμβρύου και διοχετεύουν την περισσεύουσα ενέργεια του οργανισμού κι έτσι αναπτύσσουν τον άνθρωπο,
  • Ανακλαστικές κινήσεις, που, όπως και οι ακούσιες ή ακαθόριστες, γίνονται χωρίς συμμετοχή της βούλησης και είναι αυτόματες αντιδράσεις σ' εξωτερικούς ερεθισμούς. Αποτελούν φρουρούς του οργανισμού και τον προφυλάσσουν από κάθε βλαβερό ή επικίνδυνο ερεθισμό. Το κλείσιμο των βλεφάρων, το γέλιο από το γαργαλισμό, το χασμουρητό, το φτάρνισμα είναι αντανακλαστικές κινήσεις,
  • Ενστικτώδεις κινήσεις, που είναι πιο σύνθετες και γίνονται χωρίς επίγνωση. Πρόκειται για ασυνείδητη και αυτόματη λειτουργία του ενστίκτου που προκαλείται και από εσωτερικά και εξωτερικά αίτια. Στα ζώα είναι υπεραναπτυγμένες, ενώ στον άνθρωπο υποχωρούν καθώς αρχίζει να λειτουργεί η συνείδηση,
  • Οι ορμέμφυτες κινήσεις, που τελούνται και αυτές χωρίς τη σύμπραξη της βούλησης και μ' εξωτερική επίδραση κατάλληλη μετατρέπονται σε σωματικές δεξιότητες και πνευματικές ικανότητες, δηλ. σε ιδιότητες. Εδώ κατατάσσονται και οι φυσιογνωμικές ή μιμητικές κινήσεις, χωρίς ο σκοπός τους να είναι προσδιορίσιμος, και
  • Οι εκούσιες κινήσεις, στις οποίες υπάρχει και σκοπός και σκέψη και βούληση. Είναι αυτόνομες και γίνονται περνώντας από δύο στάδια: της έντασης και της πλήρωσης, δηλ. της ικανοποίησης. Επιθυμία, ως αναμονή του ευχάριστου και αποφυγή του δυσάρεστου, που συνεχώς ικανοποιείται, γίνεται έξη. Η έξη δημιουργεί κλίση, η ισχυρή κλίση αποβαίνει ροπή και αυτή καλλιεργούμενη καταντά πόθος. Δυνατός και έμμονος πόθος γίνεται πάθος, γόνιμο κατά τη θετική του όψη και νόσημα κατά την αρνητική του πλευρά, που μάλιστα μπορεί ν' αναστείλει τη βούληση και να κάμει τον άνθρωπο άβουλο βόσκημα.

Ανάλογα με τα γνωρίσματα και τις αισθήσεις, που τις υπηρετούν οι ορμές, κατατάσσονται σε τρεις ομάδες: των βιολογικών, κοινωνικών και πνευματικών ορμών:


α. Οι βιολογικές ορμές.

Είναι οι πιο αρχέγονες σωματικές - οργανικές ορμές και συναντώνται και στα ζώα. Σε αυτές υπάγονται η ορμή προς εξασφάλιση και πλήρωση των υλικών αναγκών, όπως είναι η τροφή, το ποτό, η κίνηση η ανάπαυση, η κατοικία, ο ύπνος, η απόλαυση, η γενετήσια ορμή, η ορμή της μητρότητας, η ορμή της αποφυγής κινδύνων, όπως η αποστροφή και η αηδία για πρόσωπα, πράγματα, ιδέες και, τέλος, η ορμή της άμυνας για τη διαιώνιση και διατήρηση του είδους.

β. Οι κοινωνικές ορμές.

Υπηρετούν περισσότερο την ομαδική ζωή και οικοδομούν τον πολιτισμό. Μερικές από αυτές είναι καθαρά ανθρώπινες, ενώ μερικές άλλες τις βρίσκουμε και στα ζώα. Από τις κοινωνικές ορμές οι κυριότερες είναι: η ορμή για αναστροφή, η ορμή για έκφραση και ανακοίνωση, η ορμή για μίμηση, η ορμή για ενέργεια και δράση, η ορμή της συμπάθειας, η ορμή για αναγνώριση της αξίας, για απόκτηση δύναμης και επιβολή, η ορμή για υπακοή και αφοσίωση, η ορμή για απόκτηση και κατάκτηση. Ας σημειωθεί ότι κάθε ορμή έχει και τις θετικές και τις αρνητικές της όψεις.

γ. Οι πνευματικές ορμές.

Είναι εκείνες που φανερώνουν την ουσία της ανθρώπινης ψυχής. Γνώρισμά της είναι η συνειδητή δημιουργία. Χωρίς αυτές δε θα υπήρχε πνευματικός πολιτισμός, ο άνθρωπος δε θα δημιουργούσε ιστορία και δε θα είχε ιστορικότητα. Γι' αυτό και αξιολογικά τις ονομάζουν ύψιστες και ανώτερες, αν και όλα τα είδη των ορμών είναι το ίδιο πολύτιμα. Οι κυριότερες από αυτές είναι: η ορμή για γνώση, για ζήτηση, για μάθηση, για έρευνα: η όρεξις του ειδέναι σύμφωνα με την άποψη του Αριστοτέλη, η ορμή της αιδούς (εντροπής) και της δίκης (δικαιοσύνης), η καλλιτεχνική ή αισθητική ορμή, η θρησκευτική ή μεταφυσική ορμή, για την οποία ο Schopenhauer έγραψε: "Η μεταφυσική δίψα δεν είναι εξολοθρεύσιμη". Όλες αυτές εμφανίζουν την πνευματικότητα του ανθρώπου, που είναι ένα αγεφύρωτο ρήγμα ανάμεσα στο φυσιολογικό - φυσικό και το ψυχοπνευματικό επίπεδο της ανθρώπινης ζωής.

Συμπερασματικά οι ορμές: βιολογικές - κοινωνικές - πνευματικές είναι τα θεμέλια του ψυχικού βίου, είναι το έδαφος, επάνω στο οποίο βλασταίνουν οι τρεις δυνάμεις της ψυχής: Το Συναισθηματικό, το Βουλητικό και το Γνωστικό ή Διανοητικό, που αποτελούν επίσης κοινό ψυχικό βίο, σπουδαιότατο μάλιστα.

V. ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ

1. Έννοια του συναισθήματος.

Κάθε ορμή έχει ως σκοπό την ικανοποίησή της, την πλήρωσή της. Πολλές φορές εμποδίζεται η ικανοποίηση μιας οποιασδήποτε ορμής από εξωτερικές αιτίες ή εσωτερικούς παράγοντες. Όταν ικανοποιείται μια ορμή, το αποτέλεσμα είναι η ευχαρίστηση λόγω της ικανοποίησής της ή η δυσαρέσκεια και η στενοχώρια, όταν παρεμποδίζεται, λόγω ακριβώς της μη ικανοποίησής της.

Η ευάρεστη ή η δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που δημιουργείται από την ικανοποίηση ή μη ικανοποίηση μιας ορμής είναι το συναίσθημα. Το απέραντο πλήθος των ανθρώπινων συναισθημάτων ονομάζεται περιληπτικά Συναισθηματικό ή Συναισθάνεσθαι ή Θυμοειδές, όπως το βάφτισε πρώτος ο Πλάτωνας.

Η πηγή του συναισθήματος είναι εσωτερική. Όμως στην καλλιέργειά του και στο ξύπνημά του συντελεί η επίδραση της εξωτερικής πραγματικότητας. Τα συναισθήματα διακρίνονται μεταξύ τους κατά ποσόν και κατά ποιόν. Πολλές φορές συγχωνεύονται και γίνονται μεικτά συναισθήματα.

2. Είδη συναισθημάτων.

Αντίστοιχη προς τη διαίρεση των ορμών είναι και ο χωρισμός των συναισθημάτων. Τα βιολογικά ή οργανικά-σωματικά τα κοινωνικά και τα πνευματικά συναισθήματα αποτελούν τις τρεις κατηγορίες των συναισθημάτων. Συγκινήσεις και αψιθυμίες είναι η τέταρτη κατηγορία.


  • Οργανικά-σωματικά ή βιολογικά συναισθήματα. Αυτά γεννιούνται είτε από την ικανοποίηση στοιχειωδών οργανικών αναγκών ή από την κατάσταση, στην οποία βρίσκονται ορισμένα επιμέρους όργανα του σώματος: πείνα, δίψα, ηδονή, κορεσμός, γαργαλισμός, αηδία, εμετός, αποστροφή είναι μερικά από τα οργανικά συναισθήματα. Τα σωματικά αναφέρονται στη συνολική κατάσταση του σώματος: κόπωση, νωχέλεια, ατονία, δυσφορία, σφρίγος, ευεξία, αδυναμία, χαλάρωση είναι μερικά από τα κυριότερα σωματικά συναισθήματα.
  • Κοινωνικά συναισθήματα. Πηγή τους είναι οι κοινωνικές ορμές. Η ευχαρίστηση από την έκφραση της γνώμης, από τη συμβίωση, την ανακοίνωση εντυπώσεων ή από την επιτυχία στο επάγγελμα, η αγάπη για την πατρίδα, ο σύνδεσμος με τη γενέθλια γη ή η νοσταλγία γι' αυτή, η βαθιά και ιδιότυπη χαρά της επιστροφής ή η φονεύουσα κάποτε θλίψη του αποχωρισμού είναι μερικά από τα κοινωνικά συναισθήματα. Η χαρά της δημιουργίας και της δημιουργικής δράσης θεωρείται βαθύτατο συναίσθημα. Στα κοινωνικά επίσης συναισθήματα ανήκουν και: Τα συμπαθητικά ή αντιπαθητικά συναισθήματα. Η συμπάθεια, ο οίκτος, το συλλυπείσθαι, το συγχαίρειν - η συμμετοχή στη χαρά του άλλου ή στη λύπη του-, ο έρωτας ως έρωτας κεραυνοβόλος λογικευόμενος-ιππότης- πλατωνικός, πρέπει να υπαχθούν στα συμπαθητικά συναισθήματα. Αντιπαθητικά είναι η ζηλοτυπία, η αδιαφορία, η νέμεση, ο φθόνος, η χαιρεκακία, το μίσος. Η χαιρεκακία, το να επιχαίρουμε, όταν οι προσπάθειες του συνανθρώπου μας αστοχούν ή ναυαγούν, είναι ύψιστος ρύπος για την ανθρώπινη ύπαρξη.
  • Το αυτοσυναίσθημα είναι η επίγνωση, η συνείδηση ότι αξίζω ή ότι δεν αξίζω και συνδέεται με το συναίσθημα τιμής, το περίφημο φιλότιμο, που μπορεί να γίνει πηγή δημιουργικής ανύψωσης ή και τέλειας καταστροφής ανάλογα με το χειρισμό του ειδικότερα στην εφηβική ηλικία, οπότε είναι ιδιαίτερα οξύ και ακονισμένο. Έχει ως παραλλαγές την άμιλλα, τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, τον αυτοσεβαστό, την εκτίμηση, την αναγνώριση της υπεροχής, το θαυμασμό ή την αλαζονεία. Στα κοινωνικά συναισθήματα εντάσσονται η πειθώ, η υπακοή και τα αντίθετά τους, η δειλία και ο φόβος κατά τη συνομιλία και συναναστροφή με τους άλλους, όπως και η χειρότερη μορφή δειλίας από το κοινό: η αγοραφοβία.
  • Πνευματικά συναισθήματα. Θεωρούνται ως η ανώτερη βαθμίδα και σφαίρα συναισθημάτων, αν και η ιεράρχηση και αξιολόγηση αυτή δεν γίνεται ομόφωνα αποδεκτή, αφού κάθε κατηγορία συναισθηματικής ζωής έχει αυτόνομη αξία. Τα πνευματικά συναισθήματα χωρίζονται σε διανοητικά, ηθικά, καλολογικά ή καλαισθητικά και θρησκευτικά.
  • Τα διανοητικά συναισθήματα έχουν ως πηγή τη γνωστική ορμή και εκδηλώνονται σαν απορία, θαυμασμός, αμφιβολία, αδιαφορία και ενδιαφέρον, περιέργεια. Ακραία μορφή περιέργειας είναι το ωτακουστείν, το κρυφάκουσμα, ή το κρυπτοβλέπειν! Τα ηθικά συναισθήματα είναι το αποτέλεσμα των τρόπων πράξης, ενέργειας, από τους οποίους είναι δυνατό να προκύψει υπερηφάνεια ή ντροπή. Έλλειψη ηθικών συναισθημάτων σημαίνει την ύπαρξη μιας μορφής ηθικής παραφροσύνης, οπότε δεν υπάρχει τύψη, ευθύνη και συνείδηση ενοχής, αφού δεν υπάρχει ηθική επίγνωση και αντίληψη.
  • Τα καλολογικά συναισθήματα προκύπτουν από μια εσωτερική αίσθηση του καλού, δηλ. του ωραίου, της τάξης και ευταξίας, του ρυθμού, της αρμονίας. Τα χρώματα, οι ήχοι, τα σχήματα, όπου ανακαλύπτομε το χαριτωμένο, το υψηλό, το μεγαλοπρεπές, το κομψό, το σαφές - κρυστάλλινο - καθαρό - διαυγές, όλα αυτά γεννούν υπέροχη ευαρέστηση, ενώ το δραματικό φανερώνει με το τραγικό και κωμικό του στοιχείο τις φωτοσκιάσεις στον πίνακα της ζωής. Η αίσθηση του ωραίου ενώνει τον άνθρωπο με το Σύμπαν όπου ακούει τη γλυκιά αρμονία και μελωδία των ουράνιων σφαιρών: "Αποστολή του καλλιτέχνη είναι να φτερουγίζει ως τη θεότητα και να κομίζει τις ακτίνες της στις ψυχές των ανθρώπων", λέγει ο Μπετόβεν, που βίωσε τα λεπτότερα των συναισθημάτων.
  • Τα θρησκευτικά συναισθήματα εκπορεύονται από τη συνάντηση, την κοινωνία με το Θείο και αιώνιο, τη μετάληψη από αυτό. Αυτά βιώνονται ως γοητεία, θάμβος, ησυχασμός, ιλαρότητα, γαλήνη, αγιασμός, μυστήριο, έμπνευση, αποκάλυψη, λύτρωση και ένωση με το άπειρο. Είναι του Θεού. Προαπαιτούνται κάθαρση και πνευματική δρόσος και προσευχή, ρίγος και πολύφωνη ικεσία και ευγνωμονούσα παράκληση: "Στο βάθος δεν υπάρχουνε παρά μονάχα προσευχές και τίποτε που να μη δέεται δεν πλάσανε τα αγιασμένα χέρια", αναφωνεί ο Ρίλκε.

δ. Συγκινήσεις και αψιθυμίες. Οι συγκινήσεις είναι έντονα συναισθήματα, που εμφανίζονται κατά ζεύγη. Όταν οι συγκινήσεις είναι σφοδρότερες, ονομάζονται αψιθυμίες ή αψικαρδίες. Ο μεγάλος φιλόσοφος και ψυχολόγος W. Wundt (1832-1920) διέκρινε τρία ζεύγη συγκινήσεων: χαρά-λύπη, οργή- φόβο, αγάπη-αποστροφή. Η καθεμιά από αυτές έχει πολλές διαβαθμίσεις. Η πρώτη μορφή χαράς είναι η απλή ικανοποίηση, η οποία μπορεί να φθάσει έως τον ενθουσιασμό. Το ίδιο η προσδοκία, η ελπίδα, η έκπληξη είναι συγκινήσεις που προέρχονται από ευχάριστα συμβάντα. Η λύπη αρχίζει σαν ανησυχία, συνεχίζεται ως θλίψη, κατάπληξη, απογοήτευση για να γίνει οδύνη, στεναγμός, κοπετός. Αρχικά η οργή είναι δυσανασχέτηση, αλλά καταλήγει σ' επίθεση, ενώ ο φόβος εμφανίζεται σαν αναστάτωση και αφού περάσει από πολλές ενδιάμεσες βαθμίδες καταντά πανικός. Η αγάπη είναι πατρική, υλική, αδελφική, θρησκευτική, γνωστική με πολλές διαβαθμίσεις, γίνεται γνωριμία, έλξη για να μετατραπεί σε ακατανίκητο πόθο και πλήρη από τον άλλο εξάρτηση. Η αρχική αποστροφή διανύει τόση απόσταση, ώστε να φθάσει στη διάσταση, στην έχθρα και στο αβυσσαλέο μίσος.


Όταν εμφανίζονται μαζί και τα δύο μέλη των ζευγών έχομε τις αμφιθυμίες ή αμφικαρδίες. Με τρόπο μοναδικό στη Ζ ραψωδία (483-484 στ.) ο Όμηρος εμφανίζει την Ανδρομάχη να "γελά και συγχρόνως να δακρύζει" (δακρυόεν γελάσασα).

Οι συγκινήσεις και αψιθυμίες σώζουν ή σκοτώνουν κάποιες φορές: το προσκύνημα της πατρικής γης στοιχίζει κάποτε το θάνατο. Ο υπερβολικός φόβος "κόβει το αίμα", προκαλεί ταχυπαλμίες και συχνοουρία. Και όχι μόνο συχνοουρία! Αντίθετα η βαθιά πίστη μπορεί να οδηγήσει σε θεραπεία βαρύτατων ασθενειών και "να μετακινήσει όρη" αναπτύσσοντας σπάνιες ψυχικές δυνάμεις. Το θαύμα συνδέεται άμεσα, από ψυχολογική σκοπιά, με την κινητοποίηση κρυμμένων εσωτερικών δυνάμεων υπερφυσικών, οι οποίες υπερακοντίζουν με τ' αποτελέσματά τους κάθε λογική εξήγηση.

3. Το συναίσθημα και η άλλη ψυχική ζωή.

Η σύγχρονη ψυχολογία, χωρίς να υπερτονίζει τη σημασία του συναισθήματος, αναγνωρίζει τον αποφασιστικό του ρόλο για τη ζωή. Ο Γκαίτε (1749-1832) σημειώνει ότι "το συναίσθημα είναι το παν", είναι η γλώσσα της καρδιάς που οδηγεί στα αγιότερα βιώματα. Χωρίς βίωση η ψυχική ζωή ξηραίνεται και η καθημερινή πράξη γίνεται παγερά υπολογιστική. Το βάθος του συναισθήματος είναι απλησίαστο σε οποιαδήποτε επιστημονική έρευνα. Ιδιαίτερος είναι ο ρόλος του για την άρτια ψυχική ζωή και υγεία.

Βέβαια σε κάθε στιγμή της ύπαρξης μας, ακόμη και στις πλέον θυμικές - συναισθηματικές το συναίσθημα, που δίνει φτερά στο πνεύμα, δεν είναι μόνο, αλλά συνοδεύεται από τη βούληση και τη γνώση: το Βουλητικό και το Γνωστικό ή Διανοητικό μέρος της ψυχικής μας ζωής. Ο ψυχικός βίος είναι ενιαίος και αδιαίρετος.

VI. ΤΟ ΒΟΥΛΗΤΙΚΟ

1. Έννοια της βούλησης.

Όπως τα συναισθήματα, έτσι και η βούληση είναι έμφυτη σε κάθε άνθρωπο. Και όπως εκείνα αναπτύσσονται με την επίδραση του περιβάλλοντος, κατά τον ίδιο τρόπο η βούληση ασκείται και ισχυροποιείται. Η δύναμή της είναι αναγκαία, αφού σκοπός της είναι να κατευθύνει τις "επιδιώξεις" και να συντάσσει σε "κόσμο", δηλ. σε αρμονία, το χάος και το πλήθος των ορμών. Σε κάθε περίπτωση δράσης πρέπει να ικανοποιηθεί η ορμή που είναι επείγουσα και αναγκαία για την ύπαρξή μας να μεταβληθεί ένας σκοπός σε πράξη. Προϋπόθεση για κάθε συνειδητή πράξη είναι η εσωτερική συγκατάθεση και όχι μία προκαθορίζουσα τάση, όπως δέχονταν οι θεμελιωτές της νοητικής ψυχολογίας Ο. Κulpe (1862-1925) και Ν Αch (1871 -1946), γιατί παραμένει πάντοτε αποφασιστικός ο ρόλος του Εγώ μας.

Η εσωτερική ικανότητα, με την οποία ο άνθρωπος ελέγχει τα δεδομένα των ορμών, θέτει σκοπούς, τους αξιολογεί, βρίσκει τρόπους για την πραγματοποίηση τους, αποφασίζει και υλοποιεί ιεραρχικά τους σκοπούς που επέλεξε, είναι το βουλητικό. Το βουλητικό είναι περιληπτική ονομασία πολλών επιμέρους βουλητικών ενεργειών και σταδίων, γιατί η ενεργούσα βούληση ακολουθεί μια ορισμένη πορεία ως την κατάληξή της.

Η κατάληξη, το τέλος - και ως σκοπός - αυτής της πορείας είναι η πράξη. Όχι σπάνια η διαδρομή δεν ολοκληρώνεται, οπότε η απόφαση δε γίνεται πράξη, παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια ή επικρατούν νηφαλιότερες σκέψεις, που συνήθως είναι "σοφότερες", κάποτε επιδρούν αστάθμητοι παράγοντες και επιβάλλουν αναβολή ή ματαίωση κάποιας ενέργειάς μας.

2. Βουλητικά στάδια.

Η πορεία της βουλητικής ενέργειας καθορίζεται από τα ελατήρια της βούλησης, που είναι ψυχικά γεγονότα συνειδητά ή όχι. Στα έμφυτα ενορμήματα προσθέτονται και οι επιγενείς, επίκτητοι παράγοντες. Έτσι, προδιάθεση και έξη, συνήθεια διαμορφώνουν την εξέλιξη της βουλητικής πράξης. Τα στάδιά της είναι


  • Η κυριαρχία επάνω στις ορμές. Η αξιολόγηση και ιεράρχηση σε κάθε στιγμή των ορμών που τείνουν να ικανοποιηθούν ή πρέπει να "ησυχάσουν" χαρακτηρίζει το στάδιο τούτο.
  • Η σαφής αντίληψη του σκοπού. Εδώ κρίνονται οι εσωτερικές δυνάμεις, που θα πρωτοστατήσουν στην επιτέλεση του επιδιωκόμενου σκοπού. Γι' αυτό η γνώση του σκοπού είναι απαραίτητη.
  • Η εκλογή. Στο στάδιο αυτό επιλέγεται εκείνο το ψυχικό στοιχείο, που θα υπηρετήσει καλύτερα το σκοπό που προτιμήθηκε. Μια εξωτερική επίδραση ή "εντολή" ακολουθείται και από αντίστοιχη εσωτερική συγκατάθεση, συναίνεση.
  • Η απόφαση. Η εσωτερική αυτή επιδοκιμασία πρέπει να συνοδεύεται από νηφάλια σκέψη και συνείδηση, δηλ. επίγνωση, οπότε οδηγείται ο άνθρωπος σε σωστή και ψύχραιμη απόβαση.
  • Η ματαίωση. Τώρα ζυγοστατούνται οι συνέπειες από μια τυχόν πράξη και, αν αυτές δεν είναι συμφέρουσες, η απόφαση ματαιώνεται, δεν πραγματοποιείται.
  • Η εκτέλεση. Είναι το τελικό στάδιο της βουλητικής πορείας, στο οποίο η απόφαση γίνεται πράξη. Αναζητούνται ακόμη τα μέσα, δηλ. οι τρόποι εκτέλεσης της απόφασης, που αν δεν είναι πρόσφοροι, ματαιώνουν ή αναβάλλουν την εκτέλεση.

3. Γνωρίσματα της βούλησης.


Είναι βέβαια αυτονόητο ότι η συνθετική ικανότητα της ψυχής και ο αυτοματισμός της ενέργειας, που γεννιέται από την επανάληψη των διάφορων ενεργειών, κάνει περιττή ή μηδενίζει χρονικά αυτή την πορεία: το άτομο δεν "αργεί" τόσο στη λήψη αποφάσεων, αποφασίζει σχεδόν μηχανικά. Έτσι οικονομεί, δεν σπαταλά, πολύτιμες ψυχικές δυνάμεις, αφού μάλιστα πολλά προβλήματα είναι απλά, έτσι:


  • Ο αυτοματισμός της βούλησης είναι το πρώτο γνώρισμά της. Τον αυτοματισμό ενισχύει το στερεότυπο, η τυποποίηση προβλημάτων, επιλογών, αποφάσεων και πράξεων.
  • Η πρωτοβουλία και η ανάληψη της ευθύνης χαρακτηρίζουν τη θέληση που σωστά λειτουργεί.
  • Η ισχύς της βούλησης, η δύναμή της είναι ουσιαστικό γνώρισμα. Με αυτή παραμερίζονται οι ποικίλες δυσκολίες, οι οποίες όμως γυμνάζουν τη βούληση και την καθιστούν πεισματική. Το πείσμα δεν είναι πάντοτε δείγμα προσωπικότητας μη ολοκληρωμένης.
  • Η επιμονή και η διάρκεια, που συνοδεύεται από ένταση προσπάθειας κατά την πράξη, είναι θεμελιακό χαρακτηριστικό της βούλησης. Η επίτευξη υψηλών στόχων και η επιτέλεση μεγάλων έργων απαιτούν όχι μόνο στιγμιαία ισχύ, αλλά μονιμότερη και διαρκέστερη βουλητική δύναμη, γιατί η χαλάρωση οδηγεί συνήθως στη ματαίωση. Η ετοιμότητα της βούλησης κρατεί όλη την ψυχή σε εγρήγορση, ξύπνια και αθλεί το χαρακτήρα του ανθρώπου.
  • Η ταχύτητα απόφασης διακρίνει ιδιαίτερα τη βούληση και έχει σαν αποτέλεσμα πράξεις και λύσεις προβλημάτων. Ο δισταγμός, η υποχωρητικότητα η υπερβολική "σύνεση" προδίνουν αβουλία, ατολμία αποφυγή του προβλήματος, βουλητική δειλία και αναποφασιστικότητα.
  • Η συνέπεια της βούλησης είναι μια μόνιμη μορφή, σε όμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την οποία πράττομε, μόνιμη μορφή πράξης, η οποία φανερώνει το χαρακτήρα, τον εσώτατο πυρήνα της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος οδηγείται από αξίες και αρχές απαράβατες. Αντίθετα η βουλητική αστάθεια κάνει τον άνθρωπο ανακόλουθο και ασυνεπή και στο βάθος αστόχαστο, ανεύθυνο, ενστικτώδη, πρωτόγονο και αγεώργητο.

4. Η ελευθερία της βούλησης.


Ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα είναι εκείνο της ελευθερίας της βούλησης, δηλ. της ελευθερίας του ανθρώπου. Οι απαντήσεις στο πρόβλημα αυτό κυμαίνονται ανάμεσα σε δύο θέσεις: στην άποψη, η οποία ισχυρίζεται ότι όλα είναι προκαθορισμένα (determinismus), δηλ. υπάγονται στο φυσικό νόμο της αιτιώδους σχέσης, όλα είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας, και στη γνώμη ότι τίποτε δε γίνεται αιτιοκρατικά, κατ' ανάγκη, όλα είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού και ανελευθερίας (indeterminismus).

Σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού θα ήταν να διευκρινιστεί για ποια ελευθερία πρόκειται. Η εσωτερική ελευθερία και ανεξαρτησία είναι, υπάρχει, αλλά ως δυνατότητα, όχι ως πραγματικότητα: ο άνθρωπος μπορεί να πράξει έτσι ή αλλιώς. Άρα οφείλει. Εδώ έγκειται και η ευθύνη του. Αν απειλείται η ελευθερία του, μπορεί να την υπερασπίσει. Ανάμεσα σε πολλές δυνατότητες μπορεί να εκλέξει την καλύτερη. Ύστερα από ορισμένες πράξεις ή ενέργειές του, του μένει η πικρή γεύση ότι θα μπορούσε να είχε αποφασίσει και διαφορετικά. Αλλά και στις φυσικές του κλίσεις, τάσεις, ορμές μπορεί ν' αντισταθεί και να τις προσαρμόσει προς τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Ακόμη και όταν εσωτερικές καταστάσεις ή εξωτερικά γεγονότα μας κατευθύνουν προς μια απόφαση και πράξη, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να "επαναστατήσει", ν' ανατρέψει αυτά τα δεδομένα.

Η ρίζα όλων των άλλων μορφών ελευθερίας είναι η εσωτερική ή υπερβατική ελευθερία. Τη γυμνάζουμε καθημερινά επιλέγοντας και ξεπερνώντας τον εαυτό μας σε όποιο στάδιο κι αν έχουμε προχωρήσει, η ελευθερία έτσι σαν ξεπέρασμα κάθε φορά του εαυτού μας είναι υπέρβαση, εργαλείο για συνεχή βελτίωση, είναι θέληση για ελευθερία. Από αυτή τη θέληση προκύπτει και η απόφαση για αγώνα, αν χρειαστεί να την περιφρουρήσουμε. Αυτό πάλι σημαίνει ότι η ελευθερία κερδίζεται όχι "εφ' άπαξ", αλλά κάθε στιγμή. Κατέχουμε την ελευθερία μόνο υπό τη μορφή της προσπάθειας και του αγώνα. Παύει να υπάρχει από τη στιγμή της βεβαιότητάς μας γι' αυτή. Η ελευθερία είναι η βαθύτατη επίγνωση ότι κάθε στιγμή είναι δυνατό να την χάσουμε. Η ελευθερία, τώρα, γίνεται η βεβαιότητα της αβεβαιότητας! Όλες οι άλλες μορφές ελευθερίας: η πρακτική ως αυτόνομη βούληση να θεσπίσουμε κανόνες, νόμους, αρχές δικαίου, με τους οποίους περιφρουρούμε την άλλη μορφή ελευθερίας, η αντικειμενική, πηγάζουν από την εσωτερική ελευθερία. Από αυτή φυσικά βλασταίνουν και οι μορφές της αντικειμενικής ελευθερίας, δηλ. η εθνική, πολιτική, κοινωνική, ατομική ελευθερία. Η ατομική ελευθερία ως οικογενειακή, θρησκευτική, οικονομική, επιστημονική ή ελευθερία ιδεολογική από εκεί πάλι ποτίζεται.

Απουσία ελευθερίας ισοδυναμεί με κατάργηση της ευθύνης. Όσο περισσότερη ελευθερία, τόσο μεγαλύτερη η ευθύνη και η ενοχή. Να, από που προέρχεται ο φόβος, η ευθύνη, ο ίλιγγος της ελευθερίας: αφού εξαρτάται από τον άνθρωπο η επιλογή, φορτώνεται με τεράστια ευθύνη για τις επιλογές και τις αποφάσεις του. Ποτέ δεν μπορεί να μην εκλέξει. Γιατί και το να μην εκλέξει είναι εκλογή: έχει ήδη εκλέξει, να μην εκλέξει! Και η άρνηση εκλογής σημαίνει ελευθερία! Η ευθύνη της εκλογής και απόφασης επιφέρει τον καταλογισμό γι' αυτές. Ο βαθμός ευθύνης και καταλογισμού εξαρτάται από το βαθμό λειτουργίας της βούλησης και της συνείδησης, δηλ. της επίγνωσης. Το ακαταλόγιστο αναγνωρίζεται σε παθολογικές καταστάσεις, σε περιπτώσεις βαριάς σύγχυσης: Όταν θολώνει η συνείδηση και ατροφεί το Γνωστικό.

VΙΙ. ΤΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ Ή ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ

1. Έννοια του Γνωστικού.

Η ψυχή δε φανερώνεται μόνο με τις εκδηλώσεις των ορμών, που "πιέζουν" να ικανοποιηθούν (Ορεκτικό), ούτε με τις βιώσεις και τους συναισθηματικούς της χρωματισμούς, με τους οποίους επιχειρεί να "δοκιμάσει" και άμεσα να γνωρίσει τον κόσμο (Συναισθηματικό), ούτε βέβαια με τις αποφάσεις και πράξεις, τις οποίες παίρνει (Βουλητικό).

Το Γνωστικό ή Διανοητικό είναι εκείνο που αποκαλύπτει, κυρίως, καίρια όψη της ψυχής: τη γνωστική της πλευρά. Με αυτό ο άνθρωπος γνωρίζει. Η γνώση κατευθύνει καλύτερα και ωφελιμότερα τις ορμές και τις ηνιοχεί, ευρύνει το συναίσθημα και το ωριμάζει, φωτίζει δυνατά τους σκοπούς της βούλησης. Ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο, ύπαρξη με υπεύθυνη σοβαρότητα και με σοβαρή υπευθυνότητα. Ανοίγει ένα διάλογο, μια γνωστική σχέση και δοσοληψία με τον κόσμο. Ως "Εγώ" σκεπτόμενο τείνει προς το "Συ". Θέλει να γνωρίσει αυτό το "Συ", δηλ. τα πράγματα, τα πρόσωπα, τις καταστάσεις, όλα όσα είναι έξω από τον εαυτό του. Έτσι θα οικοδομήσει τις επιστήμες και θα χτίσει τον πολιτισμό.

Το "Εγώ", δηλ. ο άνθρωπος που σκέπτεται και γνωρίζει, επιστρέφει κάποιες ευλογημένες στιγμές και στον εαυτό του, στο "Εγώ" του. Τότε η γνώση γίνεται επίγνωση, εσωτερική κατανόηση, αυτογνωσία. Και οδηγεί στον ψυχικό ανακαινισμό, στην καλλιέργειά του, τον εξανθρωπισμό του.

2. Οι γνωστικές ή διανοητικές δυνάμεις.

Η γνώση θα ήταν αδύνατη, αν η ικανότητα της ψυχής για γνώση δεν ήταν έμφυτη. Με τη γνωστική ικανότητα "τακτοποιεί" τις επιδράσεις του περιβάλλοντος και τους ερεθισμούς του εσωτερικού του κόσμου. Έχει για το σκοπό αυτό τις γνωστικές του δυνάμεις ή λειτουργίες. Αυτές είναι ή αίσθηση, αντίληψη, μνήμη, προσοχή, ενδιαφέρον, νόηση, γλώσσα, φαντασία και συνείδηση.

α. Η αίσθηση.

Είναι η πρώτη βαθμίδα γνώσης. Όργανα της αίσθησης είναι οι αισθήσεις. Με αυτές δέχεται τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και επεξεργάζεται τα δεδομένα του. Τα γνωρίσματα, που έχει η αίσθηση σαν εσωτερική ικανότητα γνωστική της ψυχής, είναι η δεκτικότητα και η ενεργητικότητα. Τη σημασία της αίσθησης τόνισαν πολλοί ψυχολόγοι και θεώρησαν ότι είναι η μοναδική πηγή γνώσης, ονομάστηκαν μάλιστα και αισθησιοκρατικοί.

Η αίσθηση μεταβάλλει τις εξωτερικές ή εσωτερικές επιδράσεις σε ψυχικά βιώματα. Τα ψυχικά αυτά βιώματα λέγονται αισθήματα. Το αίσθημα είναι γνωστικό ψυχικό γεγονός, ενώ το συναίσθημα -όπως π.χ. η αγάπη ή ο έρωτας - δεν είναι: Ο νέος δεν έχει ένα "αισθηματάκι", αλλά "συναισθηματάκι"! Πώς δημιουργείται το αίσθημα; Προηγείται ο ερεθισμός, ακολουθεί το ερέθισμα και τέλος ανακύπτει το αίσθημα. Ερεθισμός και ερέθισμα είναι προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα αίσθημα.

Ο ερεθισμός είναι φυσικό γεγονός, εξωτερικό ή εσωτερικό, δηλ. προέρχεται από το περιβάλλον ή από το σώμα του ανθρώπου και προκαλεί διέγερση των αισθητηρίων οργάνων. Το ερέθισμα είναι ένυλο οργανικό, φυσιολογικό φαινόμενο: αλλοίωση των αισθητήριων νεύρων από την επίδραση του ερεθισμού. Το αίσθημα, αντίθετα, είναι άυλο ψυχικό γεγονός, ριζικά διαφορετικό και από τον ερεθισμό και από το ερέθισμα. Αυτά βρίσκονται έξω από την ψυχική σφαίρα και έχουν τοπικό χαρακτήρα. Το αίσθημα είναι αναφορά της ψυχής προς τα αντικείμενα, ο πρώτος τρόπος γνωριμίας της ψυχής με τα αντικείμενα.

Είδη αισθημάτων

Η ψυχολογία χώριζε τις αισθήσεις με κριτήριο τα εξής αισθήματα : γευστικά, οσφραντικά, οπτικά, ακουστικά και οπτικά. Η αφή, που λέγεται γενική - γιατί είναι απλωμένη σε όλο το σώμα - και κοινή - γιατί υπάρχει και στα ζώα - ή γιατί είναι πρωταρχική μήτρα των άλλων, υπηρετεί το βιολογικό στρώμα της ύπαρξής μας μαζί με τη γεύση και την όσφρηση. Η ακοή και η όραση λέγονται πνευματικές, γιατί ικανοποιούν διανοητικές, ηθικές και καλλιτεχνικές ανάγκες, βοηθούμενες από τις λεγόμενες εσωτερικές αισθήσεις του αγαθού και του κακού, του καλού και του άσχημου, του αληθούς και του ψευδούς.

Η ψυχολογία ταξινομεί τώρα τα αισθήματα κατά τους ερεθισμούς: Οργανικά, κινητικά και ισορροπία είναι η πρώτη κατηγορία αισθημάτων, που προκαλούνται από εσωτερικούς ερεθισμούς, ενώ τα προκαλούμενα από εξωτερικούς ερεθισμούς είναι: της αφής και των άλλων αισθήσεων.


  • Οργανικά είναι τα αισθήματα πείνας, δίψας, καμάτου, δύσπνοιας, σκοτοδίνης, νυσταγμού, με μία λέξη: τα ευεξίας ή καχεξίας και "ειδοποιούν" με ειδικές εκδηλώσεις: η πείνα, π.χ. σαν πίεση στο στομάχι, ο κάματος σαν εξάντληση. Γενικά τα αισθήματα αυτά διασφαλίζουν τη ζωή.
  • Κινητικά ή μυϊκά αισθήματα παράγονται από όργανα και νεύρα των μυών. Κινητικά είναι τα της συστολής, χαλάρωσης, άρσης βαρών, αντίστασης, επίθεσης, απόκρουσης, σύλληψης αντικειμένων, αθλητικών προσπαθειών κ.ά. Ταχυδακτυλουργός, ωρολογοποιός, χειρουργός, οδοντίατρος, χορευτής και ακροβάτης έχουν πολύ αναπτυγμένα κινητικά αισθήματα.
  • Ισορροπία ή στατικά αισθήματα είναι εκείνα με τα οποία αντιλαμβανόμαστε τη στάση, την κίνηση και ισορροπία του σώματος. Οι 3 ημικυκλικοί σωλήνες του αφτιού, τα λιθοφόρα κυστίδια και ο ενδόλεμφος, ένα υγρό, αποτελούν τα όργανά τους. Αν αυτά βλαβούν, γεννιέται ο ίλιγγος.
  • Απτικά αισθήματα είναι της πίεσης, της θερμοκρασίας και του πόνου, σπουδαία για την ύπαρξη.
  • Οσφραντικά είναι τα προκαλούμενα από τις οσμές και διακρίνονται σύμφωνα με αυτές.
  • Ακουστικά αισθήματα προκαλούνται από τα ηχητικά κύματα. Οι φθόγγοι ή τόνοι, το ύψος, η ένταση και το χρώμα τους καθορίζουν και την ποιότητα της ακοής.
  • Οπτικά αισθήματα παράγονται από το φως, δηλ. από τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα ή τις λεγόμενες παλμικές δονήσεις του αιθέρα και διακρίνονται σε δύο μεγάλα συστήματα: του άχρου και των χρωμάτων. Το άχρον έχει δύο είδη: το λευκό και το μελανό με όλες τις διαβαθμίσεις. Τα χρώματα παράγονται από την πρισματική ανάλυση του ηλιακού φωτός, του λευκού που αναλυόμενο δίνει τα 7 χρώματα ως φάσματα.

Οι ιδιότητες των χρωμάτων είναι τρεις: το ποιόν ή ο τόνος, η λαμπρότητα, ο βαθμός ζωηρότητας και η πυκνότητα, ο βαθμός καθαρότητας. Τα χρώματα ασκούν μεγάλη επίδραση στην ψυχική μας ζωή και στην εσωτερική μας διάθεση. Όταν υπάρχει ανωμαλία έμφυτη της όρασης εμφανίζεται η αχρωματοψία ως ανερυθροψία (Daltonismus) και σκυσνοψία, δηλ. σαν μερική ή ολική αχρωματοψία ή χρωματοτύφλωση. Η προτίμηση προς τα χρώματα δείχνει ανάλογα τάση για ηρέμηση, διέγερση, μελαγχολία, αισιοδοξία, στοχασμό, μόνωση, αυτοσυγκέντρωση, πληθωρική δράση, εξυπηρέτηση του άλλου και χαρά.


Το μετείκασμα είναι οπτικό φαινόμενο που παραμένει και ύστερα από την παύση του ερεθισμού, ενώ η αντίθεση είναι η εντύπωση ύπαρξης των συμπληρωματικών χρωμάτων, όχι των βασικών. Γενικά: Η αίσθηση κατευθύνει τα δεδομένα των αισθήσεων και αποτελεί το θεμέλιο όχι μόνο της γνωστικής αλλά και της όλης ψυχικής ζωής.

β. Η αντίληψη.

Είναι η δεύτερη γνωστική βαθμίδα, η οποία δε μας πληροφορεί μόνο, αλλά και ερμηνεύει τα αισθήματα. Πρόκειται για σύνθετη ψυχική λειτουργία, που μαζί με άλλες γνωστικές λειτουργίες γνωρίζει τον κόσμο: διαφοροποιεί και διαρθρώνει σε ολότητες τα δεδομένα της αίσθησης, τα συσχετίζει, τα αιτιολογεί και τα συμπληρώνει. Η αντίληψη, όπως και η αίσθηση, αναφέρονται στο παρόν.

Η αντίληψη διακρίνεται σε εξωτερική ή κατ' αίσθηση (ανάλογα με το αισθητήριο, από το οποίο προέρχεται: οπτική, απτική, ακουστική, ψαυστική, οσφρητική) και εσωτερική (ανάλογα με την ψυχική κατάσταση: οργής, χαράς, λύπης). Μορφές αντίληψης είναι:


  • Η αντίληψη χώρου. Στο σχηματισμό της βοηθούν τα αντικείμενα και τα φαινόμενα. Έτσι έχομε αντίληψη θέσης, απόστασης, μεγέθους, επιφάνειας και βάθους. Πολλές φορές μέσα στο χώρο επισυμβαίνουν αντιληπτικές πλάνες: ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις. Κατά την ψευδαίσθηση δεν υπάρχει εξωτερικός, κατ' αίσθηση ερεθισμός, αλλά εξ ανάμνησης. Είναι γέννημα εσωτερικής ταραχής και ανωμαλίας με αποτέλεσμα την προς τα έξω προβολή. Στην παραίσθηση υπάρχει ερεθισμός, αλλά το άτομο του δίδει άλλη ποιότητα ή ποσότητα: τον μεταφράζει λάθος. Οι ποσοτικές λέγονται και οπτικές πλάνες. Επειδή μάλιστα αυτές αφορούν σε γεωμετρικά σχήματα, ονομάστηκαν γεωμετρικές.
  • Η αντίληψη χρόνου. Η αντίληψη αυτή συνδέεται με την κίνηση, την αλλαγή, τη διάρκεια, τη ροή, τη διαδοχή και είναι αντίληψη χρόνου. Ο χρόνος είναι ο φυσικός μετρούμενος με το ρολόι με ακρίβεια, ο φυσιολογικός που αντιστοιχεί προς το ρυθμό του οργανισμού, ο ψυχικός - υποκειμενικός, που εξαρτάται από την ψυχοσύνθεση του ατόμου και ο υπαρξιακός χρόνος, ο οποίος ζυγίζεται με βιωματικά κριτήρια και μέτρα.
  • Η αντίληψη των μορφών. Πρόκειται για αντίληψη μορφικών ολοτήτων, η οποία λειτουργεί κατά ομοιότητα, γειτνίαση, συνέχεια, συνένωση, μεταβολή και έχει απίστευτη ευκινησία.
  • Η αντίληψη φωτός και χρωμάτων. Είναι απαραίτητος ο σχηματισμός της για την ψυχική ζωή του ανθρώπου, γιατί του πλουτίζει την εμπειρία και ομορφαίνει την ψυχική του διάθεση. Φως και χρώματα είναι τροφή του ψυχικού μας βίου.
  • Η μνήμη. Είναι η γνωστική ικανότητα με την οποία σχηματίζονται στην ψυχή οι παραστάσεις. Παραστάσεις είναι οι ψυχικές εικόνες που παραμένουν και ύστερα από την παύση του ερεθισμού. Οι παραστάσεις είναι κατ' αίσθηση, από ανάμνηση και φαντασία, ονομάζονται δε και ακουστικές, οπτικές κλπ. ανάλογα με την αίσθηση που βοηθάει στη γένεσή τους. Γνωρίσματα των παραστάσεων είναι η ζωηρότητα, η σαφήνεια, η ακρίβεια και η σταθερότητα. Οι πιο ζωηρές ψυχικές εικόνες ονομάζονται εποπτείες κατ' αίσθηση ή από φαντασία. Οι ειδητικοί τύποι είναι άτομα, στα οποία οι εικόνες είναι τόσο ζωηρές όσο και οι κατ' αίσθηση αντιλήψεις.

Οι ψυχικές εικόνες δεν είναι ασυνάρτητες, γιατί η μνήμη τις διατηρεί με μια σειρά αλληλεξάρτησης και τις ανακαλεί, τις συνυφαίνει, τις συναιρεί. Ο συνειρμός και η ανάπλαση των παραστάσεων από τη μνήμη γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες: της ομοιότητας (το όμοιο θυμίζει, αναπλάθει το όμοιο), της αντίθεσης (η ευτυχία ανακαλεί στη μνήμη τη δυστυχία), της συνάφειας στο χώρο (ο τόπος θυμίζει το δυστύχημα, καθώς περνάμε από εκεί) και της αλληλουχίας στο χρόνο, σύμφωνα με τον οποίο παραστάσεις που συνδέθηκαν μεταξύ τους αναπλάθονται.


Η μνήμη εντυπώνει, διατηρεί, αν καλεί, αναπλάθει τις ψυχικές εικόνες και έχει ανάμνηση γι' αυτές. Την εντύπωση συνοδεύει η ευχέρεια και η ευρύτητα, τη διατήρηση η διάρκεια και η πίστη, την ανάμνηση η έκταση, και την ανάπλαση η ετοιμότητα. Τόση είναι η σπουδαιότητα της μνήμης, ώστε, όταν ένας άνθρωπος χάσει τη μνημονική του ικανότητα, πέφτει σε πνευματική καταστροφή.

Η ψυχή με τη μνήμη δεν μπορεί να συγκρατήσει όλες τις ψυχικές εικόνες. Σιγά - σιγά αυτές γίνονται ασαφείς, μη συνειδητές, λησμονούνται. Η απώλεια όσων μαθαίνουμε ονομάζεται λήθη. Από μια άποψη η λήθη αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για την ψυχική μας υγεία (ευτυχώς που λησμονούμε!). Εάν η προσοχή και το ενδιαφέρον είναι έντονα, τότε δύσκολα λειτουργεί η λήθη και εύκολα απομνημονεύουμε.

Η απομνημόνευση γίνεται μηχανικά, κριτικά και με αγχίνου τρόπο. Μερικά άτομα είναι μνημονικά και άλλα αδύνατα ως προς τη μνήμη: οι δεύτεροι πάσχουν από πλήρη αμνησία ή περιοδική και άλλοι από παραμνησία ή υπερμνησία.

δ. Η φαντασία

Είναι ύψιστη γνωστική ικανότητα με την οποία η ψυχή, προσθέτοντας, αφαιρώντας, συνδυάζοντας, δημιουργεί καινούριες εικόνες. Η καθαρή μορφή φαντασίας είναι μία μορφοποιητική δύναμη που υπηρετείται από την ορμή για δημιουργία και έκφραση.

Υπάρχει μια αρχέγονη μορφή φαντασίας, η μυθολογική, η οποία δημιουργεί μύθους, σύμβολα, πρωταρχικές εικόνες, διηγήσεις, όνειρα. Η παίζουσα φαντασία των παιδιών, η οποία μάλιστα στην πρώτη νηπιακή ηλικία είναι ενιστική - γιατί ταυτίζει το πραγματικό με το φανταστικό - αποτελεί τη δεύτερη μορφή φαντασίας. Καλλιεργείται με τα παιχνίδια και τα παραμύθια, τα κατάλληλα βέβαια. Η ονειροπολούσα του εφήβου και η ώριμη του ηλικιωμένου ως επιστημονική, καλλιτεχνική και πρακτική είναι οι άλλες κύριες μορφές φαντασίας.

ε. Η προσοχή και το ενδιαφέρον

Τη δράση των άλλων ψυχικών δυνάμεων ενισχύουν η προσοχή και το ενδιαφέρον. Η προσοχή είναι στροφή του νου προς ένα αντικείμενο ή ερεθισμό, δηλ. εξωτερική, ή στροφή προς μια παράσταση, δηλ. εσωτερική. Η στροφή αυτή γίνεται είτε σκόπιμα, οπότε η προσοχή είναι εκούσια είτε ασυνείδητα, οπότε είναι ακούσια. Γνωρίσματα της προσοχής είναι η ένταση, η διάχυση, η έκταση, η κατανομή, η ευκινησία και η διάρκεια. Η πλήρης συγκέντρωση είναι απόλυτη ένταση, ενώ η πλήρης διάσπαση οδηγεί σε αφαίρεση διάχυση.

Το ενδιαφέρον είναι ασταμάτητη εγρήγορση και διαρκής προσοχή της ψυχής. Διακρίνεται σε άμεσο και έμμεσο. Ο Έρβαρτος (1746-1841) τα χωρίζει σε εμπειρικά, καλαισθητικά, κοινωνικά και θρησκευτικά και βρίσκει ότι όροι που τα καλλιεργούν είναι η ομοιότητα και η συγγένεια των ψυχικών εικόνων και η σημασία και η αξία για το άτομο των εξωτερικών ερεθισμών και εντυπώσεων. Γενικά, το ενδιαφέρον διεγείρει την προσοχή και ενεργοποιεί τη νόηση.

ς'. Η νόηση

Είναι η ψυχική λειτουργία που βρίσκει τις συναρτήσεις και τα όρια των πραγμάτων, γεγονότων, προσώπων, σχηματίζει έννοιες, εκφέρει κρίσεις διατυπώνει συλλογισμούς και λύνει προβλήματα. Είναι σύνθετη εσωτερική ενέργεια και οικοδομείται επάνω σ' εποπτικά και παραστατικά στοιχεία. Πέρα από την αναλυτική, διασκεπτική νόηση, που αναφέρεται στα συστατικά στοιχεία των παραστάσεων και με λογική συνέπεια φθάνει στις ομοιότητες, αντιθέσεις και τις διαφορές τους, πέρα ακόμη από την ενορατική νόηση, η οποία έχει συναισθηματικό χρώμα, υπάρχει η καθαρή, γνήσια και δημιουργική νόηση. Αυτή συνδυάζει και τους δύο άλλους τρόπους του νοείν και οδηγείται σε ασφαλή συμπεράσματα.

Η νόηση είναι αρχικά αγκιστρωμένη στα συγκεκριμένα. Τούτο το στάδιο ακολουθεί. Προηγείται το προλογικό, οπότε κυριαρχεί ο παμψυχισμός και τελευταίο είναι το στάδιο της αφηρημένης νόησης. Η ανεξαρτησία, η ευρύτητα, η βαθύτητα, η ευστροφία, η ταχύτητα, η ακολουθία, δηλ. ο βαθμός παρουσίας αυτών των γνωρισμάτων προδίνουν και το βαθμό της νοητικής εξέλιξης. Η πρωτοτυπία, αυτονομία και η αυστηρή συνέπεια είναι βασικά χαρακτηριστικά.

Οι νοητικοί τύποι με υψηλό βαθμό νοητικής ικανότητας είναι ο αγχίνους, ο βαθύνους, ο οξύνους, ο ευρύνους ή μεγαλόνους, και με μικρό βαθμό νοημοσύνης ο μωρός ή αμβλύνους, ο ηλίθιος και ο ιδιώτης. Η ιδιωτεία είναι η έσχατη μορφή βλακείας. Η διανοητική αυτή υστέρηση είναι αθεράπευτη: Ο βλαξ - ιδιώτης δεν είναι εκπαιδεύσιμος ούτε ασκήσιμος. Αλκοολισμός και σύφιλη είναι οι γενεσιουργοί παράγοντες.

Ιδιαίτερη ικανότητα έμφυτη της ανθρώπινης ύπαρξης για νόηση είναι η νοημοσύνη ή ευφυία. Για τη μέτρηση της ευφυΐας δημιουργήθηκαν κριτήρια (tests) και καταρτίστηκαν οι κλίμακες νοημοσύνης. Ο F. Galton στην Αγγλία (1868), ο W. Wundt στη Γερμανία (1878) και ο Cattell στην Αμερική (1890) εργάζονται προς την κατεύθυνση αυτή. Την πρώτη όμως κλίμακα εκτίμησης της ευφυίας κατάρτισε ο Α. Binet (1905) στη Γαλλία και στην τελική διαμόρφωσή της (1911) συνεργάστηκε και ο Simon. Γι' αυτό φέρει το όνομα "Κλίμακα Binet-Simon". Επιστήμονες σε όλες τις χώρες προσάρμοσαν τις κλίμακες και τις βελτίωσαν, ώστε να μετρείται με ακρίβεια η νοητική ηλικία: ΝΗ/ΧΗ = ΠΕ. Ο Δείκτης Νοημοσύνης, δηλ. το Πηλίκο Ευφυίας βρίσκεται, αν διαιρέσουμε τη Νοητική Ηλικία με τη Χρονική Ηλικία. Η ΝΗ είναι το γινόμενο που προκύπτει από τη ΧΗ και τον αριθμό των κριτηρίων. Το γινόμενο αυτό πολλαπλασιάζομε με τον αριθμό 2, δηλ. την αξία σε μήνες κάθε απάντησης. Στο αποτέλεσμα αυτό προσθέτουμε και την αξία όσων κριτηρίων, έλυσε ο εξεταζόμενος για τις άλλες επόμενες ηλικίες, πράγμα που δείχνει ότι η ΝΗ είναι μεγαλύτερη από την ΧΗ.

Με τις Κλίμακες Νοημοσύνης διαπιστώνεται βέβαια η νοητική καθυστέρηση. Απόλυτη όμως εμπιστοσύνη στις Κλίμακες αυτές δεν πρέπει να δίνεται.

ζ. Η γλώσσα

Όσα συλλαμβάνει η νόηση, επιχειρεί να τα εκφράσει. Αρχικά τα εκφράζει με κινήσεις και χειρονομίες, ύστερα επινοεί σύμβολα, τις λέξεις. Έτσι δημιουργείται ο λόγος. Λόγος σημαίνει νόημα, ομιλία και σχέση. Ο ενδιάθετος εσωτερικός λόγος είναι ο πιο αρχέγονος, που καθώς εξωτερικεύεται γίνεται προφορικός και καθώς εικονίζεται γραπτός.

Βαθιά είναι η σχέση ανάμεσα στη νόηση και τη γλώσσα. Όρος για να εκφραστεί κάτι είναι η σύλληψή του, η κατανόησή του. Σαφής κατανόηση οδηγεί στη σαφή έκφραση. Η γλώσσα επομένως είναι το πιο κατάλληλο κριτήριο για την αξιολόγηση της νόησης. Η νοητική εξέλιξη προηγείται και ακολουθεί η γλωσσική ανάπτυξη. Τα νήπια διατυπώνουν μέρος της πρότασης και εννοούν πολύ περισσότερα από αυτά που μπόρεσαν να εκφράσουν.

η. Η μάθηση

Είναι η διεύρυνση των εμπειριών, το ωρίμασμα της σκέψης και η παγίωση των γνώσεων. Η μάθηση γίνεται με ορισμένους τρόπους ή κανόνες:


  • τον της δοκιμής και της πλάνης (δοκιμάζοντας και αποτυγχάνοντας μαθαίνουμε),
  • τον της μίμησης (παρατηρώντας τους άλλους τους μιμούμαστε),
  • τον του αποτελέσματος (επαναλαμβάνουμε ότι πετύχαμε),
  • τον της αναλογίας (ενεργούμε ανάλογα προς προηγούμενες περιπτώσεις),
  • τον της άσκησης (εφαρμόζουμε στην πράξη όσα γνωρίζουμε στη θεωρία), και
  • ς') τον της υποκατάστασης, σύμφωνα με τον οποίο η σύνδεση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ερεθισμούς είναι τόσο στενή, ώστε η εμφάνιση του ενός να επιφέρει τ' αντανακλαστικά φαινόμενα του άλλου.

Στο νόμο της υποκατάστασης στήριξε η φυσιολογική Σχολή τα συμπεράσματά της: η ψυχή είναι το σύνολο αντιδράσεων στις εξωτερικές επιδράσεις. Εισάγει έτσι στην ψυχή ότι ισχύει στη φύση: το νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος. Η ψυχή είναι άψυχη και η ψυχολογία ρηχή αντανακλασιολογία. Εσώτατος ψυχικός πυρήνας δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το περιβάλλον με τους ερεθισμούς του. Αν τους ρυθμίσω, θα έχω τον τύπο του ανθρώπου που θέλω. Η ψυχολογία της διαγωγής επίσης δίνει μεγάλη προτεραιότητα στα επίκτητα στοιχεία. Από αυτά μόνο αποκτάμε γνώσεις.


Μητέρα της μάθησης είναι η επανάληψη. Με αυτή παγιώνονται οι γνώσεις: repetitio est mater studiorus. Σκοπός βέβαια του ανθρώπου δεν είναι η μάθηση μόνο, η απόκτηση και παγίωση γνώσεων, αλλά η πορεία του από τις γνώσεις προς τη γνώση, την επίγνωση, τη συνείδηση και αυτοσυνειδησία.

θ. Η συνείδηση

Είναι η ύψιστη και αποκλειστικά ανθρώπινη γνωστική λειτουργία της ψυχής και αποτελεί προϋπόθεση για κάθε άλλο φαινόμενο του ψυχικού βίου. Διαποτίζει και πλημμυρίζει όλες τις ψυχικές δυνάμεις: Συναισθηματικό και Βουλητικό και ελέγχει ακατάπαυστα το Ορεκτικό. Η συνείδηση, το Συνειδέναι είναι αυτόνομο και ανεξάρτητο, είναι ο Λόγος, ο Νους ή το Πνεύμα, "φως, ο θεός ανήψεν εν τη ψυχή", υπογραμμίζει ο Αριστοτέλης. Κάθε κατάσταση του περιβάλλοντος η συνείδηση τη μεταβάλλει σε παράσταση και έτσι την εισάγει μέσα στην εσωτερική ζωή. Τα γεγονότα και τα έξω και του ψυχικού χώρου υπάρχουν από τη στιγμή που θα γίνουν συνειδητά. Φέρει το "Εγώ" σε σχέση με τα πράγματα.

Το Εγώ βρίσκεται παρόν σε κάθε κατάσταση και είναι η αρχή της συνειδητής ζωής, η οποία είναι σύνθετη, το Εγώ όμως είναι απλό και δεν αναλύεται, όπως τα συναισθήματα, τα θελήματα, οι σκέψεις, οι ορμές, τα βιώματα. Ο χαρακτηρισμός της συνείδησης ως δύναμης ή λειτουργίας είναι συμβατικός και μεταφορικός, οφείλεται στην αδυναμία της γλώσσας να εκφράζει γεγονότα που έχουν άλλη υφή και ποιότητα.

Η συνείδηση εξασφαλίζει την ενότητα της ζωής του προσώπου είναι το συνεκτικό στοιχείο όλων των άλλων λειτουργιών. Έχει συνείδηση αυτών, και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει και συνείδηση και του εαυτού του ο άνθρωπος, αυτοσυνειδησία ή αυτογνωσία. Μορφές της συνείδησης είναι η συνείδηση πραγμάτων, προσώπων, εννοιών, η συνείδηση για την αξία τους είναι η αξιολογική συνείδηση. Η γνωσιολογική συνείδηση ιδρύει τη σχέση του προσώπου με τον έξω κόσμο και οικοδομεί τις επιστήμες. Η ηθική συνείδηση φρουρεί την εφαρμογή την αρχών, βοηθεί το Εγώ να διατηρήσει την ταυτότητά του και να μη διχάζεται. Το Εγώ πάλι διασφαλίζει την ενότητα της συνείδησης. Ταυτότητα και ενότητα είναι δύο βασικά γνωρίσματά της.

Η συνείδηση δεν νοείται στο χώρο, γι' αυτό και η φράση "περιεχόμενο της συνείδησης" είναι μεταφορική. Πρόκειται για τα διάφορα ψυχικά συμβάντα. Αλλά σε μια δεδομένη στιγμή δεν "περιέχονται" όλα, δεν είναι όλα συνειδητά. Γι' αυτό γίνεται λόγος για στενότητα της συνείδησης. Αυτό είναι το τρίτο γνώρισμά της: Δεν μπορεί να "περιέχει" όλα τα ψυχικά γεγονότα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Αυτή είναι η έννοια των σφαιρών ή πεδίων συνειδησιακής καθαρότητας. Ότι γνωρίζω με σαφήνεια σε μια στιγμή, αυτό αποτελεί τη συνείδηση. Είναι η περιοχή όπου όλα είναι φωτεινά, σαφή, καθαρά. Είναι το Συνειδητό. Το Συνειδητό καλύπτει το μισό κύκλο. Ο άλλος μισός περιέχει γεγονότα και βιώματα που δεν είναι συνειδητά. Βρίσκονται Υπό (κάτω από) το Συνειδητό, στο Υποσυνείδητο. Είναι το κατώφλι της συνείδησης και περιέχει γεγονότα που εύκολα "ανεβαίνουν" στη συνείδηση. Στο Ασυνείδητο, τέλος, τα γεγονότα είναι θολά, σκοτεινά, ασαφή, λησμονημένα. Είναι σαν σ' ένα Βάθος, σκιερό και ανεξέλεγκτο, αλλά αποφασιστικής σημασίας για τη συμπεριφορά, την υγεία και την ψυχική αρτιότητα του ανθρώπου. Γι' αυτό και έγινε αντικείμενο επίμονης και συστηματικής έρευνας από μέρους της Ψυχολογίας του Βάθους.

Η ψυχολογία του Βάθους είναι η ψυχολογία της Ασυνείδητης ψυχικής ζωής, ενώ η ψυχολογία που ασχολείται με τα θεμέλια και τον άλλο ψυχικό βίο μπορεί να ονομαστεί Ψυχολογία του Συνειδητού.

VIII. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Η ψυχολογία σαν θεωρία, λόγος για την ψυχή, είναι πολύ παλαιά επιστήμη. Ήταν φιλοσοφική επιστήμη. Με την εξέλιξη των θετικών επιστημών αποσπάστηκε γύρω στο 1850 από τη μητέρα της, τη φιλοσοφία, για να πάρει καθαρά επιστημονική μορφή. Αυτό ήθελε να τονίσει ο Γερμανός ψυχολόγος Η. Ebbinghaus (1850-1909) με τη φράση: "η ψυχολογία έχει μια σύντομη ιστορία και ένα μακρινό παρελθόν".

Ήδη από το 3.000 π.Χ. η αιγυπτιακή σοφία είδε την ψυχή σαν δύναμη ζωοποιητική και μεταθάνατο. Σαν επιστήμη "περί ψυχής" εισηγήθηκαν την ψυχολογία οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, τη θεμελίωσε ο Πλάτωνας και τη συστηματοποίησε ο Αριστοτέλης.

1. Η προσωκρατική ψυχολογία.

Αρχίζει με τον Όμηρο και συνεχίζεται με τους άλλους σοφούς και ποιητές. Ο Όμηρος ορίζει την ψυχή σαν αρχή ζωής.

Οι Προσωκρατικοί όμως μελέτησαν με επίμονη μεθοδικότητα και οξύνοια τα ψυχικά φαινόμενα. Η αντίληψη του Θαλή ότι τα πάντα είναι έμψυχα στρέφει την έρευνα προς την περιοχή της ψυχής. Ύστερα από το Θαλή (624-546 π.Χ.) αξίζει ν' αναφερθεί η άποψη του Αναξιμένη (585-528 π.Χ.), ο οποίος θεωρούσε την ψυχή σαν αέρα, πνεύμα, πνοή. Οι Πυθαγόρειοι ταύτισαν την ψυχή με την αθάνατη μονάδα, ενώ ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης και ο Αρχύτας ο Ταραντίνος ερεύνησαν τις αισθήσεις και τη φυσιολογία τους. Ο Ηράκλειτος (544-484 π.Χ.) πρώτος συνειδητοποίησε πόσο δύσκολο είναι ν' αναλυθεί η ουσία της ανθρώπινης ψυχής: "Ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει" ("τα όρια της ψυχής δεν θα τα βρεις ερευνώντας όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσεις, τόσο βαθιά είναι η ουσία της", απ.45).

Ο Εμπεδοκλής (595-490 π.Χ.) προσπάθησε να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αποκτάμε γνώση του εξωτερικού κόσμου και θεώρησε ότι σε αυτό βοηθούν τα ομοιομερή στοιχεία που έχει κάθε άνθρωπος. Ασχολήθηκε μάλιστα λεπτομερώς με τις αισθήσεις και τον τρόπο λειτουργίας τους.

Λεύκιππος και Δημόκριτος (γύρω στον 5ο αιώνα), οι ατομικοί φιλόσοφοι διατύπωσαν αντιλήψεις για την ψυχή που διασώζει ο Αριστοτέλης. Πίστευαν ότι η ψυχή αποτελείται από σφαιροειδή άτομα, όμοια προς τα μικρά ξύσματα που βλέπουμε σε ακτίνες του ήλιου εισερχόμενες σε μέρος σκοτεινό. Αξιόλογη είναι και η συμβολή του Αναξαγόρα (500-428 π.Χ.), που, αντίθετα προς το Λεύκιππο (5ος αιώνας) και Δημόκριτο (470 ή 460-360 π.Χ.), ξεχώριζε την ύλη από το νου και δίδασκε - αντίθετα προς τον Εμπεδοκλή - ότι το αίσθημα γεννιέται όχι μόνο από τα όμοια, αλλά και "εξ αντιθέτων". Οι σοφιστές, τέλος, είχαν τη γνώμη ότι "δεν υπάρχει ψυχή έξω από τις αισθήσεις" και ότι αυτές δίνουν διαφορετική εικόνα, σε κάθε άνθρωπο, για την εξωτερική πραγματικότητα. Στους σοφιστές ανήκει η αντίληψη για την πλάνη των αισθήσεων.

2. Η σωκρατική και πλατωνική ψυχολογία.

Ο Σωκράτης (470-399 π.Χ.) και ο Πλάτων αγωνίστηκαν ν' αποκαλύψουν και να προσδιορίσουν την ουσία της ψυχής και την εσωτερική της ενέργεια πρώτα, και έπειτα να δώσουν μια εικόνα της ψυχικής ζωής έτσι όπως τη νιώθουμε μέσα στην εμπειρική της κατάσταση. Ο Σωκράτης θεωρούσε άυλη και αθάνατη την ψυχή και αόρατη και τόνιζε ιδιαίτερα τη σημασία της αίσθησης, της μνήμης και βέβαια της νόησης. Τη σκυτάλη των ερευνών του παρέδωσε στον Πλάτωνα, που συστηματικά ασχολήθηκε με την ψυχή και ως θεωρητικός και ως εμπειρικός ψυχολόγος. Πολλές απόψεις του είναι και σήμερα έγκυρες.

α. Η θεωρητική ή φιλοσοφική ψυχολογία του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια τιτανική προσπάθεια για ορισμό της ουσίας της ψυχής. Μάχεται ενάντια στις απόψεις του Δημόκριτου και των οπαδών του που πίστευαν ότι όλα είναι άψυχα και ότι ο κόσμος, παρά τη θαυμαστή του τάξη, είναι έργο της τυφλής τύχης. Αγωνίζεται ακόμη να δείξει ότι η ψυχή είναι κέντρο, αρχή και πηγή ζωής και ότι χωρίς αυτή όλα τα "σωματικά" πράγματα θα νεκρώνονταν: η ψυχή είναι η ζωοποιούσα. Όλοι οι διάλογοί του και κυρίως ο "Φαίδρος" είναι το έργο εκείνο, όπου συγκεντρώνει τ' αποτελέσματα της μεγάλης εννοιολογικής πάλης και διαλεκτικής προσπάθειας για τον ορισμό της ουσίας της ψυχής. Απορεί κανείς, όταν διαβάζει το χωρίο του "Φαίδρου" 245c, τι πρόσθεσε η ψυχολογία και η φιλοσοφία έως σήμερα: "Ψυχή πάσα αθάνατος το γάρ αεικίνητον αθάνατον, το δ' άλλο κινούν και υπ' άλλου κινούμενον, παύλαν έχον κινήσεως, παύλαν έχει ζωής, μόνον δη το αυτό κινούν, άτε ουκ απολείπον εαυτό ούποτε λήγει κινούμενον, αλλά και τοις άλλοις, όσα κινείται τούτο πηγή και αρχή κινήσεως, αρχή δε αγέννητον, εξ αρχής γαρ ανάγκη παν το γιγνόμενον γίγνεσθαι, αυτήν δε μηδ' εξ ενός.." ("ότι μετέχει ψυχής είναι αθάνατο. Γιατί ότι αιώνια κινείται είναι αθάνατο. Όμως εκείνο που κινεί άλλο και κινείται από άλλο, μόλις πάψει η κίνηση, παύει και η ζωή, μόνο, λοιπόν, αυτό που κινεί τον εαυτό του, επειδή δεν τον εγκαταλείπει, δε σταματάει να κινείται, αλλά και για τα άλλα, όσα κινούνται, αυτό είναι η πηγή και η αρχή της κίνησης. Η αρχή βέβαια είναι αγέννητη. Γιατί κατ' ανάγκην καθετί, που γίνεται, γίνεται από τούτη την αρχή, η αρχή όμως η ίδια από κανένα..").

Η κίνηση και η ζωή είναι τα δύο γνωρίσματα της ψυχής. Η κίνηση δεν είναι η μηχανική του Δημοκρίτου, αλλά ενέργεια ζωοποιητική, χωρίς τέλος: παράγει χωρίς να παράγεται, δημιουργεί χωρίς να δημιουργείται. Απλούστερα: η ψυχή είναι αρχή κίνησης, δηλ. ζωής. Το τέλος της κίνησης συμπίπτει με το τέλος της ζωής. Αιτία κίνησης και επομένως ζωής είναι η ψυχή, αγέννητη και αθάνατη, όπως κάθε αρχή. Γι' αυτό η ψυχή είναι η μοναδική κίνηση και αιώνια ζωή, ενώ κάθε άλλο έχει μόνο συμπτωματική ζωή, δανεισμένη από την ψυχή!! Η ψυχή σαν αισθητή δράση δημιουργεί την άπειρη ποικιλία μορφών και σαν ενέργεια πνευματική γυρίζει στον εαυτό της και ζει τη ζωή του λόγου.

β. Η εμπειρική ψυχολογία του Πλάτωνα είναι μία επιστημονική, μεθοδική προσπάθεια να κατανοήσει τι είναι ψυχή από τις αισθητές, εμπειρικές, χειροπιαστές εκδηλώσεις της. Διέκρινε τις τρεις δυνάμεις της ψυχής: θυμοειδές, επιθυμητικόν λογιστικόν και κατέταξε τα φαινόμενα έτσι σε συναισθηματικά, βουλητικά και γνωστικά.

Σχεδόν όπως η σύγχρονη ψυχολογία αποδίδει ο Πλάτωνας βιολογική λειτουργία και υποκειμενικό χαρακτήρα στα συναισθήματα και υπογραμμίζει τη μεταβλητότητα και τη ροή του θυμικού στοιχείου. Γενικά διαιρεί τα συναισθήματα σε υλικά και πνευματικά αυτά πάλι τα χωρίζει και με επιμέλεια τα εξετάζει, ιδιαίτερα τη χαρά το φόβο, τα ήθη, την ηδονή.

Τα βουλητικά φαινόμενα ερευνά, όπως η ψυχολογία σήμερα. Σαν κατώτερη μορφή βούλησης θεωρεί τις ορμές και τις χωρίζει σε υλικές και πνευματικές. Η επιθυμία και η βούληση θεωρούνται σαν συνειδητές μορφές του "ορίζεσθαι", ενώ από τις πνευματικές ορμές οι σπουδαιότερες είναι: η τάση για ανακοίνωση (που δημιουργεί τη γλώσσα) και η έφεση του "ειδέναι" (η κλίση για μάθηση). Ύψιστη όλων είναι η "όρεξις του αγαθού": "διώκοντες το αγαθόν βαδίζομεν, όταν βαδίζομεν, έσταμεν, όταν εστώμεν" (Γοργίας, 467-468b).

Σαν λειτουργίες υπηρετικές της γνώσης δέχεται την αίσθηση, την αντίληψη, τη μνήμη, τη φαντασία και τη νόηση, όμως ομιλεί και για τη συνείδηση και ερευνά ανθρώπινους χαρακτήρες.

Η αίσθηση είναι ψυχικό γεγονός με όργανα τις αισθήσεις: την όραση που είναι συνάντηση του φωτός του οφθαλμού και των αντικειμένων, την ακοή, που λειτουργεί χάρη στον ήχο, τη γεύση, που προέρχεται από τη διάλυση των σωμάτων της γης μέσα στα υγρά, την όσφρηση, που σχηματίζεται από τη σήψη (το σάπισμα), τη διάλυση, εξάτμιση βροχής ή αντικειμένων και την αφή, που πληροφορεί για τη σκληρότητα των αντικειμένων.

Η αντίληψη, περισσότερο σύνθετη ψυχική λειτουργία, έχει αφορμή την εξωτερική πραγματικότητα. Αλλά δεν μπορεί να αποδώσει πιστά.

Την μνήμη θεωρεί σαν "σωτηρία της αισθήσεως" και την παρομοιάζει με "κήρινον εκμαγείον", με κερί επάνω στο οποίο αποτυπώνονται οι εντυπώσεις. Τα αποτυπώματα αυτά διατηρεί η μνήμη και τα ανακαλεί και τα συνυφαίνει σαν "πιστή γραμματεύς". Θα είχε προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στην ανθρωπότητα ο Πλάτων αν είχε μόνο τους κανόνες του συνειρμού και της ανάπλασης ανακαλύψει! Η σαφήνεια στη διατύπωση των κανόνων ή νόμων αυτών δείχνει πόσο μεγάλος στοχαστής και ψυχολόγος είναι ο Πλάτων. Η ψυχή αποκτά μάθηση όχι μόνο με τη μνήμη και την επίδραση του εξωτερικού περιβάλλοντος, αλλά και με τα έμφυτα στοιχεία. Αυτό ξυπνούν με τις ερωτήσεις και την αγωγή και έτσι η ψυχή ξαναθυμάται, δηλ. οδηγείται σε ανάμνηση των γεγονότων.

Η φαντασία δεν είναι γραμματέας, αλλά "ζωγράφος", που σχηματίζει εικόνες στην ψυχή, ενώ η νόηση θεωρείται σαν ύψιστη γνωστική λειτουργία που χαρακτηρίζει μόνο τον άνθρωπο.

Συγγενικές απόψεις με τον Πλάτωνα διατυπώνει ο μέγας ιατρός Ιπποκράτης (480-377 π.Χ.), σύγχρονος του Πλάτωνος. Βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική ενότητα και θεμελιώνει πρώτος την ψυχολογία των Ατομικών Διαφορών. Την άποψη του Ιπποκράτους "περί κράσεων" επεξεργάζεται πολύ αργότερα ο επίσης ιατρός Γαληνός (129-199 μ.Χ.), συνεχίζοντας το έργο του δασκάλου του.

3. Η αριστοτελική ψυχολογία. Είναι συστηματικότερη και εξειδικευμένη. Ο Αριστοτέλης έγραψε το πρώτο σύγγραμμα ψυχολογίας στην ιστορία της ανθρωπότητας με τίτλο: "Περί ψυχής", ενώ ενδεικτικοί είναι και οι τίτλοι από το άλλο έργο του: "Μικρά Φυσικά", όπου ερευνά σύγχρονα προβλήματα. "Περί αισθήσεως και αισθητών", "Περί μνήμης και αναμνήσεως", "Περί ύπνου και εγρηγόρσεως", "Περί ενυπνίων" (ονείρων), "Περί της καθ' ύπνον μαντικής", "Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος", "Περί νεότητος και γήρατος", "Περί ζωής και θανάτου", "Περί αναπνοής". Θεωρείται εισηγητής πολλών σύγχρονων κλάδων της ψυχολογίας, όπως π.χ. της Εξελικτικής ψυχολογίας.


  • Η Θεωρητική ή φιλοσοφική ψυχολογία του Αριστοτέλους βλέπει την ψυχή σαν μια αρχή, που κατοικεί στο σώμα και το κινεί σαν όργανό της: του δίνει ζωή. Είναι η ουσία του σώματος. Η σχέση της ψυχής με το σώμα είναι ανάλογη με τη σχέση της μορφής του αγάλματος και της ύλης (του χαλκού), από την οποία κατασκευάστηκε. Το "τελικό αίτιο" του σώματος είναι η ψυχή. Δεν είναι όμως αρμονία, όπως έλεγαν οι Πυθαγόρειοι, γιατί η αρμονία είναι κάτι σύνθετο και διαλύεται, η ψυχή είναι απλό και αδιαίρετο, δύναμη ζωοδότρα και πηγή ζωής.
  • Η εμπειρική ψυχολογία του Αριστοτέλους ερμηνεύει τα ψυχικά και βιολογικά φαινόμενα ως εκπηγάζοντα από την ίδια αρχή, την ψυχή. Διατηρεί τον τριπλό πλατωνικό χωρισμό των δυνάμεων της ψυχής και κρίνει ότι θεμελιώδεις λειτουργίες είναι αυτές που έδειξε ο δάσκαλός του Πλάτων: το "πάσχειν" (οι συναισθηματικές), το "ορέγεσθαι" (οι Βουλητικές) και το "διανοείσθαι" (οι γνωστικές).

Το Συναισθάνεσθαι ερεύνησε με εμβριθή τρόπο. Θεωρεί τα συναισθήματα σαν δημιουργικούς παράγοντες της ανθρώπινης δράσης και εκτιμά ότι αυτά δεν είναι το αποτέλεσμα πάντοτε της ικανοποίησης των αναγκών μας. Ούτε επιδιώκουμε μόνο εκείνα από τα οποία προέρχεται μόνο ηδονή και ευχαρίστηση. Σκληροί αγώνες φέρνουν πικρή πολλές φορές απογοήτευση. Και όμως δεν τους αποφεύγουμε. Το κατά φύση έθος (:συνήθεια) είναι το ευχάριστο, ενώ σπουδαίο ρόλο στην απόκτηση ήθους είναι η αδιάκοπη άσκηση.


Το Βούλεσθαι μελέτησε ο Αριστοτέλης σ' όλες του τις διαστρωματώσεις. Διέκρινε τις ενστικτώδεις τάσεις, τις αντανακλαστικές κινήσεις και τα ορμέμφυτα από την καθαρή βούληση και σημείωσε ιδιαίτερα την επιθυμία και την προαίρεση σαν ενέργειες συνειδητές. Η επιθυμία είναι "όρεξις του ηδέος" (του ευχάριστου), ενώ η προαίρεση εμφανίζεται μόνο στα λογικά όντα. Με τη θεωρία για έμφυτα στοιχεία της ψυχής, πρόλαβε ο Αριστοτέλης όλους τους εμφυτοκρατικούς, χωρίς όμως να είναι και μονομερής, αφού τόνισε και τη σημασία του εξωτερικού παράγοντα σ' όλες του μάλιστα τις δημιουργικές μορφές.

Το Γνώναι ή Διανοείσθαι, οι γνωστικές δυνάμεις, υπηρετούνται από την αίσθηση, τη μνήμη, τη φαντασία και τη νόηση. Η αίσθηση είναι "λόγος" και βρίσκεται στο "αισθητήριον", ενεργεί μόνο με την επίδραση κάποιου εξωτερικού αίτιου. Δέχεται ακόμη ότι "ουκ έστιν αίσθησις παρά τας πέντε ετέρα" (Περί ψυχής, 425a). Τα αισθήματα είναι διαφορετικής ποιότητας ανάλογα με τα αισθητήρια. Πειραματίστηκε εδώ και έδειξε μία βασική απτική πλάνη: Διασταύρωσε τα δάχτυλά του και έβαλε μια μικρή σφαίρα (μπίλια) ανάμεσά τους. Η εντύπωση που σχηματίζεται είναι ότι κρατεί κανείς δύο διαφορετικές σφαίρες! Αυτή είναι η "αριστοτελική επάλλαξις", πλάνη ότι έχομε από τον ίδιο ερεθισμό δύο αντικείμενα.

Η μνήμη αρχίζει να λειτουργεί από το σταμάτημα του ερεθισμού. Παραμένει στη συνείδηση το μετείκασμα, η παράσταση, η ψυχική εικόνα. Τις εικόνες διατηρεί η μνήμη σαν αποτυπώματα σφραγίδας και έτσι, σαν πάνω σε κερί, σώζονται όλα όσα έγιναν και πέρασαν: "του μεν παρόντος αίσθησις, του δε μέλλοντος ελπίς, του δε γενομένου μνήμη" (:η αίσθηση αναφέρεται στο τώρα, η ελπίδα στο αύριο, η μνήμη στο χθες). Η ανάπλαση των ψυχικών εικόνων εξαρτάται από την εντύπωση και η ευκολία στην απομνημόνευση από την τάξη, το ρυθμό και το μέτρο. Με σπάνια συντομία διατυπώνει τους κανόνες ή νόμους του συνειρμού: "αφ' ομοίος ή εναντίου ή τω σύνεγγυς" (Περί ψυχ. 427b): της ομοιότητας, της αντίθεσης και της αλληλουχίας στο χώρο.

Η φαντασία προϋποθέτει την αίσθηση και δημιουργεί "φαντασίας" εικόνες αληθείς ή ψευδείς.

Η νόηση είναι η ανώτερη από όλες τις γνωστικές λειτουργίες. Κρίνει, συγκρίνει, διακρίνει, ταξινομεί. Όμως χρειάζεται και αυτή εικόνες: "ουδέποτε νοεί άνευ φαντάσματος η ψυχή" (431 α 16): Τίποτε δε συλλαμβάνει η νόηση, αν προηγουμένως δεν περάσει από την αίσθηση. Πολλοί νόμισαν τον Αριστοτέλη ως αισθησιαρχικό, δηλ. ότι δίνει προτεραιότητα στην εμπειρία και τις αισθήσεις στο σχηματισμό της γνώσης. Η αντίληψη αυτή μεταφράστηκε στα λατινικά και έγινε γνωσιολογικό σύνθημα: Nihil est in intellectu, quod non prius fuerit in sensu! Γενικά ο Αριστοτέλης ορίζει την νόηση σαν την έμφυτη ψυχική ικανότητα που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και λύνει προβλήματα του περιβάλλοντος.

4. Η μεταριστοτελική ψυχολογία

Ο Αριστοτέλης ανέβηκε σε επιστημονικές κορυφές πανύψηλες και γι' αυτό δεν μπόρεσαν ύστερα να τον ακολουθήσουν. Το ίδιο συνέβη και με την ψυχολογία. Ας υπογραμμιστεί όμως η συμβολή του Θεόφραστου (372-287) με το έργο του "Χαρακτήρες" και του αρχηγού των Επικουρείων, του Επίκουρου (341 -287) στην πρόοδο αυτής της επιστήμης, ο Επίκουρος νόμιζε την ψυχή δύναμη ζωής, όχι άυλον παρά άθροισμα από άτομα αέρα και φωτιάς. Οι Στωικοί δέχονταν την ψυχή σαν μέρος του Θείου λόγου, σαν δύναμη ζωτική και πίστευαν ότι ο άνθρωπος μόλις γεννηθεί είναι "γραμματείον κενόν" και "χάρτης ενεργός προς απογραφήν". Την αντίληψη αυτή επανέλαβαν αργότερα οι άγγλοι εμπειριστές J. Locke (1632-1704), D. Hume (1711 -1776) και ο γάλλος Ε. de Condillac (1715-1780) με τη γνωστή λατινική φράση, tabula rasa (=άγραφος χάρτης), ενώ την υιοθέτησαν επίσης οι ρώσοι φυσιολόγοι Pawlow (1849-1936) και Becterew (1857-1927), εκπρόσωποι της ψυχοφυσικής ή θεωρίας των "σημάτων". Ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς (50-120 ή 125 μ.Χ.) ασχολήθηκε με τα προβλήματα του ψυχικού βίου σε πολλά έργα του: "Ηθικά", "Περί αοργησίας", "Περί ευθυμίας", "Πότερον ψυχής ή σώματος επιθυμία και λύπη;" "Εκ του περί ψυχής", "Πότερον των ζώων φρονιμώτερα τα χερσαία ή τα ένυδρα;". Η ψυχολογία των ζώων τράβηξε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του.

Πολύ αξιόλογη πρέπει να θεωρηθεί η συμβολή του Πλωτίνου (204-269 μ.Χ.) στην εξέλιξη της ψυχολογικής επιστήμης. Ο αρχηγός του Νεοπλατωνισμού θεωρεί την ψυχή και στην εμπειρική και στην πνευματική της μορφή, διατυπώνει οξύτατες παρατηρήσεις "περί των παθών της ψυχής", γράφει "Περί αισθήσεως και μνήμης", "Περί αθανασίας της ψυχής", "Περί ουσίας της ψυχής α' και β'" και θέτει κατά τρόπο μοναδικό το πρόβλημα του χρόνου. Όλοι έως σήμερα ερεύνησαν με βάση τις μελέτες του Πλωτίνου για το χρόνο, από τον Ι. Αυγουστίνο (354-430) ως το μέγιστο σύγχρονο υπαρξιακό φιλόσοφο Μ. Heidegger (1889-1976), τον συγγραφέα του "Sein und Zeit" (Είναι και Χρόνος) και στηρίχτηκαν στην ΙΙΙ 7(45) Εννεάδα που επιγράφεται "Περί αιώνος και Χρόνου".

5. Η ψυχολογία κατά τον Μεσαίωνα

Η επίδραση του Πλωτίνου στη χριστιανική φιλοσοφία και ψυχολογία ήταν αληθινά μεγάλη και δεν περιορίστηκε μόνο στην μεσαιωνική εποχή, αλλά συνεχίστηκε ως σήμερα. Οι δυτικοί και ανατολικοί Πατέρες της Εκκλησίας, του οφείλουν πολλά και ειδικότερα ο Ι. Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) και οι Μ. Πατέρες: Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστομος, όπως και ο Γρηγόριος ο Νύσσης και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.

Γενικά η ψυχολογία του Μεσαίωνα εξετάζει κατά μεταφυσικό τρόπο τα ψυχικά φαινόμενα και ακολουθεί τις απόψεις των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων. Έτσι γίνεται, σαν τη φιλοσοφία, "υπηρέτρια" της θεολογίας (ancilla theologiae).

6. Η φιλοσοφική ψυχολογία των νεότερων χρόνων

Η νεότερη φιλοσοφική ψυχολογία χρησιμοποιεί και διαδίδει τον όρο "ψυχολογία" και ερευνά συστηματικά τα ψυχολογικά προβλήματα. Στην αφετηρία της βρίσκεται το μεγάλο πνεύμα του R. Descartes (1596-1650).

Ο εισηγητής του ορθολογισμού (rationalismus) Descartes ή Καρτέσιος ασχολείται με το πρόβλημα της ψυχής, τη θεωρεί ως ουσία ριζικά διαφορετική από το σώμα, διαπιστώνει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα με έδρα το κωνάριο (grandula rinealis) που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου και συνδέει τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια και με την πραγματεία του "περί παθών της ανθρώπινης ψυχής" επιχειρεί πρώτος αυτός μια εξέταση ψυχοφυσική των θυμικών φαινομένων. Οι εκπρόσωποι της φιλοσοφικής ψυχολογίας στο 17ο αιώνα Β. Spinoza (1632-1677) και Leibnitz (1646-1716), ο πρώτος με τη θεωρία του παραλληλισμού ανάμεσα στα ψυχικά και σωματικά φαινόμενα και ο δεύτερος με τη θεωρία της παθητικότητας, της αδράνειας της έκτασης επιδιώκουν να πολεμήσουν τον ψυχολογικό δυισμό (dualismus) του Καρτέσιου και να γεφυρώσουν έτσι το ρήγμα ανάμεσα στην έμψυχη και άψυχη φύση, στην ψυχή και στο σώμα, δηλ. στην ύλη και το πνεύμα.

7. Η εμπειρική ψυχολογία.

Αναζητεί την πηγή της γνώσης μόνο στην εξωτερική πραγματικότητα. Στην Αγγλία ο Hobbes (1588-1679) θεωρούσε το αίσθημα σαν βασικό ψυχικό γεγονός και ο J. Locke (1632-1794) υποστήριζε ότι η ψυχή είναι λευκός χάρτης (tabula rasa) και ότι η κύρια και ασφαλής αρχή, δρόμος της επιστήμης είναι η εμπειρία, η παρατήρηση των εσωτερικών ενεργειών της ψυχής έχει δευτερεύουσα σημασία. Ο Condillac (1715-1780) στη Γαλλία θα γίνει πιο ακραίος σ' αυτή την αντίληψη και θα γράψει πως η αίσθηση είναι η αποκλειστική πηγή γνώσης.

Των εμπειριστών οι έρευνες θα επηρεάσουν το μαθητή του Leibnitz, τον Ch. Wolff (1679-1754), που θα καθιερώσει τον όρο "Ψυχομετρία", θα μιλήσει δηλ. πρώτος για μέτρηση και ποσά στην ψυχολογία και θα γράψει δύο πολύκροτα βιβλία: την "εμπειρική ή πειραματική ψυχολογία" (psychologia empirica) και την "θεωρητική ή φιλοσοφική ψυχολογία" (psychologia rationalis) κατά τα έτη 1732 και 1734 αντίστοιχα.

8. Η συνειρμική ψυχολογία.

Θεωρεί το αίσθημα ως το έσχατο "κύτταρο" του ψυχικού βίου και πιστεύει ότι η κυριαρχική δύναμη και λειτουργία της ψυχής είναι η μνήμη. Γι' αυτό και η συνειρμική λέγεται και μνημονική ψυχολογία. Η ψυχή ταυτίζεται με τη μνήμη. Μνήμη είναι η ικανότητα της ψυχής να εντυπώνει ψυχικές εικόνες, να διατηρεί αυτές τις παραστάσεις, να τις υφαίνει, δηλ. να τις συνείρει, να τις αναπλάθει και να τις ανακαλεί. Πρόκειται για σύνθετη εσωτερική ικανότητα, που αποτελεί βασικό τρόπο της ψυχικής ζωής.

Κύριος και διάσημος εκπρόσωπος είναι ο Herbart (1776-1841). Συνειρμικοί ή μνημονικοί ψυχολόγοι επίσης είναι οι D. Hume (1711-1776), Hartley (1705-1757), M. James (1773-1836), St. Mill (1806-1873), Spencer (1820-1903), Tain (1828-1893) και Ziehen (1862-1950).

9. Η πειραματική ψυχολογία.

Θα στηριχτεί αποκλειστικά στην έρευνα των ψυχικών φαινομένων, σε μεθόδους των θετικών επιστημών και μάλιστα στο πείραμα και θα δημιουργήσει διάφορες Σχολές. Από αυτές οι κυριότερες είναι:


  • Η φυσιολογική Σχολή, η οποία θα ζητήσει κυρίως να εξακριβώσει τη σχέση ανάμεσα στον ερεθισμό και το αίσθημα. Οι E. Weber (1795-1878) και G. Fechner θα διατυπώσουν το γνωστό νόμο Weber - Fechner. Αυτός εκφράζει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ισχύ του ερεθισμού και την ένταση των αισθημάτων, δηλαδή ανάμεσα στο φυσικό και ψυχικό γεγονός. Η ψυχοφυσική θεωρία του Fechner δέχεται την ευθεία αναλογία μόνο ανάμεσα στον ερεθισμό (φυσικό) και στο ερέθισμα (φυσιολογικό γεγονός), όχι όμως και προς το αίσθημα, γιατί η μεγάλη ένταση του ερεθισμού ελαττώνεται από τη συνείδηση.
  • . Muller (1801-1858) και Η. Helmholtz (1821 -1895) εργάστηκαν επίσης προς την ίδια κατεύθυνση και διατύπωσαν τη θεωρία της λογαριθμικής σχέσης, προς την οποία συμφωνούν και οι Ε. Mach (1838- 1916) και W. James (1842-1910).
  • Η Σχολή της Λειψίας νομίζει ότι πρωτεύοντα ρόλο, παίζει ο εξωτερικός ερεθισμός. Ο μέγας εκπρόσωπός της W. Wundt (1832-1920) επιμένει ότι υπάρχει πλήρης αναλογία ανάμεσα στον ερεθισμό -ερέθισμα- αίσθημα. Ο Wundt, που είχε μαθητή τον Θ. Βορέα, ίδρυσε στη Λειψία το 1878 το πρώτο ψυχολογικό εργαστήριο στον κόσμο και εφάρμοσε με μαθηματική ακρίβεια το πείραμα σαν μοναδικό μέσο για την ερμηνεία των φαινομένων της ψυχής. Μεγάλη επίδραση άσκησε σε όλη την έρευνα και πολλοί μαθητές εφάρμοσαν τις μεθόδους του. Ανάμεσα σ' αυτούς και ο Θ. Βορέας, που ίδρυσε το Ψυχολογικό Εργαστήριο στη Φιλοσοφική Αθηνών και έδωσε μεγάλη ώθηση στην ψυχολογία
  • Η Σχολή του Wϋrzburg επανέφερε σε ισχύ τη μέθοδο της αυτοπαρατήρησης, ενδοσκόπησης ή αυτοπαρατηρησίας και της έδωσε πειραματική μορφή. Οι κυριότεροι εκπρόσωποί της Kulpe (1826-1915), Marbe (1869-1953), Watt, Messer και Buhler (1879-1963) διαφώνησαν με την άποψη του Wundt, που απέρριπτε την αυτοπαρατηρησία σαν μέθοδο της ψυχολογίας, γιατί της λείπει η αντικειμενικότητα.
  • Η Σχολή των Παρισίων γνωστή από τον Ribot (1839-1916), που θεωρούσε την "κίνηση" σαν θεμελιακό γεγονός της ψυχικής ενέργειας και τους Simon -Binet (1856-1911), που κατάρτισαν τις πρώτες "κλίμακες" εκτίμησης, μέτρησης της νοημοσύνης.

10. Η θεωρητική ψυχολογία.


Γίνεται προσπάθεια ν' αντιμετωπιστούν και πάλι τα ψυχικά φαινόμενα τρόπο φιλοσοφικό-μεταφυσικό. Ο W. James (1842-1910) αντιτίθεται με σφοδρότητα στη συνειρμική ή μνημονική ψυχολογία του Έρβαρτου (Herbart). Νομίζει ότι η ψυχή είναι ένα ενιαίο όλο και δεν υπόκειται σε κατάτμηση και πειραματισμό. Η συνειρμική θεωρία απλοποιεί το πολύπλοκο γεγονός του ψυχικού βίου. Δρόμος, για να εισέλθει κανείς στην ουσία της ψυχής, είναι μόνο η φιλοσοφία.

Οι Η. Bergson (1859-1941) και W. Diltey (1833-1911) υπογραμμίζουν την ενότητα και ταυτότητα της συνείδησης και της ζωής του ανθρώπου, μολονότι το γνώρισμα της συνείδησης είναι η ασταμάτητη ροή. Αυτή η ροή του ψυχικού κόσμου και η ποιοτική του δομή αποκλείει τη μέτρηση, την ποσοστοποίηση, το πείραμα.

ΙΧ. ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Στην πνευματική αγορά σήμερα ψυχολογία διεκδικεί την πρώτη θέση. Γιατί παρουσιάζεται σαν το εργαλείο εκείνο που θα βοηθήσει αποτελεσματικά την αγχώδη εποχή μας να θεραπευτεί από την αγωνία της. Με ελπίδες προς την επιστήμη αυτοί στρέφονται πολλοί άνθρωποι. Θέλουν άλλωστε να γνωρίσουν τον ανεξερεύνητο χώρο, που λέγεται ψυχή.

Δημιουργήθηκαν έτσι διάφορα ψυχολογικά ρεύματα. Από αυτά τα σπουδαιότερα είναι:

1. Η ψυχολογία του βάθους.

Δε στέκεται στην επιφάνεια, στη Συνειδητή (: Συναισθηματική - Βουλητική - Γνωστική) ψυχική ζωή, αλλά μελετά τη μη Συνειδητή, την Ασυνείδητη περιοχή της ψυχής, το "βάθος", όπου τα γεγονότα δεν είναι φωτεινά, γιατί δεν τα φτάνει ο ήλιος της Συνείδησης. Τον όρο "βάθος της ψυχής", "βαθύς λόγος της ψυχής" χρησιμοποίησε ήδη ο Ηράκλειτος (544-484 π.Χ.) και τον καθιέρωσαν οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της ψυχολογίας του βάθους.

Η ψυχολογία αυτή λέγεται και Πρακτική ψυχολογία, γιατί έχει πολλές πρακτικές εφαρμογές. Είναι μέσο για τη διάγνωση και θεραπεία ψυχικών ασθενειών και όργανο για έρευνα κάθε ανθρώπινης ψυχικής εκδήλωσης και πνευματικής δημιουργίας, στην τέχνη, στην επιστήμη στην οικονομία τη θρησκεία κλπ. Βοήθησε ακόμη η ψυχολογία αυτή στην ανακάλυψη ότι οι ψυχικές διαταραχές εκδηλώνονται σαν οργανικές βλάβες και έβγαλε τον άνθρωπο από την αφελή βεβαιότητα ότι είναι απόλυτα υγιής και ψυχικά ισορροπημένος. Τέλος υπογράμμισε τη σπουδαιότητα που έχουν τα όνειρα για την ψυχική ζωή και τη σημασία των εσωτερικών τραυμάτων και συγκρούσεων απωθημένων και μειονεξιών για την καθημερινή συμπεριφορά.

Ο πρώτος εισηγητής της ψυχολογίας του βάθους είναι ο πατέρας του Υπαρξισμού, Δανός φιλόσοφος και Θεολόγος Ζαίρεν Κίρκεγκορ (Soren Kierkegaard, 1813-1855). Η πνευματική του ομορφιά ήταν άκρως αντίθετη προς τη σωματική του καχεξία σε σημείο που να δημιουργηθεί η έμμονη ιδέα στην ψυχή του ότι θα ήταν δυνατό να γίνει το αντικείμενο μιας μεγάλης αγάπης από το έτερο φύλο. Αυτή τη μειονεξία προσπάθησε να την ισορροπήσει κάνοντας επιτυχημένο πείραμα μνηστείας, με την Regine Desen. Πρόκειται για αυτοψυχανάλυση και αυτοθεραπεία από ένα σύμπλεγμα, συναίσθημα κατωτερότητας που έπασχε. Όμως συστηματικοί ερευνητές της ψυχολογίας του βάθους είναι οι S. Freud, A. Adler και C. Jung.

α. Η ψυχανάλυση του Freud.

Ο Βιεννέζος αυτός ψυχίατρος (1856 - 1937) διατύπωσε την αντίληψη ότι ο μη ισορροπημένος μπορεί να θεραπευτεί χωρίς ύπνωση, αρκεί με το διάλογο να συνειδητοποιήσει τα κίνητρα, τον ταραξία της εσωτερικής του ζωής. Αυτό είναι δυνατό να γίνει με την Ψυχανάλυση.

Ο ψυχαναλυτής πρέπει να γνωρίζει ότι το Ασυνείδητο (pro-ego) είναι το σπουδαιότερο μέρος της ψυχής, η πηγή δυναμικής ενέργειας. Το Συνειδητό (ego) είναι η έδρα της συνείδησης και διαιτητεύει τον αγώνα ανάμεσα στο Ασυνείδητο που με την ορμή της ηδονής σαν κυριαρχική διαρκώς απαιτεί και στο Υπερσυνειδητό (super-ego) που ελέγχει και όχι σπάνια απαγορεύει την ικανοποίηση των ορμών με αποτέλεσμα να γίνονται συγκρούσεις, απωθήσεις και τραύματα. Το Ασυνείδητο είναι γεμάτο από τέτοιες απωθήσεις κυρίως της libido (ηδονής). Οι απωθημένες ανεκπλήρωτες ορμές δε χάνονται, αλλά δρουν και επηρεάζουν την καθημερινή ζωή.

Η libido εμφανίζεται με τη γέννηση του ανθρώπου. Ακολουθεί την προγεννητική φάση σαν ευχαρίστηση από το θηλασμό (στοματικό στάδιο), από την αποβολή των κοπράνων (πρωκτικό στάδιο), από την άφεση των ούρων (ουρηθρικό στάδιο), από την αγάπη του παιδιού προς τη μητέρα και της κόρης προς τον πατέρα (φαλλικό στάδιο Οιδιπόδειου συμπλέγματος, συμπλέγματος της Ηλέκτρας και του ευνουχισμού) και περνά από τη Λανθάνουσα περίοδο (ηλικία 6- 12 ετών περίπου) του συμπλέγματος της Αρτέμιδος και ανεβαίνει στη Γεννητική περίοδο (με τα συμπλέγματα του Ναρκίσσου), για να καταλήξει στη Μεταγεννητική περίοδο, οπότε η ηδονή ατροφεί.

Η libido παλεύει με το υπερσυνειδητό, με τους ηθικούς φραγμούς του κοινωνικού περιβάλλοντος που αφομοιώνει ο άνθρωπος, και ή συμφιλιώνεται με το εγώ, τη συνείδηση ή η συνείδηση απαγορεύει την πλήρωση, ικανοποίηση της ηδονής, οπότε συμβαίνει: Διοχέτευση, εξιδανίκευση και εξαγνισμός της Ιibidο, Υποκατάσταση, δηλ. έμμεση ικανοποίηση, όπως στα όνειρα, ή Απώθηση στο Ασυνείδητο με αποτέλεσμα τις νευρώσεις, τις ψυχώσεις, τα τραύματα της ψυχικής ζωής. Η Ψυχανάλυση ιχνεύει αυτά τα τραύματα και τα θεραπεύει.

Ο Freud προσπάθησε μέσω της ηδονής να εξηγήσει όλο τον πολιτισμό και οδηγήθηκε έτσι σ' ένα Πανερωτισμό (Pansexualismus). Από την μονομέρεια προσπαθεί να τον βγάλει ο μαθητής του Αdler.

β. Η ατομική ψυχολογία του Αdler (1870-1937).

Δύο είναι οι βασικές διαφωνίες του μαθητή αυτού, επίσης Βιεννέζου, ψυχολόγου: Πρώτον ότι κυριαρχική ορμή δεν είναι η ηδονή, αλλά η τάση για υπεροχή, και δεύτερον ότι το Ασυνείδητο είναι γεμάτο από απωθήσεις αυτής της ορμής μας για αναγνώριση της αξίας, για απόκτηση δύναμης, για υπεροχή και επιβολή πάνω στους άλλους. Αν αυτά δε συμβούν, τότε το άτομο πάσχει από το έμφυτο, όχι όμως φανερό, συναίσθημα μειονεξίας ή σύμπλεγμα κατωτερότητας.

Μόνον αν η ψυχολογία γίνει ατομική, του συγκεκριμένου ατόμου και όχι γενικά των ατόμων μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε ψυχική υγεία.

γ. Η αναλυτική ψυχολογία του C. Jung (1875-1961). Είναι απαλλαγμένη από τη μονομέρεια των δύο άλλων. Ο Jung πιστεύει ότι δεν υπάρχει μία μόνο ορμή που να κυριαρχεί. Υπάρχει δέσμη ορμών, που είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες ούτε προϊόντα της ηδονής ούτε υποκατάστατα της υπεροχής.

Το Ασυνείδητο χωρίζεται στο προσωπικό ή ατομικό ασυνείδητο, που περιέχει πικρές ψυχικές εικόνες, θολές αντιλήψεις, λησμονημένες εμπειρίες και καταστάσεις που δεν μπορεί να γίνουν συνειδητές, και στο απρόσωπο, συλλογικό, φυλετικό ή κοινωνικό ασυνείδητο. Αυτό είναι σε όλους κοινό και περιέχει τους Αρχετύπους σαν έμφυτες προδιαθέσεις για να δημιουργεί το ανθρώπινο γένος τα συλλογικά του επιτεύγματα. Η σημασία του Ασυνειδήτου είναι μεγάλη, γιατί από ξυπνάει σιγά - σιγά το Συνειδητό, σαν από ένα αρχέγονο βάθος. Κάθε συνειδητό γεγονός έχει και το συμπληρωματικό του στο Ασυνείδητο.

Με την ανάλυση του Ασυνειδήτου και την υπόδειξη της σημασίας όλων των ορμών που έδρευαν εκεί χωρίς να υπερεκτιμάται καμία, οδηγούμε τον άνθρωπο σε ψυχική υγεία που είναι η ισορροπία ανάμεσα στο Συνειδητό και το Ασυνείδητο. Η ανάλυση του Ασυνειδήτου σημαίνει γνωριμία με όλες τις εκδηλώσεις του και τους μηχανισμούς του άμυνας. Οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις του Ασυνειδήτου είναι: τα Συμπτώματα, τα Συμπλέγματα, οι Εικόνες και τα σύμβολα, δηλ. τα οράματα, τα κατά φαντασία πλάσματα και τα όνειρα.

Με τα όνειρα ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο Ernst Aeppli στο περίφημο σύγγραμμά του: "Die Traume" (τα όνειρα), θεωρείται μάλιστα από τους θεμελιωτές της βιονειρικής.

2. Η ψυχολογία της διαγωγής.

Εξετάζει την ψυχή σαν αντίδραση, σαν συμπεριφορά (behaνiorismus), δεν ομιλεί για συνείδηση και πιστεύει ότι ο νόμος της αιτίας και του αποτελέσματος ισχύει και για τα ψυχικά φαινόμενα. Οι Ρώσοι Pawlow (1849-1936), Bechterew (1857-1927), οι Αμερικανοί Loed και Thorndike (1874-1949), κυρίως ο Watson (1878-1958) θεωρούν την ψυχή σαν πλάσμα του περιβάλλοντος και ακολουθούν οι Janet, R. Guillaume (1857-1947) και Lagache.

3. Η τελολογική ψυχολογία.

Αναγνωρίζει ότι η ουσία της ψυχής έγκειται στην "εντελέχειά" της, τη δυνατότητα που έχει να εξελίσσεται σύμφωνα μ' έναν εσωτερικό νόμο: ο Αμερικανός Dewey (1859-1952), ο Ελβετός Claparede (1873-1940), οι Γάλλοι Ruyssen, Pradines, Burlond είναι οι κυριότεροι εκπρόσωποι της τελολογικής ή τελεολογικής Ψυχολογίας.

4. Η μορφολογική ψυχολογία.

Η ψυχή είναι ένα ενιαίο, διαρθρωμένο όλο, μία ολότητα, που δεν προκύπτει από το άθροισμα των μερών, όπως η αρμονία δεν είναι το ποσοτικό άθροισμα τόνων και συλλαβών. Οι Ε. Mach (1838-1916), Ehrenfels (1859-1932), Meinong (1853 - 1920), Wertheimer (1880-1943), Koffka (1886-1941), Kohler K. Lewin (1890 - 1947), Lipps (1851-1941), Paulhan, Delacroix, Dumas εργάστηκαν προς την κατεύθυνση αυτή.

5. Η νοολογική ή κατανοούσα ψυχολογία.

Βλέπει την ψυχή στη σχέση της με το κοινωνικό, ιστορικό και γενικότερα πολιτιστικό περιβάλλον και αντιπροσωπεύεται από τον Ε. Spranger (1882-1963), που διακρίνει τέσσερις βασικούς ανθρώπινους τύπους: τον αισθητικό, θεωρητικό, θρησκευτικό, κοινωνικό και δύο δευτερεύοντες: τον αυτονομικό και πολιτικό. Ορμήθηκε βέβαια από τον C. Jung, που χώριζε τους ανθρώπους σ' εσωστρεφείς και εξωστρεφείς.

Η νοολογική ψυχολογία, αντίπαλη της φυσιολογικής Σχολής, θέλει να κατανοήσει τη σύνολη ψυχική πραγματικότητα μέσω της έννοιας της αξίας. Οι αξίες πραγματοποιούνται μέσα στην κοινωνία. Στη σχέση του με τα άλλα άτομα και στην προσπάθειά του να πορευθεί σύμφωνα με τις αξίες: του ωραίου, του αληθινού, του αγαθού και του αγίου γίνεται να κατανοηθεί καλύτερα ο άνθρωπος.

6. Η ομαδική ψυχολογία.

Επειδή η συμβίωση και η ζωή μέσα σε μια κοινότητα αφήνει τη σφραγίδα της επάνω στα άτομα, πρέπει ιδιαίτερα να ερευνηθεί ο ψυχικός βίος των ατόμων, που ζουν μαζί και δημιουργούν τέχνη, γλώσσα, μύθο, έθιμα δηλ. πολιτισμό μέσα σ' ένα ιδιαίτερο ιστορικοκοινωνικό πνεύμα. Ειδικότερα:

Κοινωνική Ψυχολογία

  • Η κοινωνική ψυχολογία ερευνά τα κοινωνικά ψυχικά γεγονότα. Θεωρεί ότι αυτά απορρέουν από τη μίμηση (G. Τarde, 1843-1904) ατομικών φαινομένων και ότι αποτελούν ανώτερη βαθμίδα, στην οποία υπάγονται τα κατώτερης υφής ατομικά (Ε. Durkheim, 1858-1917). Τη σημασία και του ατομικού και του κοινωνικού παράγοντα θα τονίσουν οι Κ. Βlοndel (1876- 1939) και J. Dewey (1859-1952), ενώ από τους σπουδαιότερους κοινωνικούς ψυχολόγους είναι ο δάσκαλός μου, καθηγητής στο Αμβούργο Ρ. Hofstatter. Το έργο του: "Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία" έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας.

Εθνολογική Ψυχολογία

  • Η εθνολογική ψυχολογία μελετά τη λαϊκή ψυχή και βρίσκει ποια είναι τα αίτια που διαφοροποιούν σε κάθε έθνος την ψυχή των ατόμων και το φρόνημα. Ο W. Wundt στη Γερμανία και ο Delacroix στη Γαλλία θα επιχειρήσουν μια ερμηνεία της γλώσσας, της τέχνης, του μύθου, των παραδόσεων, για να ψηλαφήσουν τις ιδιαιτερότητες του ψυχικού βίου, που δημιουργούν αυτές τις μορφές. Σ' αυτές αποκρυσταλλώνεται η εθνική ψυχική ζωή.

Ψυχολογία Μαζών

  • Η ψυχολογία των μαζών επιχειρεί να ερευνήσει την συμπεριφορά του ατόμου μέσα στον όχλο, σαν μια από τις μονάδες εκείνες που "μεταμορφώνεται" και ισοπεδώνονται από το "πνεύμα" της μάζας. Ο G. Le Bon (1841 -1931) θεωρεί ότι το άτομο εξαφανίζεται, η υπευθυνότητά του καταργείται, η λογικότητά του παύει, τα προσωπικά του γνωρίσματα χάνονται, ένα ένστικτο φθόνου και καταστροφής κυριαρχεί.
Υπάρχει μια ανεξάρτητη "ψυχή της μάζας", ένα φαινόμενο με τους δικούς του κανόνες, τύπους και τάσεις, που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Ο γνωστός, Ισπανός στοχαστής Ortega y Gasset (1883-1955) στο έργο του: "Η εξέγερση των μαζών" δίνει μια νέα διάσταση στο πρόβλημα αυτό. Με τις εκδηλώσεις της μάζας είχε ασχοληθεί ο Nietzsche (1844 - 1900) που με λεπτομέρεια ανέλυσε το Ressentiment, ένα συναίσθημα καταστρεπτικής εκδικητικής ζηλοφθονίας αφηνιασμένου όχλου.

Εσωτερική Αρθρογραφία

Εικόνα:Lp-stamp-line.gif
LivePedia.gr :: Η Ελληνική Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια



H LivePedia.gr είναι μια ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια που αναπτύσσεται χάρη στην εθελοντική προσπάθεια των χρηστών της.
Όλοι μπορούν να δημιουργήσουν νέα λήμματα ή να βελτιώσουν και να διορθώσουν λήμματα που ήδη υπάρχουν.

Ακολουθήστε τη LivePedia.gr στο Twitter


Προσωπικά εργαλεία
LivePedia στο iPhone
Χορηγός Φιλοξενίας Διακομιστή
*σημείωση
  • Εάν παρατηρήσετε κάποια διαφήμιση που δεν ταιριάζει εδώ, παρακαλούμε σημειώστε τη διεύθυνση στην οποία οδηγεί και ενημερώστε μας με email στο livepedia@gmail.com.